To Speak No Evil είναι ένα θρίλερ που κορυφώνεται χάρη στον James McAvoy
Αν κάποιος σου έλεγε ότι μόλις δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία μιας δανέζικης ταινίας τρόμου θα έβγαινε ένα αμερικάνικο ριμέικ, θα τον πίστευες; Και, όμως, το Speak No Evil ήταν τόσο καλό που ο σκηνοθέτης James Watkins (Eden Lake) θεώρησε ότι μπορεί να το σερβίρει στο αγγλόφωνο κοινό του Netflix, για να το απολαύσει χωρίς υπότιτλους. Και μάλιστα αλλάζοντας ελαφρώς τον χαρακτήρα του.
Η ιστορία έχει ως εξής: Από τη μία πλευρά έχεις ένα ζευγάρι Αμερικανών (τους Daltons) που κάνουν διακοπές στην Ιταλία με την εξαιρετικά αγχώδη κόρη τους. Είναι ευκατάστατοι, ζουν στο Λονδίνο και τα δύο πράγματα που τους απασχολούν είναι η καριέρα τους και η σχέση τους. Από την άλλη πλευρά έχεις ένα ζευγάρι Βρετανών (τους Feld) που ζουν μια πιο ξέγνοιαστη, παιγνιώδη ζωή, απολαμβάνοντας χωρίς ενοχές.
Τα δύο ζευγάρια συναντιούνται και οι Feld καλούν τους Daltons στο εξοχικό τους για ένα Σαββατοκύριακο. Και εκεί που νομίζεις ότι η συνάντηση θα καταλήξει σε ανταλλαγή συντρόφων, ο Paddy Feld (James McAvoy) «αποφασίζει» να σώσει την ταινία ξεδιπλώνοντας όλο του το ταλέντο.
Η επιλογή του James McAvoy ήταν καλά μελετημένη. Ο χαρακτήρας του έχει πολλές πλευρές και ο McAvoy μπορεί να περάσει από τον θυμό στην κατανόηση και από την ειλικρίνεια στην πονηριά χωρίς να προσπαθήσει ιδιαίτερα. Ουσιαστικά αυτός είναι που στηρίζει όλο το «οικοδόμημα» του Speak No Evil και αυτή τη δυναμική του διπόλου λεία-θηρευτής. Σοβαρά τώρα, ο McAvoy είναι ένας από τους λόγους για να δεις αυτή την ταινία. Σαν ταινία, θα σου προτείναμε το original, αλλά δεν είχε τέτοιον πρωταγωνιστή.
To Speak No Evil, μάλιστα, έχει αρκετές δόσεις χιούμορ που δεν υπάρχουν στο αρχικό φιλμ και μπορεί να προκαλέσουν ανάμεικτες εντυπώσεις. Σίγουρα όμως ξεκουράζουν τον θεατή και δεν αναιρούν τίποτα από το χαρακτήρα της ταινίας που βασίζεται περισσότερο στην περισσότερο στη ψυχολογία παρά στα jump scares. Μικρές άβολες στιγμές, παράξενες συμπεριφορές και η συνεχής αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά δημιουργούν σταδιακά ένα κλίμα πίεσης.
Αρκούν όμως ο McAvoy και το χιούμορ για να δικαιολογήσουν τον χρόνο και τα χρήματα που έχουν ξοδευτεί; Αυτό είναι καθαρά θέμα προσέγγισης. Οι λάτρεις του δανέζικου noir ίσως δυσαρεστηθούν. Αλλά όσοι έχουν χολιγουντιανή «παιδεία» μπορεί να γουστάρουν περισσότερο. Είπαμε: Έλα για τον τρόμο και μείνε για τον McAvoy.
- Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο gelato και το παγωτό
- Τα σοβαρά προβλήματα υγείας που μπορεί να προκαλέσει η κακή διατροφή στους σκύλους
- Μειώνεται αργά το ψηφιακό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών




