Πώς αλλάζει το μεταναστευτικό τοπίο με το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο
«Screening», fast-track άσυλο και νέα ψηφιακή επιτήρηση
Από τις 12 Ιουνίου τίθεται σταδιακά σε εφαρμογή το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, φέρνοντας σαρωτικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα οι χώρες πρώτης γραμμής όπως η Ελλάδα, θα διαχειρίζονται τις παράτυπες αφίξεις μεταναστών και προσφύγων.
Το νέο πλαίσιο βασίζεται μεταξύ άλλων, σε δύο κεντρικούς άξονες: τον υποχρεωτικό προέλεγχο (“screening”) όλων όσοι εισέρχονται παράτυπα στην ΕΕ και την επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου μέσω fast-trackσυνοριακών διαδικασιών με αυστηρά χρονοδιαγράμματα.
Η κυβέρνηση βλέπει το νέο Σύμφωνο ως μια πιο αυστηρή αλλά και πιο λειτουργική ευρωπαϊκή απάντηση στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, δίνοντας έμφαση στον έλεγχο των συνόρων, στην ταχύτερη καταγραφή και στις επιστροφές.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, έχει υποστηρίξει ότι το νέο πλαίσιο αποτελεί «ένα αναγκαίο εργαλείο προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων», επιμένοντας στον «διαχωρισμό προσφύγων και παράνομων μεταναστών» και στην ανάγκη ενίσχυσης των επιστροφών όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία. Παράλληλα, έχει τονίσει ότι η Ευρώπη «οφείλει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην αποτροπή και στην προστασία των εξωτερικών συνόρων». Εξάλλου, ιδιαίτερα αυστηρό μήνυμα για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών έστειλε ο κ. Πλεύρης, προειδοποιώντας ότι εάν η αυξημένη πίεση στα σύνορα συνεχιστεί, η κυβέρνηση είναι έτοιμη να προχωρήσει σε ακόμη σκληρότερα μέτρα. Μιλώντας στη Βουλή, με αφορμή τις αυξημένες αφίξεις στην Κρήτη, όπου μόνο σε μία ημέρα καταγράφηκαν περίπου 600 αφίξεις μεταναστών, ο υπουργός είπε ότι «εάν αυτό που συνέβη χθες δεν είναι εξαίρεση και γίνει ο κανόνας, θα πάρουμε πάρα πολύ σκληρά μέτρα, πολύ πιο σκληρά από την απλή αναστολή ασύλου». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «δεν θα επιτρέψουμε να συμβεί αυτό που έγινε το 2015 που πέρασαν 1 εκατομμύριο άνθρωποι και λιάζονταν. Η χώρα έχει σύνορα και φυλάσσονται». Ο κ. Πλεύρης συνέδεσε ευθέως τη νέα πολιτική με την πλήρη εφαρμογή του νέου Συμφώνου Μετανάστευσης από τις 12 Ιουνίου, σημειώνοντας ότι όσοι έχουν πιθανότητες να λάβουν άσυλο θα μεταφέρονται σε ανοιχτές δομές, ενώ οι υπόλοιποι θα παραμένουν σε κλειστές δομές υπό κράτηση, με εξέταση του αιτήματός τους εντός 12 εβδομάδων και επιστροφή σε περίπτωση απόρριψης.
Το υποχρεωτικό screening στα σύνορα
Το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο του νέου Συμφώνου αφορά τον υποχρεωτικό προέλεγχο όλων των παράτυπα εισερχόμενων μεταναστών και προσφύγων πριν ακόμη θεωρηθεί ότι έχουν εισέλθει κανονικά στην ευρωπαϊκή επικράτεια.
Στο στάδιο αυτό, θα πραγματοποιείται εξακρίβωση ταυτότητας, λήψη βιομετρικών δεδομένων, έλεγχος ασφαλείας, υγειονομικός έλεγχος και διασταύρωση στοιχείων με ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων. Κεντρικό ρόλο αποκτά το νέο Eurodac, το οποίο επεκτείνεται σημαντικά, επιτρέποντας ευρύτερη συλλογή βιομετρικών στοιχείων και ενισχυμένη παρακολούθηση μετακινήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Διοικητής της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του EUAA, Μάριος Καλέας, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, εκτιμά ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
«Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει κάνει μια πολύ σημαντική μετάβαση από ένα αποσπασματικό μοντέλο διαχείρισης μεταναστευτικών ροών σε ένα πιο οργανωμένο και επιχειρησιακά δομημένο σύστημα υποδοχής, ταυτοποίησης και ελέγχου», δηλώνει. Όπως σημειώνει, το νέο screening «δεν ξεκινά από το μηδέν, αλλά έρχεται να “κουμπώσει” πάνω σε υπάρχουσες υποδομές, τεχνογνωσία και ψηφιακά εργαλεία που ήδη λειτουργούν στα εθνικά μας σύνορα, που είναι και ευρωπαϊκά».
Ο ίδιος αναγνωρίζει πάντως ότι η εφαρμογή του νέου μηχανισμού δεν αποτελεί μια απλή διαδικασία.
«Η πλήρης εφαρμογή από τις 12 Ιουνίου ενός τόσο απαιτητικού ευρωπαϊκού μηχανισμού δεν είναι μια απλή διοικητική άσκηση. Απαιτεί επιπλέον προσωπικό, διαλειτουργικά πληροφοριακά συστήματα, συνεχή εκπαίδευση και στενή συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων Αρχών από την Αστυνομία και το Λιμενικό μέχρι τις Υπηρεσίες Ασύλου, Πρώτης Υποδοχής και τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες όπως ο Frontex και το EUAA», τονίζει.
Κατά τον ίδιο, η βασική δυσκολία δεν αφορά απλώς την καταγραφή των αφίξεων αλλά την ταχύτητα και την αξιοπιστία του μηχανισμού.
«Η πραγματική πρόκληση εν προκειμένω δεν είναι αυτή καθαυτή η καταγραφή και το screening των αφίξεων, αλλά η ταχύτητα και η αξιοπιστία της διαδικασίας. Να μπορεί, με άλλα λόγια, το κράτος μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες να γνωρίζει ποιος εισέρχεται, από πού προέρχεται, αν είναι ευάλωτος, αν δικαιούται διεθνή προστασία ή αν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφαλείας ή δημόσιας τάξης», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο κ. Καλέας υπογραμμίζει ακόμη ότι η επιτυχία του νέου πλαισίου δεν θα εξαρτηθεί μόνο από την ελληνική προετοιμασία αλλά και από τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις χώρες πρώτης γραμμής.
«Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σαφώς σε καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, η επιτυχία του νέου πλαισίου θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσο η Ευρώπη θα στηρίξει έμπρακτα τις χώρες πρώτης γραμμής, όχι μόνο θεωρητικά με δηλώσεις, αλλά και με πόρους, προσωπικό και πραγματική κατανομή ευθύνης», επισημαίνει.
Fast-track άσυλο και αποφάσεις εντός 12 εβδομάδων
Το δεύτερο κρίσιμο σκέλος του Συμφώνου αφορά την επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου, με στόχο να περιοριστούν οι πολυετείς εκκρεμότητες που χαρακτήριζαν επί χρόνια το ευρωπαϊκό σύστημα.
Το νέο πλαίσιο προβλέπει συνοριακές διαδικασίες ταχείας αξιολόγησης, αυστηρά χρονοδιαγράμματα, γρηγορότερη απόρριψη αιτήσεων που θεωρούνται προδήλως αβάσιμες και ειδική αντιμετώπιση αιτούντων από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης ασύλου.
Στην πράξη, πολλές αιτήσεις θα εξετάζονται ενώ οι αιτούντες παραμένουν σε κλειστές ή ελεγχόμενες δομές κοντά στα σύνορα, χωρίς άμεση μεταφορά στην ενδοχώρα. Ο Μάριος Καλέας σημειώνει ότι η βασική λογική του νέου συστήματος είναι η «γρήγορη πρώτη κρίση» ήδη από τα σύνορα.
«Αυτό που αλλάζει ουσιαστικά, είναι ότι το νέο Σύμφωνο επιχειρεί να μεταφέρει τη λογική της “γρήγορης πρώτης κρίσης” ήδη από τα σύνορα. Στόχος είναι να περιοριστούν οι πολυετείς εκκρεμότητες και να υπάρχει πιο άμεση εικόνα για το ποιος δικαιούται προστασία και ποιος όχι», δηλώνει.
Όπως εξηγεί, για τον αιτούντα άσυλο αυτό σημαίνει ότι «οι διαδικασίες γίνονται πιο σύντομες, πιο συγκεντρωμένες και με αυστηρότερα χρονοδιαγράμματα» Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι «η φιλοσοφία του νέου συστήματος είναι ότι η αβεβαιότητα δεν ωφελεί κανέναν. Ούτε τον άνθρωπο που χρήζει προστασίας, ούτε τα κράτη που καλούνται να διαχειριστούν μεγάλες πιέσεις στα σύνορά τους». Ο ίδιος επιμένει ότι η επιτάχυνση των διαδικασιών δεν πρέπει να οδηγήσει σε πρόχειρες αποφάσεις.
«Το κρίσιμο, όμως, είναι η επιτάχυνση να μην γίνει εις βάρος της ουσίας. Η ταχύτητα είναι σημαντική, αλλά η αξιοπιστία της απόφασης είναι εξίσου απαραίτητη. Ένα λειτουργικό σύστημα ασύλου πρέπει να είναι ταυτόχρονα γρήγορο, δίκαιο και νομικά ασφαλές. Απαιτείται δηλαδή ένας συγκερασμός ταχύτητας και αξιοπιστίας των διαδικασιών», τονίζει.
Οι ανησυχίες για «τυποποιημένες» απορρίψεις
Το νέο Σύμφωνο έχει ήδη προκαλέσει έντονες συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και νομικούς φορείς να εκφράζουν ανησυχίες ότι η πίεση χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε βιαστικές ή «τυποποιημένες» απορρίψεις αιτήσεων ασύλου.
Ο Μάριος Καλέας αναγνωρίζει ότι πρόκειται για έναν προβληματισμό που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη. «Είναι μια συζήτηση που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη και είναι απολύτως θεμιτό να τίθεται. Όταν οι διαδικασίες γίνονται πιο γρήγορες, εύλογα γεννάται το ερώτημα αν μπορεί να χαθεί η εξατομικευμένη κρίση κάθε υπόθεσης», δηλώνει.
Απορρίπτει, ωστόσο, το ενδεχόμενο επιστροφής σε ένα μοντέλο μακροχρόνιων καθυστερήσεων. «Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να είναι η επιστροφή σε ένα αργό και δυσλειτουργικό σύστημα που παράγει τεράστιες καθυστερήσεις και τελικά υπονομεύει την ίδια την αξιοπιστία του ασύλου. Το ζητούμενο είναι να συνδυαστεί η ταχύτητα με τις θεσμικές εγγυήσεις», σημειώνει.
Όπως υπογραμμίζει, «κάθε αίτηση εξακολουθεί να εξετάζεται ατομικά, με βάση το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, το προσωπικό ιστορικό του αιτούντος και τις πραγματικές συνθήκες στη χώρα προέλευσης».
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι «υπάρχουν δικλείδες όπως η δυνατότητα προσφυγής, η νομική συνδρομή και ο δικαστικός έλεγχος».
«Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η Ευρώπη προσπαθεί να περάσει από μια εποχή “διαχείρισης κρίσης” σε ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο σύστημα. Αυτό απαιτεί πιο γρήγορες αποφάσεις, αλλά όχι πρόχειρες αποφάσεις. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου είναι το πραγματικό στοίχημα», τονίζει.
Το νέο Eurodac και τα βιομετρικά δεδομένα
Σημαντικές αλλαγές φέρνει και η νέα μορφή του Eurodac, το οποίο θα λειτουργεί ως ο βασικός ευρωπαϊκός μηχανισμός καταγραφής και παρακολούθησης αφίξεων. Ο Μάριος Καλέας χαρακτηρίζει το νέο Eurodac «τον ψηφιακό πυρήνα του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου διαχείρισης μετανάστευσης και ασύλου».
Όπως εξηγεί, «η βασική αλλαγή είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει πλέον πιο ακριβή και πιο διαλειτουργική καταγραφή των αφίξεων, ώστε να γνωρίζει καλύτερα ποιος εισέρχεται, πού καταγράφεται και πώς μετακινείται εντός του ευρωπαϊκού χώρου». Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει «ενίσχυση των υποδομών καταγραφής στα σημεία πρώτης υποδοχής, εκτενέστερη χρήση βιομετρικών δεδομένων και διασύνδεση με ευρωπαϊκές βάσεις ασφαλείας και ταυτοποίησης».
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η διεύρυνση της χρήσης βιομετρικών δεδομένων εγείρει σοβαρά ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.
«Η χρήση τόσο ευαίσθητων δεδομένων δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η πρόσβαση στα στοιχεία αυτά είναι διαβαθμισμένη, καταγράφεται ηλεκτρονικά, υπόκειται σε ελέγχους και περιορίζεται αποκλειστικά για συγκεκριμένους σκοπούς που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία», σημειώνει.
Και προσθέτει: «Η μεγάλη πρόκληση για όλα τα κράτη μέλη είναι να βρουν τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και στα ατομικά δικαιώματα. Στη σημερινή εποχή, η αποτελεσματική διαχείριση των συνόρων περνά αναπόφευκτα μέσα από την τεχνολογία -- αλλά η τεχνολογία πρέπει πάντα να λειτουργεί μέσα σε ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο».
Η πίεση στις χώρες πρώτης γραμμής
Παρά τις αλλαγές που εισάγει το νέο Σύμφωνο, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο θα υπάρξει πραγματική ανακατανομή βαρών μεταξύ των κρατών-μελών. Ο Μάριος Καλέας χαρακτηρίζει το νέο Σύμφωνο «την πιο σοβαρή προσπάθεια των τελευταίων ετών να υπάρξει ένας κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός διαχείρισης της παράνομης μετανάστευσης».
«Για πρώτη φορά επιχειρείται να συνδεθεί η ευθύνη προστασίας των εξωτερικών συνόρων με μια μορφή υποχρεωτικής ευρωπαϊκής αλληλεγγύης», σημειώνει.
Ωστόσο, εμφανίζεται ρεαλιστής για τις ανισορροπίες που παραμένουν. «Η γεωγραφία δεν αλλάζει. Η Ελλάδα, η Κύπρος, η Μάλτα, η Ιταλία και η Ισπανία θα συνεχίσουν να δέχονται την πρώτη και μεγαλύτερη πίεση, ακριβώς επειδή αποτελούν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης», δηλώνει.
Κατά τον ίδιο, το βασικό ερώτημα είναι «αν το νέο πλαίσιο θα μετατρέψει αυτή την πίεση σε πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη».
«Δηλαδή, αν οι υπόλοιπες χώρες θα συμβάλουν ουσιαστικά κυρίως μέσω μετεγκαταστάσεων και δευτερευόντως μέσω οικονομικής στήριξης ή επιχειρησιακής συνδρομής», εξηγεί.
«Η αλήθεια είναι ότι το νέο Σύμφωνο δεν λύνει μαγικά όλες τις ανισορροπίες ούτε πρόκειται για ένα πλαίσιο που θεραπεύει από μόνο του όλες τις παθογένειες και δομικές αδυναμίες του ευρωπαϊκού μεταναστευτικού οικοδομήματος. Δημιουργεί όμως, ένα πιο σταθερό και πιο προβλέψιμο πλαίσιο από αυτό που υπήρχε μέχρι σήμερα. Και αυτό, σε ένα τόσο σύνθετο και ευαίσθητο ζήτημα όπως η διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης, είναι ήδη ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός», καταλήγει ο κ. Καλέας.
- Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων
- Κιλκίς: Παρίστανε τον συμβολαιογράφο και άρπαξε 50.000 ευρώ από 74χρονη
- Κοινωνικός Τουρισμός 2026: Πού μπορεί να χρησιμοποιηθεί το voucher
