ΕΛΛAΔΑ
Ίμια, 30 χρόνια μετά: Μια ανοιχτή πληγή στην εθνική συλλογική συνείδηση – Το χρονικό της κρίσης, συγκλονιστικές μαρτυρίες
Η νύχτα που φάνηκε σαν αιώνας για την Ελλάδα
Τριάντα χρόνια πέρασαν από τα Ίμια, μια νύχτα που φάνηκε σαν αιώνας για την Ελλάδα. Μια νύχτα όπου οι ακατοίκητες βραχονησίδες του Αιγαίου μετατράπηκαν σε σύμβολο εθνικής έντασης και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Το 1996 η χώρα βρισκόταν σε πολιτική μετάβαση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου νοσηλευόταν βαριά και ο Κώστας Σημίτης αναλάμβανε πρωθυπουργός εν μέσω μιας κρίσης που θα έθετε την Ελλάδα και την Τουρκία ένα βήμα πριν από τον πόλεμο. Ο Ιανουάριος του 1996 υπήρξε ένας κομβικός μήνας για την ελληνική πολιτική σκηνή. Το ΠΑΣΟΚ κυβερνά, αλλά ο ιστορικός ηγέτης του Ανδρέας Παπανδρέου νοσηλεύεται βαριά άρρωστος.
Στις 15 Ιανουαρίου ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου υποβάλλει την παραίτησή του από το Ωνάσειο και τρεις ημέρες αργότερα η κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ θα κληθεί να εκλέξει τον αντικαταστάτη του, έπειτα από μια σκληρή εσωκομματική μάχη.
Ο εκσυγχρονιστής Κώστας Σημίτης αναλαμβάνει πρωθυπουργός της χώρας και είναι αυτός που λίγες ημέρες μετά θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη χειρότερη κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στη σύγχρονη εποχή.
Το χρονικό της κρίσης
Η κρίση των Ιμίων ουσιαστικά είχε ξεκινήσει λίγο πριν εκπνεύσει το 1995.
Τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους ένα τουρκικό εμπορικό πλοίο, το Φιγκέν Ακάτ, προσαράζει κοντά στην βραχονησίδα Ίμια, εκπέμποντας σήμα κινδύνου.
Το Λιμεναρχείο Καλύμνου στέλνει ρυμουλκό για να βοηθήσει το πλοίο, αλλά ο Τούρκος πλοίαρχος αρνείται την βοήθεια υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε τουρκική περιοχή.
Ενημερώνεται το υπουργείο Εξωτερικών και αυτό με τη σειρά του γνωστοποιεί το γεγονός στον αρμόδιο τουρκικό υπουργείο.
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών διαμηνύει ότι υπάρχει θέμα κυριαρχίας με τις βραχονησίδες Ίμια. Μάλιστα, το τουρκικό ΥΠΕΞ προβαίνει στην εξής διακοίνωση: «Οι βραχονησίδες Ίμια είναι καταχωρισμένες στο κτηματολόγιο Μουγκλά του νομού Μπόντρουμ και ανήκουν στην Τουρκία», με το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να απορρίπτει την τουρκική διακοίνωση.
Η κατάσταση κλιμακώνεται όταν στις 26 Ιανουαρίου ο δήμαρχος της Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης, συνοδευόμενος από τον αστυνομικό διευθυντή και τρεις κατοίκους του νησιού, υψώνει την ελληνική σημαία σε μία από τις δύο βραχονησίδες.
Την επόμενη ημέρα, δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας Χουριέτ μεταβαίνουν με ελικόπτερο στη Μεγάλη Ίμια, υποστείλουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική σε ζωντανή σύνδεση.
Η Ελλάδα απαντά με το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού «Αντωνίου» να κατεβάζει την τουρκική σημαία και να υψώνει την ελληνική.
Το ίδιο βράδυ της 28ης Ιανουαρίου, άγημα ανδρών του Πολεμικού Ναυτικού αποβιβάζονται στην βραχονησίδα για να φρουρούν την ελληνική σημαία.
Τουρκικά πολεμικά παραβιάζουν τα ελληνικά χωρικά ύδατα και πλησιάζουν τα Ίμια.
Η Ελλάδα προβαίνει σε διαβήματα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.
Η κυβέρνηση δηλώνει έτοιμη να αποσύρει το άγημα, όχι όμως και να υποστείλει την ελληνική σημαία στα Ίμια.
Σπεύδουν τα πολεμικά πλοία Ναβαρίνο και Θεμιστοκλής.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δεν αποδέχεται την ελληνική πρόταση.
Η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται μια ανάσα από τον πόλεμο.
Η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί σοκαρισμένη προετοιμασίες πολέμου σε ζωντανή σύνδεση με τα τηλεοπτικά κανάλια.
Κορύφωση της έντασης
Η ένταση κορυφώνεται στις 31 Ιανουαρίου. Οι τουρκικές ειδικές δυνάμεις αποβιβάζονται στη μία και σαράντα τα ξημερώματα στην μικρή Ίμια και στις 4:30 ελικόπτερο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ίπταται των βραχονησίδων για να διαπιστώσει αν πράγματι υπάρχουν Τούρκοι στρατιώτες.
Στις 4:50 το πλήρωμα του ελικοπτέρου αναφέρει ότι εντόπισε περίπου δέκα Τούρκους κομάντο.
Δίνεται εντολή να επιστρέψει στη βάση του και ενώ πετά χάνεται από τα ραντάρ.
Αργότερα ανασύρονται νεκρά και τα τρία μέλη του πληρώματος.
Ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός.
Με την παρέμβαση του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, μέχρι το μεσημέρι της 31ης Ιανουαρίου 1996 τα πλοία, οι στρατιώτες και οι σημαίες είχαν αποσυρθεί από τα Ίμια.
Οι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών Γεράσιμος Αρσένης και Θεόδωρος Πάγκαλος ανακοινώνουν αποκλιμάκωση της κρίσης με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και αποχώρηση των ναυτικών δυνάμεων.
Τριάντα χρόνια μετά και η κρίση των Ιμίων εξακολουθεί να παραμένει μια πληγή στην εθνική συλλογική συνείδηση.
Την περίοδο της κρίσης των Ιμίων (30-31 Ιανουαρίου 1996), δύο ελληνικές πυραυλακάτοι τέθηκαν σε άμεση ετοιμότητα, πέρα από τα ήδη υπάρχοντα επτά πολεμικά πλοία στην περιοχή. Σκοπός τους ήταν η προστασία των Ιμίων και η διασφάλιση της ελληνικής παρουσίας απέναντι σε τουρκικές δυνάμεις.
Μαρτυρίες
Ο τότε αντιναύαρχος Σπύρος Κονιδάρης, κυβερνήτης πυραυλάκατου μετέφερε την εμπειρία του στο ΕΡΤnews. Όπως είπε, τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου πολεμικά πλοία απέπλευσαν και ενσωματώθηκαν στον σχηματισμό γύρω από τα νησιά. Οι πυραυλάκατοι, πλήρως οπλισμένες με πυραύλους, τηλεκατευθυνόμενες τορπίλες και πυροβόλα, ήταν έτοιμες να ανοίξουν πυρ μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αν δινόταν εντολή.
«Κατά τη διάρκεια της νύχτας, δόθηκε εντολή να δούμε αν υπήρχαν Τούρκοι στο νησί» ανέφερε ο κ. Κονιδάρης και πρόσθεσε ότι αποφασίστηκε να σηκωθεί ελικόπτερο καθώς ο καιρός χειροτέρευε. Το ελικόπτερο απογειώθηκε και πέρασε 3-4 φορές πάνω από το νησί. Τα πλοία που ήταν κοντά στο νησιά διαπίστωσαν ότι υπήρχαν Τούρκοι στις βραχονησίδες και έτσι το ελικόπτερο διατάχθηκε να επιστρέψει στο πλοίο Ναυαρίνο. Όπως διαπιστώθηκε μετά, στα 5.2χλμ από το νησί, το ελικόπτερο διαλύθηκε στη θάλασσα.
Τελικά, η ένταση δεν οδήγησε σε στρατιωτική σύρραξη, ενώ τα πλοία επέστρεψαν, με τα μόνα θύματα να είναι οι επιβαίνοντες του ελικοπτέρου.
Ο Μάνος Καρυωτάκης, ταξίαρχος Ιπτάμενος ε.α., εκείνο το βράδυ ήταν στην Κρήτη και συγκλονίζει με τη μαρτυρία του.
«Ήμουν στην Κρήτη νεαρός ιπτάμενος, 25 -26 ετών. Μόλις πριν από δύο μήνες είχα τελειώσει όλα τα στάδια της πολεμικής εκπαίδευσης για να βγω ετοιμοπόλεμος και ήμουν μέσα στη μεγάλη ομάδα της δύναμης των αεροσκαφών που θα απογειωνόμασταν», ανέφερε και πρόσθεσε: «Ήταν Κυριακή και όλοι ήταν ξεκουράζονταν εκτός από δύο ανθρώπους που ήταν υπηρεσία όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Η εντολή ήταν ελάτε αμέσως μέσα. Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά στην ορολογία των ιπταμένων. Όταν λέμε έλα μέσα σημαίνει πάμε κατευθείαν στη μοίρα και θα χρειαστεί να πάμε και σε αεροπλάνα. Από εκεί δεν ξαναβγήκα για 5 μέρες».
«Όλοι μας ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε. Είχαμε κάνει μια τέλεια σχεδίαση, αρκετά πρωτοποριακή και πιστεύω ότι ακόμα και σήμερα ορισμένα από αυτά τα στοιχεία δεν έχουν ξεπεραστεί», θυμάται ο κ. Καρυωτάκης .
Ο κ. Καρυωτάκης είπε ακόμα ότι στις 30 Ιανουαρίου και ενώ η αναμονή είχε χτυπήσει «κόκκινο», ζήτησε άδεια για λίγα λεπτά προκειμένου να πάει σπίτι του να αποχαιρετίσει τους γονείς του, γράφοντας ένα γράμμα στη μητέρα του.
