Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα: Ο ποιητής που δολοφονήθηκε, αλλά δεν σίγησε ποτέ

Από τη Γρανάδα στην Ελλάδα, η φωνή του παραμένει ζωντανή

   Πριν ακριβώς 90 χρόνια, στις 19 Αυγούστου 1936 σιγούσε για πάντα με μία σφαίρα από τις κάννες των τουφεκιών των στρατιωτών του πραξικοπηματία Φρανθίσκο Φράνκο, η απαράμιλλη κι ατόφια λυρική φωνή του ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Η δολοφονία του ποιητή τελέστηκε μεν στην αγαπημένη του γενέτειρα (έτσι όπως τραγουδούσε κατόπιν ο Αντόνιο Ματσάδο «το έγκλημα έγινε στη Γρανάδα, στη δική του Γρανάδα»!) και το σώμα του ετάφη στα πολυτραγουδημένα από τον ίδιον χώματα της Ανδαλουσίας, όμως τα οστά του ακόμη και σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί που και σε ποιόν από τους τόσους ομαδικούς κι ανώνυμους τάφους, που ακόμη ανακαλύπτονται στην Ισπανία βρίσκονται.

  Ο πόνος (la pena) κι ο θάνατος (σαν παντοτινός φόβος κι αναπόδραστη μοίρα του ανθρώπου) που τόσο ύμνησε σα δύο από τα βασικά θέματα της ποίησης και της δραματουργίας του ο λυρικός της Γρανάδας (γεν. 1898) τον βρήκε άνανδρα στην πιο κορυφαία στιγμή της δημιουργίας του. Η δολοφονία του Λόρκα είναι, μαζί με τον πολυαίμακτο βομβαρδισμό της Γκερνίκα, ίσως τα πιο συμβολικά γεγονότα που σημάδεψαν τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο αντίκτυπός του άνανδρου χαμού του που τόσο συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη τότε, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να συγκινεί εκατομμύρια ανθρώπους.

  Γιατί το έγκλημα αυτό δεν ήταν μία τυχαία και «παράπλευρη απώλεια». Αντανακλούσε και συνεχίζει να αντιπροσωπεύει τη σκοταδιστική ιδεολογία των εκτελεστών του, που σκόπιμα στο πρόσωπο του Λόρκα, του πρωτοπόρου ποιητή, του δηλωμένου ομοφυλόφιλου, του μαχητικού αριστερού, έβλεπαν να ενσαρκώνεται ο αντίπαλος της αντιδραστικής, καθολικής και βίαιης Ισπανίας. Αυτής που εγκατέστησε στα σκοτεινά 40 χρόνια της δικτατορίας του, βυθίζοντας τη χώρα σ' έναν μακρόχρονο τρόμο κι οπισθοδρόμηση.

  Όχι άδικα, η δολοφονία του Λόρκα, σχεδόν ταυτόχρονη με την έκρηξη της αδελφοκτόνου σύρραξης, ενέπνευσε τους ποιητές της, επίσης υπό δικτατορικό ζυγό ήδη, Πορτογαλίας κι έγινε το κατώφλι του νεο-ρεαλιστικού κινήματος στη χώρα. Ο κατεξοχήν εκπρόσωπός του Ζουακίμ Ναμοράντου, παρακινημένος από τον χαμό του Λόρκα του αφιέρωσε δύο ποιήματα της συλλογής του Aviso da Navegação (Οδηγίες προς Ναυτιλομένους), τραγουδώντας για τον ποιητή: «Ισπανία/ στη σιγή των Καθεδρικών/σεραφικά χαμόγελα της Παρθένου/-στο στόμα σου/ αίμα και χολή».

  Οι ανακαλύψεις νέων ποιημάτων του

  Κι εάν δεν υπάρχει τάφος του, όπου μπορεί κάποιος ν' αποθέσει λουλούδια στη μνήμη του, τουλάχιστον παρηγοριά για το σήμερα αποτελούν οι εκάστοτε λιανές φωνές του ποιητή, που ακούγονται κάθε φορά που η φιλολογική έρευνα ανακαλύπτει κάποιο ανέκδοτο σπάραγμα, ένα υπόλοιπο του έργου του, ένα Nachlass. Όπως εκείνο που πρόσφατα έφερε στο φως η πανεπιστημιακός Πέπα Μέρλο, επιβεβαιώνοντας το «εύρημα» του φανατικού θαυμαστή του Λόρκα και παραδοσιακού τραγουδιστή φλαμένκο Μιγέλ Ποβέδα, το οποίο «κρυβόταν» στην πίσω πλευρά ενός χειρόγραφου του ποιητή που είχε αποκτήσει σε μία δημοπρασία. Επρόκειτο για μία στροφή στο ποίημα «Γαζέλα της πικρής ρίζας», που δεν είχε συμπεριληφθεί στην έντυπη μορφή του (όπως εικάζεται από παράβλεψη γιατί ο ποιητής πάντοτε έγραφε άτακτα και δεν επιμελείτο τα ποιήματά του). Γραμμένη στη retro πλευρά της καλλιγραφημένης εκδοχής του η παραλλαγή τούτη λέει: «Τραγουδώ / Το ρολόι μετρά μηχανικά τις ώρες / είτε εφτά είναι, είτε δώδεκα, αδιάφορο / Εγώ δεν είμαι εδώ / Είναι το αποτύπωμα της σάρκας που άφησα φεύγοντας / Για να γνωρίζω τη θέση μου σαν επιστρέψω».

  Η αειθαλής ποιητική δύναμη του Λόρκα

  Ο Λόρκα ήταν το πρότυπο του δημιουργικού ανθρώπου και της καλλιτεχνικής ευαισθησίας. Καλλιέργησε όχι μόνον την ποίηση--υπήρξε μαζί με τους Χουάν Ραμόν κι Αντίνιο Ματσάδο και Ραφαέλ Αλβέρτι ένας από τους πρωτοπόρους της Γενιάς του ‘27, που εισήγαγε την ισπανική σχολή στον μοντερνισμό και τον σουρεαλισμό. Ήταν ένας από τους ανανεωτές του θεάτρου, διέπρεψε στη μουσική και το σχέδιο. Ήταν επιστήθιος φίλος των Σαλβαδόρ Νταλί και Λουΐς Μπουνιουέλ, που αμοιβαία αλληλοεμπνέονταν, αρυόμενοι ο ένας από το ταλέντο του άλλου, εικόνες, θέματα και τρόπους έκφρασης. Ο Λόρκα ξεκίνησε το 1918 ως ένας ακραιφνής μοντερνιστής, βαθμιαία όμως κι ερχόμενος σε επαφή με το παραδοσιακό τραγούδι της Ανδαλουσίας, βρήκε στη λαϊκή ψυχή την ανταπόκριση της δικής του ιδιοφυούς έμπνευσης (το el duende, όπως το αποκαλούσε).

  Με αποκορύφωμα το «Ρομανθέρο Χιτάνο», ο Λόρκα μεταμόρφωσε τα λαϊκά μοτίβα, πλαισιώνοντάς τα στη δική του, ιδιαίτερη, λυρική φωνή και στις αισθητικές του αποβλέψεις. Απομακρύνθηκε αισθητά από τις προηγούμενες, ηθογραφικές και νατουραλιστικές προσεγγίσεις στην παράδοση και τη λαϊκή έκφραση του 19ου αιώνα. Με την τολμηρή χρήση των μεταφορών και τη σκληρή ψυχολογική αποτύπωση στην περιγραφή των εικόνων και των χαρακτήρων του, όχι μόνο όσον αφορά τα φυσικά τους χαρακτηριστικά (πχ moreno de verde luna, πρασινοφέγγαρα μελαχρινός), αλλά και τις ηθικές τους αξίες, ο Λόρκα εξύψωσε σε ψυχικά ραφινάτους και ήρωες όχι μόνο τους μέσους λαϊκούς ανθρώπους, αλλά και τους άκληρους ξωμάχους ή τους περιθωριοποιημένους τσιγγάνους. Άλλωστε, όπως διατράνωνε ο ίδιος: «Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν».

  Η πρωτοτυπία του Λόρκα εντοπίζεται στην επιτυχημένη προσωποποίηση των στοιχείων που δανείζεται από τα μοτίβα της παράδοσης και το δημοτικό τραγούδι εμποτίζοντάς τα κι εντάσσοντάς τα σε ένα νέο καμβά, μέσα από μία σειρά από υφολογικές πρωτοτυπίες και τολμηρά εκφραστικά σχήματα, που μετασχηματίζουν και «ανθρωποποιούν τη φύση ή φυσικοποιούν τα ανθρώπινα». Ο Λόρκα δρα εντελώς διαλεκτικά, στηριζόμενος στις αρχές αυτές καθαυτές του «κόσμου» που πλησιάζει, δεν τον υποτάσσει στη δική του έμπνευση, αλλά πάνω τους οικοδομεί και μαζί με τα υλικά του αναπτύσσει το δικό του δημιούργημα σε μία ολότελα νέα μορφή.

  Ο Λόρκα κι η Ελλάδα

  Η επίδραση του έργου του Λόρκα στάθηκε καταλυτική και για την ελληνική ποίηση. Αρχίζοντας από τη Γενιά του ‘30, πράγμα φυσικό καθώς, όπως σε όλες τις πρωτοπορίες, οι εραστές του στίχου αναζητούν να αντιτάξουν τη δική της γενεαλογία και το δημιουργικό τους Σύμπαν στα αποστεωμένα πρότυπα του προηγούμενου μοντέλου. Η ολοφώτεινη Ανδαλουσία του Λόρκα, γίνηκε το τοπίο, γλαυκό του ουρανού, λευκό των σπιτιών και η αψιά πέτρα του Αιγαίου στον Ελύτη (με αποκορύφωμα τα εντελώς λορκικού χαρακτήρα «Ρω του Έρωτα»), το τραχύ τοπίο των Λιανοτράγουδων του Ρίτσου-όπου η δημώδης παράδοση κι η φύση αποθεώνονται μέσα από την απρόσμενη κι αντιφατική σουρεαλιστική μεταφορά.

  Στη δε πρώτη μεταπολεμική γενιά, μέσα στο σκληρό μετεμφυλιακό κλίμα, η λυρική μέθοδος κι η λαϊκή θεματολογία του Λόρκα έγινε μία μετωνυμία και μία διέξοδος για να παρακαμφθεί η όποια λογοκρισία. Πλήθος ποιητικές συλλογές με "ισπανικά" ηχοχρώματα είχαν τυπωθεί: όπως τα «Άσματα του Μανθανάρες» του Τ. Παππά, με έναν τίτλο που πέρα από τον ποταμό που διασχίζει τη Μαδρίτη, παρέπεμπε και στην περιβόητη μάχη στα περίχωρα της ισπανικής πρωτεύουσας κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο. Το ποίημα για τον Λόρκα του Νίκου Καββαδία, δε, μένει χιλιοτραγουδισμένο σε πολλά χείλη.

  Παράλληλα, χάρις στον Κ. Κουν κι άλλους η αποδοχή που απολαμβάνουν τα θεατρικά έργα του Λόρκα στην Ελλάδα, μέσα δε κι από τις απεμπολές μελοποιήσεις των χορικών τους από τους Μ. Χατζιδάκι, Μ. Θεοδωράκη, Χ. Λεοντή, Μ. Γλέζο, Ν. Μαμαγάκη, δεν μετράται μόνο με τη μεγάλη απήχηση κι επιτυχία που είχαν επί σκηνής. Χαρακτήρες όπως αυτοί στη Γέρμα, τον Ματωμένο Γάμο, μοιάζουν να ξεπηδούν από την ελληνική ύπαιθρο και παράδοση και δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως τα έργα του Λόρκα μιλούν στην καρδιά του Έλληνα σάμπως να ήταν γραμμένα κι αναφέρονται στην πατρίδα μας και τον λαό της κι όχι για την Ανδαλουσία, που αγάπησε κι υμνεί.

  Η μνήμη του Λόρκα, 90 χρόνια μετά τη φρικαλέα εκτέλεσή του, εξακολουθεί να εμπνέει, όπως κι οι πάντα επίκαιροι κι αστείρευτη από πρωτοτυπία στίχοι του. Ίσως δεν υπάρχει καλλίτερο αντίο στον ποιητή, από τα λόγια του φίλου και συνοδοιπόρου του Λουΐς Θερνούδα, που αφιέρωσε στη μνήμη του ένα μακρύ ποίημα, το «Σε έναν νεκρό ποιητή» (Φ.Γκ. Λ) [A UN POETA MUERTO (F.G.L.)].

  (...)

  «Όμως πριν δεν γνώριζες

  Την πραγματικότητα τη βαθύτερη του κόσμου αυτού :

  Το μίσος, το θλιβερό μίσος των ανθρώπων,

  Που πάνω σου θέλησε να σημαδέψει

  Με το φρικαλέο ατσάλι τη νίκη του,

  Με την ύστατη αγωνία σου

  Κάτω από το φως το ήσυχο της Γρανάδας,

  Μακριά ανάμεσα σε κυπαρίσσια και δάφνες,

  Και ανάμεσα στους δικούς σου ανθρώπους

  «Και από τα ίδια χέρια

  Που μια μέρα δουλικά σε κολάκευαν.

  Για τον ποιητή ο θάνατος είναι η νίκη·

  Ένας άνεμος δαιμονικός τον σπρώχνει μες στη ζωή,

  Και αν μια δύναμη τυφλή

  Δίχως κατανόηση αγάπης

  Μεταμορφώνει με ένα έγκλημα

  Εσένα, τον τραγουδιστή, σε ήρωα,

  Στοχάσου αντίθετα, αδελφέ,

  Πώς ανάμεσα στη θλίψη και την περιφρόνηση

  Μια εξουσία πιο μεγαλόψυχη επιτρέπει στους φίλους σου

  Σε μια γωνιά να σαπίζουν ελεύθερα.

  (...) Ας βρει η μεγάλη σου ορμή η ξελογιασμένη

  Την αγνή αγάπη ενός έφηβου θεού

  Ανάμεσα στην πρασινάδα των ρόδων των αιώνιων·

  Επειδή αυτή η θεϊκή λαχτάρα, χαμένη εδώ στη γη,

  Ύστερα από τόση οδύνη και εγκατάλειψη,

  Με το δικό της μεγαλείο μας προειδοποιεί

  Για κάποιον νου δημιουργό απέραντο,

  Που συλλαμβάνει τον ποιητή σαν γλώσσα της δόξας του

  Και έπειτα τον παρηγορεί μέσα από τον θάνατο» 

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση