ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Είδος πολυτελείας το μοσχαρίσιο κρέας - Η παγκόσμια κρίση που αδειάζει τα πορτοφόλια
Ένας συνδυασμός περιορισμών στην παραγωγή όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως με την ζήτηση που όλο και αυξάνει εκτοξεύουν την τιμή από ρεκόρ σε ρεκόρ
Όσοι έτυχε να επισκεφθούν τις κεντρικές αγορές, τα σούπερ μάρκετ ή τα συνοικιακά τους κρεοπωλεία για να ψωνίσουν τα απαραίτητα για το χριστουγεννιάτικο ή το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι σίγουρα θα γύρισαν στο σπίτι τους με... ίλιγγο από την τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος.
Το μοσχαρίσιο και βόειο κρέας δεν είναι συγκυριακά ακριβό. Ένας συνδυασμός περιορισμών στην παραγωγή όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως με την ζήτηση που όλο και αυξάνει εκτοξεύουν την τιμή από ρεκόρ σε ρεκόρ.
Μάλιστα, σύμφωνα με διεθνή μέσα ενημέρωσης δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμία πιθανότητα αποκλιμάκωσης των τιμών. Το φθηνό μοσχαρίσιο κρέας ενδέχεται σύντομα να γίνει ακόμη πιο δυσεύρετο στις διεθνείς αγορές, καθώς η Βραζιλία – μία από τις ελάχιστες χώρες με άφθονη παραγωγή βοοειδών τα τελευταία χρόνια – εισέρχεται σε φάση συρρίκνωσης της προσφοράς, εξέλιξη που αναμένεται να ασκήσει ανοδικές πιέσεις στις παγκόσμιες τιμές.
Μειώνεται ο ρυθμός της παραγωγής
Την προηγούμενη διετία, η ισχυρή αύξηση της παραγωγής βοδινού στη Βραζιλία τροφοδότησε σημαντική άνοδο των εξαγωγών. Τα μεγάλα κοπάδια οδήγησαν σε χαμηλότερες τιμές ζώντων ζώων σε σύγκριση με άλλες χώρες, ενθαρρύνοντας τους κτηνοτρόφους να στείλουν περισσότερα ζώα προς σφαγή. Την ίδια στιγμή, αγορές όπως οι ΗΠΑ, που αντιμετώπιζαν υψηλό κόστος τροφίμων, στράφηκαν σε φθηνότερες εισαγωγές.
Ωστόσο, ο κύκλος αυτός φαίνεται να αναστρέφεται. Η άνοδος των τιμών των μόσχων στη Βραζιλία σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης, όπου οι παραγωγοί αρχίζουν να διακρατούν περισσότερα θηλυκά ζώα προκειμένου να ανασυγκροτήσουν τα κοπάδια τους – πρακτική γνωστή ως "heifer retention". Αυτό μειώνει τον αριθμό των ζώων που οδηγούνται σε σφαγή και αποτελεί την απαρχή ενός κύκλου περιορισμένης προσφοράς.
Η έλλειψη δεν έχει καν αρχίσει
«Βγαίνουμε από τη φάση της υπερπροσφοράς και η φάση της έλλειψης δεν έχει καν ξεκινήσει», σημειώνει ο César de Castro Alves, επικεφαλής αγροτικής ανάλυσης στην Itaú BBA, εκτιμώντας ότι η περίοδος στενότητας μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια, όπως μεταδίδει το πρακτορείο Βloomberg.
Η εξέλιξη αυτή συνιστά σημαντική ανατροπή για τις παγκόσμιες αγορές βοδινού και κακή είδηση για τους καταναλωτές, καθώς η ζήτηση για πρωτεΐνη παραμένει ισχυρή.
Στις ΗΠΑ, όπου τα κοπάδια βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο δεκαετιών λόγω ξηρασίας και υψηλού κόστους ζωοτροφών, οι τιμές του κρέατος έχουν εκτοξευθεί. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει ως προτεραιότητα τη μείωσή τους, χαλαρώνοντας δασμούς και ενισχύοντας τις εισαγωγές.
Σύμφωνα με τη Datagro, οι σφαγές βοοειδών στη Βραζιλία αναμένεται να μειωθούν κατά 5,3% το επόμενο έτος, μετά από δύο χρόνια αύξησης, ενώ η Rabobank προβλέπει πτώση της συνολικής παραγωγής κατά 5%-6%. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα εκτιμάται ότι θα διατηρήσει τη θέση του μεγαλύτερου εξαγωγέα παγκοσμίως, με ρεκόρ 4,4 εκατ. τόνων.
Όπως προειδοποιούν οι αναλυτές, η ταυτόχρονη φάση ανασυγκρότησης κοπαδιών σε Βραζιλία, ΗΠΑ και Αυστραλία ενδέχεται να καταστήσει το 2026 κομβικό έτος για τις τιμές, με το μοσχαρίσιο κρέας να παραμένει ακριβό σε ένα περιβάλλον ισχυρής διεθνούς ζήτησης.
Την ίδια ώρα που η παραγωγή μοσχαρίσιου κρέατος «φρενάρει» πυροδοτώντας το σπιράλ της ακρίβειας, οι εστιάτορες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το περιθώριο κέρδους τους στις ΗΠΑ.
Γκρινιάζουν και οι εστιάτορες
Το μοσχαρίσιο κρέας αρχίζει και σπανίζει από το καθημερινό τραπέζι όλο και περισσότερων νοικοκυριών. Όμως η ακριβή τιμή του προβληματίζει και τους εστιάτορες.
Σε άρθρο της η Wall Street Journal εξηγεί γιατί ακόμη και ένας λογαριασμός 500 δολαρίων σε ένα ακριβό steakhouse στις ΗΠΑ μπορεί να αποφέρει καθαρό κέρδος μόλις 25 δολάρια. Τα περιθώρια κέρδους στην εστίαση —ακόμη και στο fine dining— είναι εξαιρετικά περιορισμένα.
Οι τιμές του κρέατος έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα για ποιοτικά κομμάτια βοδινού, ενώ το κόστος εργασίας έχει εκτοξευθεί λόγω ελλείψεων προσωπικού και υψηλότερων μισθών. Παράλληλα, τα εστιατόρια επιβαρύνονται με υψηλά ενοίκια, ενέργεια, ασφάλειες, προμήθειες, συντήρηση εξοπλισμού και απώλειες από τρόφιμα που δεν πωλούνται.
Ακόμη και όταν οι πελάτες πληρώνουν πολύ ακριβά πιάτα και κρασιά, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων απορροφάται από αυτά τα λειτουργικά κόστη. Το άρθρο καταρρίπτει την εντύπωση ότι τα ακριβά εστιατόρια έχουν μεγάλα κέρδη και δείχνει πόσο ευάλωτο είναι το επιχειρηματικό τους μοντέλο στις αυξήσεις κόστους.
Η ακρίβεια στο μοσχαρίσιο αλλάζει το ελληνικό τραπέζι
Στην Ελλάδα, οι τιμές του μοσχαρίσιου κρέατος έχουν εκτοξευθεί στα ράφια, με τον κιμά να φτάνει περίπου 12–15 ευρώ/κιλό στα σούπερ μάρκετ και συνοικιακά κρεοπωλεία, ενώ τα πιο τρυφερά κομμάτια (π.χ. σπάλα, μπριζόλα) κυμαίνονται από 17 έως και 20 ευρώ/κιλό ή και παραπάνω σε ορισμένες περιπτώσεις – πολύ υψηλότερα από ό,τι πριν ένα χρόνο, όταν οι τιμές ήταν σημαντικά χαμηλότερες (π.χ. κιμάς περίπου 8–9 ευρώ/κιλό την ίδια περίοδο πέρυσι).
Η Ελλάδα καλύπτει μεγάλο μέρος της ζήτησής της μέσω εισαγωγών, με το εγχώριο μοσχαρίσιο να αντιστοιχεί σε μικρό μόνο ποσοστό της συνολικής αγοράς με περίπου το 75% της ζήτησης να καλύπτεται από εισαγόμενα προϊόντα.
Η εξάρτηση αυτή σημαίνει ότι οι διεθνείς αυξήσεις τιμών μεταφέρονται άμεσα στους Έλληνες καταναλωτές και ενισχύουν την εγχώρια ακρίβεια. Ως αποτέλεσμα, πολλοί καταναλωτές προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στον προϋπολογισμό τους επιλέγοντας φθηνότερες πρωτεΐνες όπως κοτόπουλο ή χοιρινό, ή μειώνοντας την κατανάλωση μοσχαρίσιου για να «εκτονωθεί» το κόστος του οικογενειακού τραπεζιού, ιδίως σε περιόδους υψηλής ακρίβειας.
