Ξέρεις πόσο γρήγορα φεύγει ο χρόνος όταν γερνάς και πώς φαίνεται;

Ξέρεις πόσο γρήγορα φεύγει ο χρόνος όταν γερνάς και πώς φαίνεται;

Και ποιος δεν έχει διαβάσει την «Λωξάνδρα», την εκπληκτική μαγείρισσα, της Μαρίας Ιορδανίδου.

«Γιατί να υπάρχει τέτοια ανισότητα, τέτοια σκληρότητα, τέτοια απανθρωπιά; Ποιος φταίει; Και τι κάνει επιτέλους αυτός ο πανάγαθος Πλάστης που στέκεται και σεργιανά αυτή την ασυναρτησία που δημιούργησε;» “Σαν τα τρελά πουλιά ”

Και ποιος δεν έχει διαβάσει την «Λωξάνδρα», την εκπληκτική μαγείρισσα, της Μαρίας Ιορδανίδου. Αναμνήσεις της γιαγιάς της, ήθη και έθιμα μιας εποχής που σφράγισε στο πέρασμα της όλους τους Έλληνες της Πόλης και που η ίδια η κυρά Μαρίκα, όπως την αποκαλούσαν, οι φίλοι και οι γνωστοί της, άρχισε να γράφει στα 65 της χρόνια. Η ίδια δεν θεώρησε ποτέ τον εαυτό της συγγραφέα και γελούσε με όποιον την αποκαλούσε έτσι ωστόσο μέχρι το θάνατό της στις 6 Νοεμβρίου 1989 είχε εκδώσει άλλα τρία βιβλία που κοσμούν την ελληνική λογοτεχνία. Η «Λωξάνδρα» έχει κάνει παραπάνω από 60 εκδόσεις και περίπου 600.000 υπολογίζονται οι άνθρωποι που την έχουν διαβάσει. Το βιβλίο μεταφέρθηκε σε σήριαλ στην ελληνική τηλεόραση που έσπασε κάθε ρεκόρ για την εποχή του με πρωταγωνίστρια την Μπέτυ  Βαλάση. Ήταν το τελευταίο ασπρόμαυρο σίριαλ της ΕΡΤ και ένα από τα ελάχιστα που έχουν διασωθεί ακέραια.

iordanidou

Η Μαρία Ιορδανίδου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897, κόρη του Υδραίου Νικολάκη Κριεζή, μηχανικού του εμπορικού ναυτικού και της Πολίτισσας Ευφροσύνης Μάγκου. Ήλθε για λίγο στον Πειραιά για να επιστρέψει πάλι στην Κωνσταντινούπολη όπου και φοίτησε στο Αμερικάνικο Κολέγιο. Το 1914 βρέθηκε στο Βατούμ της τέως Ρωσικής Αυτοκρατορίας καλεσμένη από ένα θείο της για διακοπές αλλά αποκλείστηκε εκεί με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και την Οκτωβριανή Επανάσταση στη συνέχεια. Έμεινε πέντε χρόνια στη Ρωσία και σ΄αυτό το διάστημα φοίτησε στο γυμνάσιο της Σεβαστουπόλεως.

Το 1919 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε σε αμερικανική εμπορική εταιρεία. Το 1920 πήρε μετάθεση για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους, έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Αιγύπτου και το 1923 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη, καθηγητή στο «Βικτόρια Κόλετζ». Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε με το σύζυγο και τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1931 χώρισε από τον Ιορδανίδη, με τον οποίο είχε στο μεταξύ αποκτήσει δυο παιδιά. Το 1939 απολύθηκε από την πρεσβεία και ξανάρχισε να ασχολείται με τα μαθήματα ξένων γλωσσών. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής καταστράφηκε το σπίτι της και η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα.

Εξαιτίας των συνθηκών της ζωής της η Ιορδανίδου απέκτησε μεγάλη γλωσσομάθεια και εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος.  Η Λωξάντρα που εκδόθηκε το 1962 για πρώτη φορά,  περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια και χιούμορ τα έθιμα και τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης και βασίζεται στις αναμνήσεις της Ιορδανίδου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη ζωή της στη Ρωσία περιγράφει η Ιορδανίδου στο βιβλίο της Διακοπές στον Καύκασο (1965), ενώ στο Σαν τα τρελά πουλιά (1978) μιλά για τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κατά το Μεσοπόλεμο. Τελευταίο της έργο είναι Η αυλή μας (1981).

iordanidou

Τα έργα της γνώρισαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Βραβεύτηκε το 1978 από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με τον Χρυσό Σταυρό και το Οφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου.

Πέθανε στις 6 Νοεμβρίου του 1989 και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει πως ξεκίνησε να γράφει η Μαρία Ιορδανίδου:

«Συχνά μας έλεγε ιστορίες της Πόλης σκιαγραφώντας τη γιαγιά της, τη Λωξάντρα.

-Μαρίκα, δεν κάθεσαι να τα γράψεις όλ’ αυτά που μας ανιστοράς, της έλεγα.

-Λωλάθηκες! μου αποκρινόταν. Εγώ το μόνο που έμαθα να κάνω είναι να γράφω αιτήσεις.

-Γράψε τα όπως τα λες, κι αυτό φτάνει.

Η Μαρίκα τίποτα. Αμετάπειστη! Μια μέρα με παίρνει στο τηλέφωνο.

-Δημήτρη, έγραψα τη Λωξάντρα.

-Τι;

-Να, τα όσα σου ανιστορούσα για την Πόλη.

-Μπράβο, Μαρίκα.

Τι μπράβο κάθεσαι και μου λες. Κανείς εκδότης δεν το βγάζει.

-Να το τυπώσεις μόνη σου.

-Και πού θα βρεθούν τα λεφτά;

-Να δανειστείς.

Έπειτα από κάμποσο καιρό έρχεται η Μαρίκα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι. Ήταν η Λωξάντρα. Το διάβασα και συναρπάστηκα. Η αφήγησή της ή, πιο σωστά, ο τρόπος που ζωντάνευε τα περασμένα, ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου.

Ύστερα από δυο μήνες, η Μαρίκα μου τηλεφωνά.

-Πούλησα 200 βιβλία. Έβγαλα τα μισά μου έξοδα.

-Θα τα πουλήσεις όλα, Μαρίκα.

-Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί.

Πέρασαν ακόμη λίγοι μήνες και με παίρνει στο τηλέφωνο.

-Δημήτρη, τα πούλησα όλα!»

Κι ο Δημήτρης Γκίωνης της επισκέπτεται στο σπίτι της τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει και δημοσιεύει στην Ελευθεροτυπία το 2003 το ακόλουθο κείμενο :

«Τον Ιανουάριο του 1985 μαθαίνω ότι είναι άρρωστη. Πηγαίνω να την ιδώ.Τη βρίσκω στο μικρό διαμέρισμά της στη Νέα Σμύρνη, όπου ζούσε με την κόρη της τη Νέλλη, αποστεωμένη, ανήμπορη ακόμα και να σηκωθεί, ν’ ακούσει, να μιλήσει.

- Εγώ τώρα αποχαιρετάω, λέει κάποια στιγμή.

- Τι αποχαιρετάτε;

- Τα χρόνια που έφυγαν. Ξέρεις πόσο γρήγορα φεύγει ο χρόνος όταν γερνάς και πώς φαίνεται; Πώς ήμουν πριν δύο χρόνια και πώς είμαι τώρα… Δεν μπορώ να γράψω ούτε με μαρκαδόρο… Εσένα τώρα ούτε που σε βλέπω… σαν σκιά… Και όσο πάω ακούω και πιο λίγο…

- Για πείτε μου τώρα, πώς περνάτε την ημέρα σας;

- Σφαλώ τα μάτια και πηγαίνω πίσω και ζω… Θυμούμαι τις παλιές ζωές -γιατί έχω περάσει πολλές ζωές- και ξαφνικά μια απ’ αυτές έρχεται μόνη της. Μια είμαι μωρό παιδί στα Ταταύλα, μια είμαι κοπέλα στη Ρωσία… Ζωή μια φορά…

- Πονάτε από τίποτα, υποφέρετε;

- Δεν πονώ, αλλά υποφέρω πολύ… Αυτό που μου λες, τι κάνω, τι ονειρεύομαι… Φαγιά ονειρεύομαι… Σκέφτομαι εδώ ότι τρώγω ρούσικα φαγητά, δικά μας, πολίτικα…

- Τελικά τι τρώτε;

- Λίγα, γιατί δεν έχω δόντια και δεν μπορώ να μασήξω…

Νομίζω πως την έχω κουράσει:

- Δεν θέλω να σας ταλαιπωρήσω περισσότερο. Ηρθα να ιδώ πώς είστε και χάρηκα που σας βρήκα καλά.

- Κι ώσπου να τα γράψεις δεν θα είμαι!

- Αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε για κανέναν.

Γελάει. Κάνω να φύγω.

- Τι φαγητό σε περιμένει στο σπίτι σου, ρωτάει.

- Νομίζω φασολάδα.

- Αλήθεια λες; Δύο φορές την εβδομάδα την έκανα όταν ήμουν καλά. Φάγε λίγη και για μένα!

Πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα -τον Νοέμβριο του 1989, σε ηλικία ενενήντα δύο ετών, αφού αργά αλλά σταθερά έχανε τις δυνάμεις που της είχαν απομείνει».

 

ΠΗΓΕΣ

logomnimon.wordpress.com

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ “ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Λωξάντρα , Μαρία Ιορδανίδου, εκδ. Εστία

Wikipedia.org

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ