Από την Ελλάδα και την Κρήτη στο Carnegie Hall: Ο Γιώργος Κουμεντάκης συναντά ξανά τον Καζαντζάκη
Ο Ρεθεμνιώτης συνθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μιλά στο Cretalive για τη συναυλία «Nikos Kazantzakis: An Odyssey», στη Νέα Υόρκη, τη μουσική ως οικουμενική γλώσσα και την αποδοχή της μοίρας ως μια βαθιά ενεργητική στάση ζωής
Σε μια εποχή γεμάτη «φασαρία» και περισπασμούς που συχνά μας απομακρύνουν από τα ουσιαστικά, ο Ρεθεμνιώτης Γιώργος Κουμεντάκης επιλέγει να εστιάζει σε όσα αντέχουν στον χρόνο: τη δημιουργία, την ελευθερία, τη βαθιά σχέση του ανθρώπου με τη ζωή και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα. Με αφετηρία την Κρήτη και συνομιλητή τον Νίκο Καζαντζάκη, ο συνθέτης ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης, όπου την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου η Εθνική Λυρική Σκηνή θα παρουσιάσει τη συναυλία «Nikos Kazantzakis: An Odyssey in Music».
Στο επίκεντρο της μουσικής αυτής διαδρομής βρίσκεται το Amor Fati, έργο του Κουμεντάκη που γράφτηκε με αφορμή τα 50 χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη και επιστρέφει τώρα σε μια διεθνή σκηνή, για να συναντήσει ένα νέο κοινό. Η έννοια της αποδοχής της μοίρας, όπως την προσεγγίζει ο ίδιος, απέχει πολύ από την παθητική παραίτηση. «Τη βλέπω ως μια βαθιά ενεργητική στάση απέναντι στη ζωή, μια αποδοχή όσων δεν μπορείς να αλλάξεις, διατηρώντας την ορμή που σε ωθεί να αγωνίζεσαι, να δημιουργείς και να προχωράς», εξηγεί στο Cretalive, δίνοντας στην έννοια του Amor Fati μια δύναμη που ξεπερνά τα όρια της μουσικής και αγγίζει την ίδια την καθημερινότητα.
Για τον Γιώργο Κουμεντάκη, η παρουσία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε έναν από τους σημαντικότερους συναυλιακούς χώρους του κόσμου δεν είναι απλώς ένας σταθμός διεθνούς προβολής. Είναι μια ευκαιρία να ακουστεί η Ελλάδα μέσα από την πολυφωνία της μουσικής της, να αναδειχθεί η Κρήτη όχι ως φολκλορικό στερεότυπο αλλά ως ζωντανή πολιτισμική δύναμη και να συναντηθεί η τοπική ταυτότητα με τα οικουμενικά ερωτήματα που διατρέχουν το έργο του Καζαντζάκη.
Στη συζήτησή μας με το Cretalive, ο συνθέτης μιλά για αυτή τη συνάντηση μουσικής και λογοτεχνίας, για τις κρητικές ρίζες που εξακολουθούν να τροφοδοτούν τη δημιουργία του και για την ανάγκη η τέχνη να μας αφήνει κάτι περισσότερο από μια πληροφορία: ένα συναίσθημα, ένα ερώτημα, μια επιθυμία να αναζητήσουμε βαθύτερα τον κόσμο γύρω μας.
Ολόκληρη η συνέντευξη έχει ως εξής:
Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά η παρουσία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με ένα έργο σας, στη σκηνή του Carnegie Hall και μάλιστα με μια συναυλία αφιερωμένη στον Νίκο Καζαντζάκη;
Η παρουσία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Carnegie Hall έχει για μένα μια διπλή σημασία, προσωπική και θεσμική. Από τη μια πλευρά, ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΕΛΣ, βλέπω αυτή τη συναυλία ως έναν ακόμη σταθμό στην προσπάθειά μας να κάνουμε την Εθνική Λυρική Σκηνή έναν οργανισμό με ισχυρή διεθνή παρουσία. Τα τελευταία χρόνια έχουμε θέσει στόχους που αφορούν την εξωστρέφεια, τις διεθνείς συνεργασίες και τη δυνατότητα της ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας να συνομιλεί και να στέκεται ισότιμα σε διεθνές πλαίσιο. Το Carnegie Hall αποτελεί έναν πολύ σημαντικό σταθμό αυτής της πορείας, όχι όμως έναν τελικό προορισμό. Για μένα, η αξία αυτής της εμφάνισης βρίσκεται κυρίως στο ότι η ΕΛΣ μπορεί να βρεθεί σε ένα από τα σημαντικότερα διεθνή καλλιτεχνικά κέντρα με μια πρόταση που έχει ως αφετηρία την ελληνική δημιουργία. Πέρα από το γεγονός της παρουσίας μας σε έναν εμβληματικό χώρο, είναι και μια ευκαιρία να δημιουργηθούν νέες σχέσεις, να ανοίξουν νέοι δρόμοι συνεργασίας και να αποκτήσει η ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία μεγαλύτερη διεθνή ορατότητα. Και αυτό είναι, για μένα, το ουσιαστικότερο, η διεθνής παρουσία της ΕΛΣ να μην αποτελεί μια σειρά από μεμονωμένες επιτυχίες, αλλά μέρος μιας σταθερής πορείας εξωστρέφειας και διεθνών συνεργασιών. Η πρώτη μας μεγάλη παρουσία στην Αμερική δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την οικονομική στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και την προσωπική φροντίδα της Υπουργού Λίνας Μενδώνη, την οποία ευχαριστώ από καρδιάς.
Και βεβαίως από την άλλη πλευρά, ως συνθέτης, χαίρομαι που ένα ακόμα έργο μου θα παρουσιαστεί στο Carnegie Hall και μάλιστα μέσα σε ένα πρόγραμμα αφιερωμένο στον Νίκο Καζαντζάκη. Το Amor Fati συνδέεται με μια σημαντική περίοδο της συνθετικής μου πορείας και με την αναζήτηση ενός προσωπικού τρόπου να συνομιλήσω με την παράδοση. Το γεγονός ότι το έργο αυτό συνεχίζει να ταξιδεύει τόσο μακριά από τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο γεννήθηκε, για να συναντήσει ένα νέο κοινό, είναι από μόνο του μια πολύ σημαντική εμπειρία.
Το «Amor Fati» γράφτηκε με αφορμή τα 50 χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη. Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε περισσότερο στον κόσμο του και πώς επιχειρήσατε να μεταφέρετε στη μουσική αυτή τη χαρακτηριστική καζαντζακική έννοια της αποδοχής της μοίρας;
Ο Καζαντζάκης υπήρξε για μένα ένας δημιουργός που συνδέθηκε πολύ νωρίς με τη ζωή μου, ήδη από τα παιδικά μου χρόνια. Αυτή η πρώτη προσωπική σχέση με το έργο του, δεν έπαψε ποτέ να με ακολουθεί. Αυτό που με γοήτευε και εξακολουθεί να με γοητεύει, είναι η ένταση με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, η αδιάκοπη αναζήτηση της ελευθερίας, η σχέση του ανθρώπου με τη μοίρα, αλλά και η βαθιά πνευματικότητα που διατρέχει το έργο του. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει βέβαια και η Κρήτη, όχι μόνο ως τόπος, αλλά ως ένας τρόπος να βλέπει κανείς τον άνθρωπο και τη ζωή.
Όταν έγραψα το Amor Fati, όπως σας προανέφερα, βρισκόμουν σε μια σημαντική καμπή της δικής μου συνθετικής πορείας, διερευνώντας τρόπους με τους οποίους η παράδοση μπορεί να ενσωματωθεί οργανικά μέσα στη σύγχρονη μουσική γλώσσα . Ο Καζαντζάκης ήταν λοιπόν, ένας ιδανικός συνομιλητής, ένα ιδανικό πρότυπο, καθώς η δική του σχέση με την παράδοση δεν ήταν ποτέ στατική, αλλά μια σχέση στραμμένη προς το οικουμενικό, παρά το γεγονός πως οι ρίζες της ήταν βαθιά μέσα στη γη της Κρήτης.
Η έννοια του Amor Fati, η οποία ενέχει την αποδοχή της μοίρας, με ενδιέφερε ακριβώς επειδή δεν αντιλαμβάνομαι αυτή την αποδοχή ως μια παθητική παραίτηση απέναντι σε ό,τι μας συμβαίνει. Αντίθετα, τη βλέπω ως μια βαθιά ενεργητική στάση απέναντι στη ζωή, μια αποδοχή όσων δεν μπορείς να αλλάξεις, διατηρώντας την ορμή που σε ωθεί να αγωνίζεσαι, να δημιουργείς και να προχωράς. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην αποδοχή και στην εσωτερική αντίσταση, ανάμεσα στη μοίρα και στην ελευθερία, ήταν οι κατευθυντήριες γραμμές του έργου μου. Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγο, δεν θέλησα να «εικονογραφήσω» μουσικά τον Καζαντζάκη, αλλά με ενδιέφερε περισσότερο να δημιουργήσω έναν ηχητικό κόσμο που να συνομιλεί με τον δικό του πνευματικό κόσμο.
Το Amor Fati επομένως, είναι για μένα μια συνάντηση με τον Καζαντζάκη. Μέσα από το έργο δεν προσπάθησα να γράψω για τον Καζαντζάκη, αλλά να βρω τον δικό μου Καζαντζάκη, δεν προσπάθησα να τον αναπαραστήσω, αλλά να τον αφήσω να μεταμορφωθεί μέσα από τη δική μου ματιά, μέσα από τη ματιά που διαμόρφωσα από τα παιδικά μου αναγνώσματα, μέσα από τη δική μου σχέση με την Κρήτη, σε συνομιλία με τη δική μου μουσική διαδρομή.
Στο Carnegie Hall θα παρουσιαστούν έργα κορυφαίων Ελλήνων συνθετών, από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη μέχρι τον Σκαλκώτα, τον Μητρόπουλο και εσάς. Τι «Ελλάδα» και τι εικόνα του ελληνικού πολιτισμού θέλετε να φτάσει στο αμερικανικό κοινό μέσα από αυτή τη μουσική διαδρομή;
Θα ήθελα πάνω απ’ όλα να φτάσει στο αμερικανικό κοινό η εικόνα μιας Ελλάδας που δεν είναι μονοδιάστατη. Μιας Ελλάδας με βαθιά και ισχυρή παράδοση, αλλά ταυτόχρονα με μια ζωντανή και διαρκώς εξελισσόμενη καλλιτεχνική δημιουργία. Νομίζω ότι αυτό είναι και το μεγάλο ενδιαφέρον αυτού του προγράμματος, ότι μέσα από διαφορετικές μουσικές γλώσσες και διαφορετικές εποχές μπορούμε να δούμε πολλές όψεις του ελληνικού πολιτισμού και διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι συνθέτες συνομίλησαν με την παράδοση και την εποχή τους. Ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Σκαλκώτας και ο Μητρόπουλος, δεν αποτελούν απλώς μια παράθεση σημαντικών Ελλήνων δημιουργών, αλλά είναι οι εκφάνσεις διαφορετικών καλλιτεχνικών διαδρομών μέσα στον ίδιο πολιτιστικό χώρο. Άλλοτε η Ελλάδα ακούγεται μέσα από τη λαϊκή και παραδοσιακή της μνήμη, άλλοτε μέσα από τη συμφωνική γραφή, άλλοτε μέσα από μια πιο σύγχρονη, εσωτερική μουσική γλώσσα. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο που θέλουμε να αναδείξουμε μέσα από αυτή την επιλογή, ότι δηλαδή ο ελληνικός πολιτισμός χαρακτηρίζεται από πολυφωνία και ότι η ελληνικότητα δεν είναι ένα παγιωμένο χαρακτηριστικό, αλλά κάτι που κάθε δημιουργός και φυσικά κάθε άνθρωπος, επαναπροσδιορίζει μέσα από τη δική του εποχή και τη δική του ματιά.
Και βέβαια, ο Καζαντζάκης λειτουργεί ως ένας πολύ σημαντικός συνδετικός κρίκος, γιατί μέσα από το έργο και την προσωπικότητά του διαφορετικές ελληνικές καλλιτεχνικές φωνές βρίσκουν έναν κοινό τόπο συνάντησης. Μέσα λοιπόν από τη μουσική που γράφτηκε με αφορμή το έργο και την προσωπικότητά του, ο θεατής μπορεί να συναντήσει την Ελλάδα όχι ως κάτι εξωτικό ή μουσειακό, αλλά ως έναν πολιτισμό που έχει τη δυνατότητα να συνομιλεί με μεγάλα και οικουμενικά ερωτήματα, όπως η ελευθερία, η πίστη, η ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτό είναι, τελικά, που θα ήθελα να αναδειχθεί, όχι μία «εικόνα» της Ελλάδας, αλλά η δυνατότητα να την ακούσει κανείς μέσα από πολλές διαφορετικές φωνές.
Ο Καζαντζάκης είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους Έλληνες παγκοσμίως, αλλά ταυτόχρονα ένας βαθιά Κρητικός δημιουργός. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να αναδειχθεί μέσα από αυτή την εμφάνιση στο Carnegie Hall η Κρήτη και η πολιτιστική της ταυτότητα;
Η Κρήτη είναι πολύ σημαντική σε αυτή τη συναυλία, όχι όμως ως ένα στοιχείο που θέλουμε απλώς να «προβάλουμε» στο αμερικανικό κοινό, αλλά ως έναν βαθύτερο πολιτισμικό τόπο που διατρέχει μεγάλο μέρος του προγράμματος, με διαφορετικούς τρόπους, συνδέοντας τους συνθέτες και τα έργα που παρουσιάζονται. Ο Καζαντζάκης, ως η κεντρική μορφή γύρω από την οποία οργανώνεται αυτή η μουσική διαδρομή, είναι ένας δημιουργός βαθιά συνδεδεμένος με την Κρήτη, αλλά ταυτόχρονα ένας δημιουργός που ξεπέρασε τα όρια του τόπου του και «μίλησε» σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Κρήτη στον Καζαντζάκη δεν είναι, επομένως, απλώς ένας τόπος καταγωγής, είναι μέρος της σκέψης, της μνήμης και της κοσμοθεωρίας του. Και αυτή η σχέση με την Κρήτη δεν περιορίζεται στον ίδιο τον Καζαντζάκη, υπάρχει με διαφορετικές μορφές και στους συνθέτες που συμμετέχουν στη συναυλία. Ο Σκαλκώτας και ο Μητρόπουλος έγραψαν έργα που συνδέονται άμεσα με το κρητικό μουσικό ιδίωμα και τον κρητικό πολιτισμό, ενώ ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης συναντούν τον κόσμο του Καζαντζάκη μέσα από τον Καπετάν Μιχάλη και τον Ζορμπά. Και βέβαια, υπάρχει και η δική μου σχέση με την Κρήτη, η οποία είναι περισσότερο προσωπική και βιωματική.
Με ενδιαφέρει όμως, να μην αντιμετωπίζουμε την Κρήτη ως ένα στερεοτυπικό ή φολκλορικό στοιχείο. Είναι ένας τόπος με μακραίωνη ιστορία, πολλές πολιτισμικές επιρροές και μια παράδοση που παραμένει ζωντανή ακριβώς επειδή μπορεί να μετασχηματίζεται. Αυτή η συνύπαρξη μνήμης και δημιουργίας είναι, για μένα, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της. Ίσως λοιπόν, η πιο ουσιαστική ανάδειξη της Κρήτης να γίνεται ακριβώς μέσα από αυτή την πολλαπλότητα, ο ίδιος τόπος μπορεί να γεννά διαφορετικές αναγνώσεις, διαφορετικές μνήμες και διαφορετικές μουσικές. Δεν υπάρχει μία και μοναδική «κρητική» φωνή, αλλά μια ζωντανή πολιτισμική συνέχεια που κάθε δημιουργός προσλαμβάνει με τον δικό του τρόπο.
Για μένα, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να «εξηγήσουμε» την Κρήτη στο αμερικανικό κοινό. Είναι να του δώσουμε την ευκαιρία να την προσεγγίσει μέσα από τη μουσική και μέσα από διαφορετικές καλλιτεχνικές γενιές. Να ακούσει κάτι από τον χαρακτήρα και την πνευματική της δύναμη, αλλά ταυτόχρονα να αντιληφθεί ότι ένας τόπος μπορεί να γίνει αφετηρία για μια δημιουργία που αποκτά οικουμενική διάσταση. Αυτό, άλλωστε, είναι και το ενδιαφέρον της συνάντησης της Κρήτης με τον Καζαντζάκη, πως κάτι βαθιά τοπικό μπορεί να αποκτήσει, μέσα από την τέχνη, οικουμενική διάσταση.
Η εμφάνιση στο Carnegie Hall αποτελεί και ένα μεγάλο βήμα εξωστρέφειας για την Εθνική Λυρική Σκηνή. Τι θα θέλατε να κρατήσει ο θεατής της Νέας Υόρκης φεύγοντας από την αίθουσα και τι θα θέλατε να έχει καταλάβει για τον Καζαντζάκη και την Ελλάδα;
Το σημαντικότερο για μένα, είναι ο θεατής να φύγει από το Carnegie Hall έχοντας πρώτα απ’ όλα βιώσει μια δυνατή μουσική εμπειρία. Η μουσική δεν χρειάζεται μετάφραση ούτε εξήγηση, μπορεί να επικοινωνήσει άμεσα με τον άνθρωπο και να δημιουργήσει συναισθήματα, εικόνες και συνειρμούς που πολλές φορές είναι διαφορετικοί για κάθε ακροατή. Άλλωστε, κάθε φορά που ένα έργο ακούγεται, αλλάζει και η σχέση μας μαζί του, γιατί αλλάζει το πλαίσιο, ο τόπος, ο χρόνος, το κοινό, οι προσωπικές αναφορές και οι αντανακλάσεις του κάθε ανθρώπου. Και αν αυτή η μουσική εμπειρία γεννήσει στον θεατή την επιθυμία να γνωρίσει καλύτερα τον Καζαντζάκη, να αναζητήσει τα έργα του ή να αναρωτηθεί περισσότερο για τον κόσμο από τον οποίο προέρχεται αυτή η μουσική, τότε θα έχει συμβεί κάτι ακόμη πιο σημαντικό.
Η συναυλία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, κατ’ αρχάς γιατί αποτελεί την πρώτη περιοδεία της Ορχήστρας μας στην Αμερική, αλλά κυρίως γιατί μέσα από αυτή θελήσαμε να παρουσιάσουμε στο κοινό της Νέας Υόρκης έργα Ελλήνων συνθετών για τον Νίκο Καζαντζάκη. Πιστεύω ακράδαντα ότι το κοινό που θα έρθει να μας ακούσει θα ανακαλύψει τον ξεχωριστό πλούτο της ελληνικής μουσικής και της ελληνικής κουλτούρας, μέσα από αυτά τα σπουδαία έργα και μέσα από τις ερμηνείες του διακεκριμένου μαέστρου μας Βασίλη Χριστόπουλου, της διεθνώς καταξιωμένης μεσοφώνου Ανίτας Ρατσβελισβίλι, και φυσικά των εξαίρετων μουσικών της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Και φυσικά για τον Καπετάν Μιχάλη, έχουμε τη χαρά να έχουμε μαζί μας και το Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις και την νεαρή υψίφωνο Μαρία Κωστράκη.
Για αυτό που είμαι βέβαιος, είναι πως δεν θα ήθελα να φύγει έχοντας απλώς μια «πληροφορία» για την Ελλάδα. Θα ήθελα να φύγει έχοντας αισθανθεί ότι γνώρισε, έστω για λίγο, έναν κόσμο που ίσως δεν γνώριζε πριν και ότι αυτή η συνάντηση μπορεί να συνεχιστεί και μετά το τέλος της συναυλίας. Αν φύγει, λοιπόν, με μια εικόνα, ένα ερώτημα, ένα αίσθημα συγκίνησης ή ακόμη και με την επιθυμία να αναζητήσει περισσότερα, τότε για μένα η συναυλία θα έχει εκπληρώσει τον σκοπό της μεγάλης τέχνης της μουσικής.
Όπως γνωρίζετε η συναυλία μας στη Νέα Υόρκη γίνεται στο πλαίσιο της επετείου των 30 ετών φιλανθρωπικής δράσης του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Και είναι σημαντικό να αναφέρω ότι χωρίς τις δωρεές του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ), ούτε η διεθνής εξωστρέφεια της Λυρικής ούτε και αυτή η πρώτη μας εμφάνιση στην Αμερική, δεν θα είχαν υλοποιηθεί. Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω και δημοσίως τον Ανδρέα Δρακόπουλο και τους συνεργάτες του για την τόσο ουσιαστική στήριξη και συμπόρευση.
- Tο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων ανοίγει την αυλαία του για 14η χρονιά
- "Η Κρήτη στο λυκόφως της οθωμανικής κατοχής. Μέσα από αρχεία του Ρωσικού Προξενείου (1860-1878)" του Μηνά Βουλγαρίδη
- Το μέλλον των Ολυμπιακών Αγώνων στο επίκεντρο βιβλιοπαρουσίασης στο Ηράκλειο




