ΕΛΛAΔΑ
Εκτέλεση 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή: Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες από την «μαύρη» Πρωτομαγιά του ’44
«Τους ακούγαμε να τραγουδούν μέσα από τα καμιόνια»
Συγκλονισμένη παραμένει η χώρα με τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944 από Γερμανούς ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανή, που κυκλοφόρησαν πριν μερικές μέρες στο ebay, οι οποίες ήταν «στο σκοτάδι» για 82 χρόνια.
Μνημείο κηρύχθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού το σύνολο της συλλογής των φωτογραφιών με τους 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής σήμερα Τετάρτη (18.02.2026), μετά τη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων. Έτσι ανοίγει και επισήμως ο δρόμος για να αγοράσει τα ιστορικά αυτά ντοκουμέντα, το ελληνικό κράτος.
Τα στιγμιότυπα που δημοσιεύτηκαν στο ebay και ήταν προς πώληση, αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές των 200 αντιστασιακών –κομμουνιστών, οι οποίοι εκτελέσθηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ως αντίποινα για τη δολοφονία του υποστράτηγου Φραντς Κερχ στους Μολάους Λακωνίας από αντιστασιακούς. Παραμένει άγνωστο πώς κατέληξαν στην κατοχή του συλλέκτη. Είναι γνωστό, ωστόσο, ότι ανήκαν στο προσωπικό άλμπουμ του Γερμανού υπολοχαγού Χέρμαν Χόιερ, που υπηρέτησε στη Μαλακάσα.
Αυτόπτες μάρτυρες και συγγενείς των εκτελεσθέντων θυμούνται την «μαύρη» Πρωτομαγιά του 1944 που η Αθήνα σιώπησε. Από την Καισαριανή ακούγονταν οι πυροβολισμοί των Γερμανών προς στον τοίχο του Σκοπευτηρίου. Εκεί όπου ανά εικοσάδες οι αντιστασιακοί άφηναν την τελευταία τους πνοή, περήφανοι, με τις γροθιές τους ψηλά και τα μάτια τους κατάματα στον θάνατο.
Μιλώντας στην εκπομπή Live News, ο φωτορεπόρτερ του Πολυτεχνείου, Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, περιέγραψε όσα έχουν χαραχτεί στη μνήμη του από την τρυφερή ηλικία των 9 ετών. Όταν χωρίς να το ξέρει βίωσε την φρίκη που «μαύρισε» τις σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
«Ήμουν 8 – 9 ετών τότε. Άνθρωποι πέθαιναν στον δρόμο επί Κατοχής, οι Γερμανοί έπαιρναν τα σώματα με καρότσια και τα έθαβαν σε ομαδικούς τάφους, αυτό είναι γνωστό. Εμείς ήμασταν μια οικογένεια με 6 παιδιά, η μάνα μου προσπαθούσε να μας κρατήσει κάθε μέρα ζωντανούς. Μας έσωσε ο Ερυθρός Σταυρός, όπου μας παρείχε πρωινό και το μεσημέρι μας τάιζαν με σούπες, κάθε μέρα πηγαίναμε εκεί. Δεν είχε κανείς δουλειά τότε, μόνο μαυραγορίτες και δωσίλογοι.
Ανεβαίναμε κάθε μέρα την λεωφόρο Καισαριανής για να πάμε σχολείο. Έτσι κάναμε και εκείνη την μέρα. Ωστόσο, οι Γερμανοί και στους δύο δρόμους είχαν στήσει πολυβόλα και δεν άφηναν κανέναν να περάσει. Εμάς μας είχαν μάθει και μας άφηναν, καμιά φορά μας έδιναν σοκολάτες, εγώ ποτέ μου δεν πήρα. Στον Ερυθρό Σταυρό, αφού πήραμε το πρωινό μας εκείνη τη μέρα, οι υπεύθυνοι μας είπαν ότι πρέπει να πάμε σπίτια μας σύντομα γιατί κάτι είχαν μάθει και δεν ήθελαν να πέσουμε σε οδομαχίες. Περάσαμε ξανά στον γυρισμό από το κέντρο της Καισαριανής.
Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε τραγούδια. Ήταν αυτά τα καμιόνια που φαίνονται σε εικόνες, τα ίδια βαγόνια σαν να τα βλέπω τώρα στα οποία οι άνθρωποι μέσα τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο. Αυτό έγινε το πρωί. Δεν ήξερα τότε ποιοι είναι και που πήγαιναν. Λίγες ώρες μετά από αυτό, στο ίδιο σημείο τα καμιόνια κινούνταν προς το κέντρο της Αθήνας, και αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση είναι ότι πίσω από τα οχήματα, έσταζε αίμα. Έβλεπα στην άσφαλτο αίμα, γιατί ήταν φορτωμένα με νεκρούς. Αυτοί οι άνθρωποι, άφησαν σαν παρακαταθήκη ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται. Η ελευθερία κατακτιέται. Δεν υπέκυψαν σε βασανιστήρια, ούτε στα μαρτύρια στις φυλακές τόσα χρόνια ούτε στον ίδιο τον θάνατο. Άφησαν τη ζωή τους με τον κεφάλι ψηλά».
Οι συγγενείς
Συγγενείς των εκτελεσθέντων, ο ένας μετά τον άλλον έρχονται να αναγνωρίζουν τα δικά τους πρόσωπα και μιλούν αποκλειστικά στο «Live News» για την συγκλονιστική στιγμή που θα αντικρύσουν τον δικό τους άνθρωπο στις φωτογραφίες στην τελευταία στιγμή του εν ζωή.
Ο Ηλίας Ρίζος, Λαμιώτης που εκτελέστηκε, είναι ένας από αυτούς που αναγνωρίστηκαν: «Εγώ έψαξα να βρω φωτογραφία της μαμάς μου με τον μακαρίτη, αν και δεν μπορώ να τον πω μακαρίτη, ήρωα θα τον πω, αλλά δεν μπορώ να βρω φωτογραφία γιατί όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι μας στον Άγιο Λουκά, εκεί που πιάσανε και τον Ηλία, οι άνθρωποι κοιτάξανε να σώσουν τη ζωή τους.
Η μητέρα μου ήταν μακρινή συγγενής του. Ξέρω ότι η μητέρα μου, μου είχε περιγράψει όταν ζούσε, έχει πεθάνει το 2005 η μητέρα μου, τον Ηλία σαν έναν μικρότερο ανιψιό του παππού Δημήτρη τον οποίο φιλοξενούσαμε στο σπίτι μας στον Άγιο Λουκά στη Λαμία και ήταν αρτεργάτης σε μία μικρή βιοτεχνία με ζυμαρικά που είχαμε εμείς στην περιοχή του Αγίου Λουκά.
Όταν πιάσανε τον θείο μου τον Λεωνίδα τον Παλιό οι Ιταλοί μετά από ‘καρφωτή’ Ελλήνων σε εισαγωγικά, η μπούκα αυτή που έγινε, έγινε στην βιοτεχνία που είχαμε, σε αυτήν τη βιοτεχνία συνελήφθη και ο Ηλίας. Ήταν όταν τον πιάσανε άκλειστα 16 ετών. Το αγοράκι αυτό το πιάσανε όπως πιάνανε όλους τους άντρες πάνω από τα 14. Ήξερε ότι φεύγοντας από αυτόν τον κόσμο αφήνει την μαγιά ώστε ο κόσμος αυτός να γίνει καλύτερος, αυτό πίστευε και αυτό πιστεύουν σε αυτό το κόμμα», είπε η ανιψιά του.
Σε ακόμα μία φωτογραφία φαίνεται να αναγνωρίζεται ο Δημήτρης Παπαδόπουλος, ποντιακής καταγωγής, που περιγράφεται ως ένας από τους παλαιότερους αγωνιστές του κλάδου των οικοδόμων. Συνελήφθη το 1936 από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και το 1941 παραδόθηκε στους Γερμανούς. Εκτελέστηκε την 1η Μαΐου 1944.
Ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης, 30 ετών, καταγόταν από τον Πλατανιά Χανίων, ήταν γεωργός και γαλακτοκόμος, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Διώχθηκε κατά τη δικτατορία Μεταξά, συνελήφθη και πέρασε από φυλακές και τόπους κράτησης. Προς τιμήν του έχει δοθεί το όνομά του σε δρόμο στα Χανιά. Ο εγγονός του είχε μιλήσει το Live News την Τρίτη (17.02.2026), ενώ μίλησε και ο προπονητής μπάσκετ Γιώργος Καλαφατάκης, ανιψιός του θύματος που ταυτοποιήθηκε.
Περιγραφή Γιάννη Βόγλη
Ο γνωστός ηθοποιός Γιάννης Βόγλης σε τρυφερή ηλικία έζησε την φρίκη. Η περιγραφή του καθηλώνει: «Θα πω μία πραγματική ιστορία. Μικρός μεγάλωσα στον Βύρωνα, σε ένα ύψωμα. Εκεί ακούγαμε κάθε μέρα τα μυδράλια από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και από τις ριπές υπολογίζαμε περίπου πόσες ήταν οι εκτελέσεις. Την Κυριακή την 1η του Μάη του 1944, έγινε η μεγάλη εκτέλεση των 200. Αυτή η εκτέλεση κράτησε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα. Όλος ο κόσμος ήταν στις πόρτες και στα παράθυρα. Νεκρική σιγή. Δεν μιλούσε κανείς.
Κάποτε τα μυδράλια σταμάτησαν. Προς στο σούρουπο, από κάτω στον δρόμο φάνηκαν κάποιες μικρές φλογίτσες που ανέβαιναν. Όσο η πορεία ανέβαινε πλήθαινε, γιατί ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του και ακολουθούσε. Κρατούσαν μικρά δαδιά. Τότε δεν υπήρχαν κεριά. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Φτάσαμε σ’ ένα πλάτωμα που ήταν ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Από όλους τους δρόμους ερχόταν κόσμος με δαδιά αναμμένα. Εκεί σιωπηλά γονατίσαμε και με σκυφτό το κεφάλι, ψάλλαμε το ‘Πέσατε θύματα, αδέλφια μου εσείς’. Αυτή η ενότητα και αυτή η ομοψυχία που υπήρχε, ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά με το σήμερα».
Στο Σκοπευτήριο οι 200 χωρίστηκαν σε εικοσάδες για να στηθούν στον τοίχο. Δέκα φορές ακούστηκε η ομοβροντία του εκτελεστικού αποσπάσματος και δέκα φορές οι χαριστικές βολές. Τις σορούς μετέφεραν στα φορτηγά οι επόμενοι είκοσι που περίμεναν τη δική τους σειρά – πηγαίνοντας προς το απόσπασμα, όπως έχει καταγραφεί, τραγουδώντας και χορεύοντας, προσπαθώντας με τις φωνές τους να σκεπάσουν τους ήχους των όπλων.
