ΟΟΣΑ: Η Ελλάδα αντιστρέφει το brain drain – 98.000 επέστρεψαν τη διετία 2023-2024

Μετά από χρόνια μαζικής φυγής στο εξωτερικό, η Ελλάδα βλέπει το brain drain να αλλάζει φορά

Για περισσότερα από δέκα χρόνια, η Ελλάδα κατέγραφε κυρίως την έξοδο πολιτών της προς το εξωτερικό. Νέοι επιστήμονες, εξειδικευμένοι επαγγελματίες και εργαζόμενοι αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και προοπτικές εκτός χώρας, σε ένα από τα σημαντικότερα μεταναστευτικά κύματα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Πλέον, όμως, τα στοιχεία δείχνουν ότι το σκηνικό αρχίζει να αλλάζει. Για πρώτη φορά μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, οι επιστροφές Ελλήνων πολιτών ξεπερνούν τις αναχωρήσεις, δείχνοντας ότι η χώρα περνά σταδιακά από το brain drain σε μια πρώτη φάση brain gain.

Η αλλαγή αυτή, ωστόσο, δεν θεωρείται ακόμη παγιωμένη. Οι συντάκτες της μελέτης επισημαίνουν ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο να επιστρέψουν οι Έλληνες που έφυγαν, αλλά να βρουν στην Ελλάδα τις επαγγελματικές και κοινωνικές συνθήκες που θα τους επιτρέψουν να παραμείνουν.

Το 2023 ως χρονιά-ορόσημο

Η κοινή μελέτη του ΟΟΣΑ και του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης καταγράφει σαφή αλλαγή στις μεταναστευτικές ροές των Ελλήνων πολιτών.

Το 2023 αναδεικνύεται σε χρονιά-καμπή, καθώς για πρώτη φορά από το 2009 οι επιστροφές ξεπέρασαν τις αναχωρήσεις. Η τάση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο το 2024, διευρύνοντας το θετικό ισοζύγιο.

Συνολικά, την τελευταία διετία περίπου 98.000 Έλληνες επέστρεψαν στη χώρα, ενώ περίπου 69.000 επέλεξαν να φύγουν στο εξωτερικό.

Πιο αναλυτικά, το 2023 επέστρεψαν 46.091 Έλληνες, έναντι 36.931 που αναχώρησαν. Το 2024, οι επιστροφές αυξήθηκαν στις 51.993, ενώ οι αναχωρήσεις μειώθηκαν στις 32.141.

Πρόκειται για το πρώτο συνεχόμενο διετές διάστημα με θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης.

Ποιοι επιστρέφουν στην Ελλάδα

Η μελέτη καταγράφει ότι από το 2010 έως το 2024 έφυγαν από την Ελλάδα 773.296 Έλληνες πολίτες. Την ίδια περίοδο επέστρεψαν 473.044, γεγονός που δείχνει ότι περίπου έξι στους δέκα από όσους μετανάστευσαν έχουν ήδη επαναπατριστεί.

Οι επιστροφές αυτές αφορούν σε μεγάλο βαθμό ανθρώπινο δυναμικό με σημαντικά προσόντα. Οι πρόσφατα επαναπατρισθέντες είναι, κατά κανόνα, νεότεροι και με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Πάνω από τους μισούς ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 20 έως 39 ετών, περίπου τρεις στους πέντε έχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ σχεδόν οι μισοί απασχολούνται σε επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών-μελών ως προς τις επιστροφές πολιτών της από το εξωτερικό.

Παράλληλα, το 93% της ελληνικής διασποράς παραμένει συγκεντρωμένο σε μόλις δώδεκα χώρες του ΟΟΣΑ, με βασικούς προορισμούς τη Γερμανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά.

Το στοίχημα της επανένταξης

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και μια σταδιακή μετατόπιση της ελληνικής μετανάστευσης προς πιο ενδοευρωπαϊκά πρότυπα κινητικότητας, με περισσότερους Έλληνες να κινούνται εντός της Ευρώπης.

Οι συντάκτες της μελέτης τονίζουν ότι η πρόκληση πλέον δεν περιορίζεται στην αντιστροφή του brain drain. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου πλαισίου διαχείρισης της διεθνούς κινητικότητας των Ελλήνων.

Στόχος είναι όσοι επιστρέφουν να μπορούν να εντάσσονται ταχύτερα στην αγορά εργασίας, ενώ όσοι παραμένουν στο εξωτερικό να διατηρούν ενεργούς δεσμούς με την Ελλάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΟΣΑ προτείνει τη δημιουργία ενός μόνιμου διακυβερνητικού μηχανισμού για τον συντονισμό των πολιτικών που αφορούν τη διασπορά.

Παράλληλα, προκρίνονται στοχευμένες παρεμβάσεις ανάλογα με τη χώρα διαμονής, την ηλικία, το επάγγελμα και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ομάδας.

Από την επιστροφή στη διασύνδεση
Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε δράσεις όπως το mentoring, η μεταφορά τεχνογνωσίας, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, η πρόσβαση σε διεθνή επενδυτικά δίκτυα και η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Παρά τη θετική εικόνα, η επιστροφή στην Ελλάδα δεν σημαίνει αυτόματα και ομαλή επαγγελματική ή κοινωνική επανένταξη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ποσοστό απασχόλησης των Ελλήνων που έχουν μόλις επιστρέψει διαμορφώνεται περίπου στο 46%. Μετά από πέντε χρόνια παραμονής στη χώρα, το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 72%.

Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η επανένταξη απαιτεί χρόνο, καλύτερη ενημέρωση, ταχύτερη αναγνώριση προσόντων, λιγότερη γραφειοκρατία και ουσιαστική στήριξη σε ζητήματα εργασίας, στέγασης και οικογένειας.

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το δίλημμα «φυγή ή επιστροφή».

Το νέο μοντέλο του brain circulation

Ο ΟΟΣΑ κάνει λόγο για μετάβαση στη λογική του brain circulation, δηλαδή σε ένα μοντέλο όπου η γνώση, οι δεξιότητες και η επαγγελματική εμπειρία κινούνται διαρκώς ανάμεσα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Αυτό μπορεί να γίνει είτε μέσω μόνιμου επαναπατρισμού είτε μέσα από συνεργασίες, επενδύσεις, ερευνητικά δίκτυα και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες με τη συμμετοχή της ελληνικής διασποράς.

Το θετικό ισοζύγιο των δύο τελευταίων ετών στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα ότι η εικόνα αρχίζει να μεταβάλλεται υπέρ της Ελλάδας.

Ωστόσο, οι συντάκτες της μελέτης προειδοποιούν ότι δύο θετικές χρονιές δεν αρκούν για εφησυχασμό.

Το αν το brain gain θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας και από το αν η επιστροφή στην πατρίδα θα συνοδεύεται από πραγματικές προοπτικές εξέλιξης.

Πηγή:imerisia.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση