ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι λέξεις που ματώνουν

Μια ανάγνωση της νέας ποιητικής συλλογής του Γιώργου Σταυρακάκη

giorgos stayrakakis

Γράφει ο Ζαχαρίας Κατσακός*

 

 

Σε μια εποχή όπου οι λέξεις καταναλώνονται και ξεχνιούνται σχεδόν ταυτόχρονα, το «Εύθραυστον» του Γιώργου Σταυρακάκη (εκδόσεις «Μετρονόμος», 2026) επιμένει στο ειδικό τους βάρος, στη διάρκεια και τη φθορά που μεταφέρουν. Το βιβλίο είναι μια στοχαστική ποιητική κατάθεση πάνω στην απώλεια, τη μνήμη και τη δοκιμασία της ίδιας της γλώσσας.  Πρόκειται για μία συλλογή που δεν χαρίζεται ούτε στον αναγνώστη ούτε στον ίδιο τον ποιητή.
Το «Εύθραυστον» δεν σχετίζεται μόνο με πρόσωπα ή καταστάσεις ζωής. Αφορά την ίδια τη σύσταση της εμπειρίας. Σώματα που κουράζονται, σχέσεις που ραγίζουν, πόλεις που αφήνουν ίχνη, έρωτες που διχάζουν. Και πάνω απ’ όλα, λέξεις που πληγώνουν εκείνον που τις γράφει. Η φθορά δεν είναι θεματικό μοτίβο, αλλά τρόπος ύπαρξης. Είναι η αίσθηση ότι τίποτα δεν παραμένει ακέραιο και ότι η συνείδηση αυτού του ρήγματος είναι το μόνο σταθερό έδαφος.
Από την αρχή τίθεται ένα ερώτημα που διατρέχει υπόγεια όλη τη συλλογή. Αν οι ποιητές πεθαίνουν ή αν «μετακομίζουν από λέξη σε λέξη». Η φράση αυτή λειτουργεί ως άξονας νοήματος. Η ποίηση δεν ακυρώνει τον θάνατο, αλλά μεταθέτει τη διάρκειά του. Η μνήμη δεν είναι παρηγοριά, αλλά μετακίνηση. Στο πλαίσιο αυτό το υποκείμενο δεν σώζεται. Μεταγράφεται.
Ισχυρό συμβολικό κέντρο αποτελεί η μορφή της μητέρας. Στο ποίημα «Λύκαινα μάνα» παρουσιάζεται ως «λύκαινα του κόσμου και των εξόριστων παιδιών», με «σκουριασμένα γόνατα» και «σιδερένια άρβυλα». Δεν πρόκειται για μια εξιδανικευμένη φιγούρα, αλλά για σώμα που έχει διανύσει χρόνο και Ιστορία που έχει περάσει μέσα από πληγές. Η μητέρα δεν εξαγνίζει, επιμένει να προσφέρει παρουσία. Και αυτή η παρουσία είναι ταυτόχρονα τρυφερή και άγρια, προστατευτική και σκληρή, όπως η ίδια η ζωή.
Οι πόλεις της συλλογής, η Ύδρα, το Μανχάταν, το Μόντρεαλ, δεν λειτουργούν ως απλά γεωγραφικά σημεία. Είναι τοπία μνήμης και τραύματος. Τα «εκτυφλωτικά σοκάκια», οι «σκουριασμένοι ορίζοντες», οι «ομιχλώδεις λεωφόροι» συγκροτούν έναν αστικό χώρο που δεν επιτρέπει αυταπάτες. Οι γενέθλιες πόλεις «ραμφίζουν τα σπλάχνα» και μετατρέπονται σε αδιέξοδους περιπάτους. Η πόλη εδώ δεν είναι σκηνικό, αλλά συμμετέχει στην αφήγηση και στη διαμόρφωση της ταυτότητας. Διαβρώνει και ταυτόχρονα διαμορφώνει.

Image
giorgos stayrakakis


Κεντρική θέση κατέχει η αγωνία για τη γλώσσα. Στο ποίημα «Οι λέξεις β΄» ο ποιητής ομολογεί πως οι λέξεις «θα έτρωγαν αργά και υπομονετικά τα σωθικά μου». Η εικόνα είναι σκληρή, σχεδόν βίαιη, αλλά αποκαλυπτική. Η ποίηση δεν παρουσιάζεται ως καταφύγιο ούτε ως εύκολη έκφραση συναισθημάτων. Είναι πεδίο σύγκρουσης. Η γλώσσα δεν προσφέρεται αβίαστα, αντιστέκεται, φθείρεται, επιστρέφει ως βάρος. Σε μια εποχή υπερπαραγωγής λόγου, η συνείδηση αυτής της δυσκολίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η θάλασσα, επαναλαμβανόμενη φράση και σταθερό μοτίβο, οργανώνει ρυθμικά την εμπειρία. Ο στίχος «Κοιτάζεις τη θάλασσα» επαναλαμβάνεται σαν εσωτερική παρότρυνση, σαν τελετουργία. Το ταξίδι δεν λειτουργεί ως απόδραση, αλλά ως δοκιμασία, «κόμπος αλάτι στα μάτια», «ξύλινο κιβώτιο στα δόντια του ήλιου». Εδώ η θάλασσα δεν λυτρώνει, αλλά υπενθυμίζει. Είναι χώρος απώλειας, αλλά και χώρος επίγνωσης.
Ο έρωτας παρουσιάζεται χωρίς ωραιοποίηση. Στο ποίημα «Ταυτοπροσωπίες» η φράση «Ήρωες και φονιάδες είναι τα ίδια πρόσωπα» συμπυκνώνει μια αντίληψη για την ανθρώπινη διττότητα. Η αγάπη και η βία συνυπάρχουν. Η επιθυμία και η καταστροφή δεν απέχουν πολύ. Ο άνθρωπος δεν είναι ενιαίος, είναι ρήγμα που κινείται.
Ο θάνατος διαπερνά τη συλλογή ως πολυεπίπεδη εμπειρία. «Πονάει όταν ξυπνάς και συνειδητοποιείς ότι όλοι οι νεκροί έχουν την ίδια ηλικία». Η φράση αυτή καταργεί τη χρονικότητα και εξισώνει τα πρόσωπα μέσα σε μια κοινή εμπειρία απουσίας. Ο θάνατος δεν είναι μόνο το τέλος ενός σώματος, είναι παύση, άπνοια μνήμης, διακοπή της συνέχειας. Και όμως, μέσα από την ιδέα της «μετακόμισης» από λέξη σε λέξη, διατυπώνεται μια διαφορετική εκδοχή διάρκειας. Όχι σωτηρία, όχι παρηγοριά, αλλά συνέχεια της φωνής μέσα στη γλώσσα.
Το «Εύθραυστον» δεν επιδιώκει κάποια συγκινησιακή εκτόνωση ούτε εξαγνισμό. Διαμορφώνει ένα ποιητικό τοπίο όπου η απώλεια, η μνήμη και ο έρωτας συνυπάρχουν με τη βία και τη φθορά του χρόνου. Η γλώσσα είναι πυκνή, ρυθμική, συχνά δραματική, με επαναλήψεις που δημιουργούν την αίσθηση μιας τελετουργικής εκφοράς. Ο αναγνώστης δεν οδηγείται σε εύκολες απαντήσεις, καλείται όμως να σταθεί μέσα στο ρήγμα.
Σε έναν κόσμο που φθείρεται γρήγορα, η επίγνωση της ευθραυστότητας αποτελεί ίσως την πιο απαιτητική επιλογή. Το «Εύθραυστον» δεν επιδιώκει να καθησυχάσει. Ζητά να δούμε καθαρά αυτό που ραγίζει και να το κατονομάσουμε.
 

*Ο Ζαχαρίας Κατσακός είναι Φιλόλογος, (D.E.A. Νεοελληνικής Φιλολογίας - ΜΑ Δημιουργικής Γραφής) και συγγραφέας.
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση