Ηράκλειο: Β. Κρασαγάκης και Μ. Πολιτάκης - Δύο φίλοι δημιουργούν πρωτότυπο εικαστικό έργο που εντυπωσιάζει
Ο ζωγράφος Νίκος Βισκαδουράκης, η σκηνογράφος/ενδυματολόγος Άννα Μαχαιριανάκη και ο πανεπιστημιακός καθηγητής Γιώργος Νικολακάκης μιλούν στο Cretalive για το πρωτότυπο και εντυπωσιακό εικαστικό έργο των Μάνου Πολιτάκη και Βαγγέλη Κρασαγάκη
Ο κόσμος της τέχνης είναι μαγικός. Διαχρονική, πανανθρώπινη και περιεκτική εξελίχθηκε στο πέρασμα των αιώνων, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης παρουσίας στη Γη. Εν ολίγοις η τέχνη αναπτύχθηκε μαζί με τον ίδιο τον άνθρωπο και την κοινωνία του, ως αρχέγονο και ζωτικό μέσο επικοινωνίας και έκφρασης. Η τέχνη είναι η δραστηριότητα που μετουσιώνει το συναίσθημα, την ιδέα και την εμπειρία σε μια υλική, οπτική, ακουστική ή επιτελεστική μορφή, για να διεγείρει αισθήσεις, διάνοια και ψυχισμό. Η τέχνη είναι μια πανανθρώπινη γλώσσα χωρίς συντακτικό και γραμματική. Δεν είναι μόνο η αναπαράσταση του υποκειμενικά “ωραίου”, είναι πρωτίστως επικοινωνία, μήνυμα, σχόλιο, αμφισβήτηση, αντίδραση, η ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει το αποτύπωμα του στην σύγχρονή του εποχή.
Εδώ και 15 χρόνια στο Ηράκλειο εξελίσσεται ένα απολύτως πρωτότυπο καλλιτεχνικό ιδίωμα, από το οποίο έχει προκύψει ένας τεράστιος όγκος έργων εικαστικής δημιουργίας. Δομικά στοιχεία της ιδιαίτερης αυτής μορφής καλλιτεχνικής έκφρασης είναι μια πολυετής φιλία, ένα πλήθος από ετερόκλητα, ασύνδετα, παλιά αντικείμενα/αντίκες, η τέχνη της φωτογραφίας και η ευφυία ενός χιουμορίστα σχολιαστή.
Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι απλά και μόνο μια καλοδουλεμένη ασπρόμαυρη, ατμοσφαιρική φωτογραφία. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένα καυστικό, κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, που θίγει με τρόπο χιουμοριστικό και υπαινικτικό, τα κακώς κείμενα και τις “πληγές” της κοινωνίας.
Όλα ξεκίνησαν από μια φιλία
Η απαρχή όλων αυτών είναι η φιλία δύο Ηρακλειωτών και ο κοινός τρόπος σκέψης. Ο Βαγγέλης Κρασαγάκης και ο Μάνος Πολιτάκης συμβάλλουν ο καθένας από την πλευρά του για το τελικό αποτέλεσμα που μετουσιώνεται σε εικαστικό έργο με την καταλυτική συνδρομή της φωτογραφικής τέχνης.
Το “στούντιο” των δύο δημιουργών είναι ένα παλαιοπωλείο με όλο εκείνο το ετερόκλητο, απίθανο και τυχαίο πλήθος των αντικειμένων που αποτελούν τις συλλογές του. Οι αντίκες αυτές είναι που δίνουν το έναυσμα, και από παλιά “άχρηστα” ενθύμια ή κατάλοιπα του παρελθόντος μετατρέπονται σε σκηνικά αντικείμενα διατηρώντας ή ακόμη και αλλάζοντας χρήση.
Ο Βαγγέλης Κρασαγάκης από μικρό παιδί, μεγαλωμένος στην Ντάμπια στην καρδιά του Ηρακλείου, ένιωθε να ελκύεται από τα παλιά αντικείμενα τα οποία και συνέλεγε. Η αγάπη αυτή τον οδήγησε στην επαγγελματική σταδιοδρομία του αντικέρ και εκτιμητή. Ο λογιστής Μάνος Πολιτάκης, από την παιδική ηλικία είχε αποκτήσει ένα άλλο πάθος, αυτό της φωτογραφίας. Σταδιακά διαμόρφωσε το προσωπικό του εκφραστικό μέσο στην ασπρόμαυρη, ατμοσφαιρική φωτογραφία, νιώθοντας να τον ελκύει ιδιαίτερα η θεατρική πράξη. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής του έκφρασης διοχετεύεται στο έργο που παράγουν θεατρικές ομάδες του Ηρακλείου. Το ιδίωμα του Μάνου Πολιτάκη είναι αναγνωρίσιμο, πρωτότυπο και συνακόλουθα μοναδικό. Αυτό που τον χαρακτηρίζει δεν είναι η απεικόνιση της στιγμής. Το φωτογραφικό του έργο, κρύβει μηνύματα και υπαινιγμούς που διεγείρουν τη φαντασία του θεατή και τον αναγκάζουν να αναζητήσει την ερμηνεία τους.
Πριν από 15 χρόνια ο Μάνος Πολιτάκης περνώντας τακτικά από το παλαιοπωλείο του Βαγγέλη Κρασαγάκη “έβλεπε” στις συλλογές του με τα παλιά αντικείμενα πολλά “θέματα” που ερέθιζαν το κλείστρο της μηχανής του. Παρ’ όλα αυτά δίσταζε να διαβεί το κατώφλι. Η τύχη ήταν που ανέλαβε τα υπόλοιπα. Οι δύο άνδρες βρέθηκαν σε κοινή παρέα και ένας κοινός γνωστός έκανε τις τυπικές συστάσεις. Αυτό το πρώτο “χαίρω πολύ” υπήρξε η αφετηρία της πολύχρονης φιλίας τους και ταυτόχρονα της κοινής καλλιτεχνικής τους διαδρομής.
Οι "θησαυροί" του παλαιοπωλείου που γίνονται σκηνικά αντικείμενα
Ο Βαγγέλης Κρασαγάκης εντοπίζει στις ετερόκλητες συλλογές του αντικείμενα που μπορούν να γίνουν οι “πρωταγωνιστές” των εικαστικών έργων τους. Μπορεί να είναι περιοδικά από τις δεκαετίες του '50, του '60, ή του '70, κινηματογραφική μηχανή, σπιρτόκουτα ή κλειδιά, στολή δύτη με το σκάφανδρο, σκεύη και διακοσμητικά, κοσμήματα, στρατιωτικές στολές ή εξαρτήματα, πάνινο φορείο για τη μεταφορά ασθενούς, ολόκληρα ξύλινα σχολικά θρανία και χίλια δυο άλλα μικρά ή και ογκώδη αντικείμενα. Αμέσως σημαίνει δημιουργικός συναγερμός και ο Μάνος Πολιτάκης καταφτάνει για τη συνέχεια. Από κοινού καταστρώνουν το “σενάριο”, διαμορφώνουν το θέμα του κάθε έργου και γίνονται άμεσα σκηνοθέτες, σκηνογράφοι και ενδυματολόγοι. Εντοπίζεται η καταλληλότερη γωνία που θα αποτελέσει τη σκηνή, η φωτογραφική μηχανή ρυθμίζεται ανάλογα, ο Μάνος αναλαμβάνει τον ρόλο του μοντέλου/ηθοποιού και το κλικ πατά ο Βαγγέλης. Όταν ολοκληρωθεί η επεξεργασία της φωτογραφίας ο Μάνος συνθέτει το μήνυμα. Οι λεζάντες των φωτογραφιών τους, γεμάτες υπαινιγμούς, αιχμηρά σχόλια και κριτική συμπληρώνουν το κρυμμένο μήνυμα της φωτογραφίας. Τα έργα του Μάνου και του Βαγγέλη αναρτώνται στην “ανοιχτή γκαλερί” των social media με ελεύθερη πρόσβαση σε όλους, προκαλώντας εμάς τους θεατές να αποκρυπτογραφήσουμε το μήνυμα, τη σύνδεση ανάμεσα στις λέξεις της λεζάντας και το παλιό αντικείμενο που έχει χρησιμοποιηθεί.
Στο βίντεο που ακολουθεί ο Βαγγέλης Κρασαγάκης και ο Μάνος Πολιτάκης μιλούν στο Cretalive για τη φιλία και κοινό τους έργο:
Το έργο του Μάνου και του Βαγγέλη είναι γνωστό στους Ηρακλειώτες. Παρ’ όλα αυτά μέχρι σήμερα ελάχιστες είναι οι φορές που έχουν παρουσιαστεί σε εκθέσεις ή στο πλαίσιο πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ένα μικρό μέρος των φωτογραφικών πινάκων της καλλιτεχνικής παραγωγής βρίσκεται στο παλαιοπωλείο και ο κύριος όγκος του είναι αναρτημένος στα social media. Όμως, τα δημιουργήματά τους έχουν αρχίσει να ξεπερνούν τα σύνορα του Μεγάλου Κάστρου. Δημοφιλής τουριστικός οδηγός της Γαλλίας φιλοξενεί στην ύλη του πληροφορίες για την ιδιότυπη “γκαλερί” των δύο φίλων και το εικαστικό τους project. Έτσι, πολλοί είναι εκείνοι που επισκέπτονται το παλαιοπωλείο "συστημένοι" για να δουν από κοντά τα πρωτότυπα εικαστικά έργα.
Αν επιχειρούσε κανείς να κατατάξει ειδολογικά τα εικαστικά αυτά δημιουργήματα, θα έλεγε ότι αναμφισβήτητα εντάσσονται στα ρεύματα της πρωτοπορίας και κυρίως στον σουρεαλισμό. Παράλληλα, όμως, το καυστικό σχόλιο που συνοδεύει την κάθε φωτογραφία, θα μπορούσε να παραπέμψει στην κοινωνικοπολιτική λειτουργία που επιτελούσε μέσω της τέχνης η παράδοση της γελοιογραφίας στον ελληνικό Τύπο σε παρελθούσες, όμως, δεκαετίες.
Το Cretalive ζήτησε το σχόλιο τριών ειδικών που διακρίνονται ο καθένας στον τομέα του, για το έργο των Μάνου Πολιτάκη και Βαγγέλη Κρασαγάκη. Ο ζωγράφος Νίκος Βισκαδουράκης μιλά από τη σκοπιά του εικαστικού, η σκηνογράφος και ενδυματολόγος Άννα Μαχαιριανάκη προσεγγίζει με γνώμονα την παραστατική έκφραση και ο πανεπιστημιακός καθηγητής Γιώργος Νικολακάκης με τη διεισδυτική ματιά του επιστήμονα για τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης.
Ν. Βισκαδουράκης: “Η τέχνη σε βρίσκει όταν θέλει αυτή, φτάνει εσύ να είσαι εκεί”
Βαγγέλης Κρασαγάκης, Μάνος Πολιτάκης: Μια φιλική σύμπραξη δυο ανθρώπων και ένα αποτέλεσμα τέχνης που στην ουσία ξεκίνησε ως πλάκα και κατέληξε σε μια συνομιλία που μου φέρνει στο νου την τηλεοπτική σειρά ‘’Εκείνος και Εκείνος”.
Μια σειρά φωτογραφιών που καυστικά σχολιάζει τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα αλλά και την Ιστορία και που οι φωτογραφίες δεν υπολείπονται ποιοτικού καλλιτεχνικού αποτελέσματος.
Ο Βαγγέλης ντύνει τον Μάνο, ο Μάνος φωτογραφίζεται και επεμβαίνει στη φωτογραφία. Και ιδού, ένα αποτέλεσμα υπέροχο εικαστικά και συγχρόνως αιχμηρό.
Το σπουδαίο είναι ότι δεν παραμένουν στη φωτογραφία αλλά προχωρούν βαθύτερα, με χιούμορ και διεισδυτική ματιά. Σχολιάζουν τον Ναζισμό, τη χούντα, αλλά και την τρέχουσα, την καθημερινή πραγματικότητα, αγγίζοντας με την ευαισθησία που τους διακρίνει τις λεπτότερες πτυχές της.
Παραπάνω είπα ότι το όλο εγχείρημα ξεκίνησε ως πλάκα και αναλογίζομαι πόσα πράγματα ξεκίνησαν έτσι και κατέληξαν σε σοβαρότατα αποτελέσματα, και το αντίθετο, πόσα πράγματα ξεκίνησαν σοβαρά και κατέληξαν σε φιάσκο.
Η Τέχνη είναι ένα περίεργο πράγμα. Σε βρίσκει όταν θέλει αυτή, φτάνει εσύ να είσαι εκεί, παρών στη δούλεψή της καταθέτοντάς της καθημερινά την ευαισθησία σου.
Η φωτογραφία είναι τέχνη; Φυσικά είναι, φτάνει να μην έχεις την εντύπωση ότι αγοράζοντας μια πανάκριβη φωτογραφική μηχανή θα κάνεις τέχνη.
Ο Μάνος το ξέρει καλά αυτό και δεν μένει εκεί, προχωράει παραπέρα. Η συνάντηση με τον Βαγγέλη έδωσε αυτά τα αποτελέσματα. Ήταν συγκυριακή; Ίσως. Το σύμπαν είναι απρόβλεπτο. Εμείς απολαμβάνουμε το αποτέλεσμα.
Α. Μαχαιριανάκη: “Το αποτύπωμα του έργου τους παραπέμπει σε θεατρική σκηνή - Είναι δύο υπερρεαλιστές καλλιτέχνες
Το έργο αυτό έχει σαφώς εικαστική ταυτότητα και μέσω αυτού βλέπουμε και τους χαρακτήρες των δύο δημιουργών. Από τη μια ο Βαγγέλης συλλέγοντας όλα αυτά τα παλιά αντικείμενα δείχνει τι είναι και ο ίδιος. Πραγματικά αγαπά τα αντικείμενα αυτά που στην πραγματικότητα φέρουν αποτυπωμένες ψυχές ανθρώπων που έχουν υπάρξει πάνω σε αυτόν τον κόσμο.
Από την άλλη, τον Μάνο Πολιτάκη τον θεωρώ υπερρεαλιστή καλλιτέχνη. Είναι εκπληκτικός φωτογράφος, και από τότε που ήρθα στην Κρήτη τον θεωρώ πέρα από τον καλλιτέχνη που θέλω να αποτυπώνει τη δουλειά μου, ως φίλο και αδελφό. Ο Μάνος είναι ένας νέος Εμπειρίκος κι αυτό είναι κάτι που αποτυπώνεται εκτός από τη φωτογραφική δουλειά του και στα κείμενα του.
Έχουμε λοιπόν δύο ανθρώπους, που κουβαλούν ο καθένας τον δικό του κόσμο ,να στήνουν και να σκηνοθετούν ιστορίες ολόκληρες. Μέσα από την κάθε φωτογραφία βλέπουμε ολόκληρους κόσμους. Η σκηνογραφία και η ενδυματολογία του έργου τους πράγματι είναι εντελώς θεατρική. Το αποτύπωμα της εικόνας παραπέμπει καθαρά σε θεατρική σκηνή. Βλέπουμε ένα καλλιτεχνικό ιδίωμα που έχει τις ρίζες του στον υπερρεαλισμό. Ίσως οι ίδιοι να μην το αντιλαμβάνονται, εξάλλου θεωρώ ότι δεν αυτοπροσδιορίζονται. Μέσα από την εμπειρία μου και τις γνώσεις μου στην Ιστορία της Τέχνης θα τους τοποθετούσα ως δύο υπερρεαλιστές καλλιτέχνες.
Γ. Νικολακάκης: “Απομονώνοντας ένα παλιό αντικείμενο οι δύο δημιουργοί του προσδίδουν θεατρικότητα, γι’ αυτό το έργο τους έχει θεατρομορφικό χαρακτήρα"
Πράγματι, το έργο που δημιουργούν ο Βαγγέλης Κρασαγάκης και ο Μάνος Πολιτάκης αποτελεί κοινωνικοπολιτικό σχόλιο. Πάντα όμως η τέχνη, και ιδιαίτερα η τέχνη με στοιχεία σουρεαλιστικά όπως αυτή εν προκειμένω, αφήνει αυτό το στίγμα. Το περιεχόμενο τους ξαφνιάζει, είναι αυθόρμητο και έχει ένα στοιχείο πρωτοτυπίας. Δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα, λίγο εξωπραγματική σύνθεση, και αυτό το χαρακτηριστικό της είναι που την εντάσσει στη λογική του παράλογου. Αυτά τα εικαστικά δημιουργήματα με το καυστικό σχόλιο που τα συνοδεύει θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια φωτογραφική, ζωντανή γελοιογραφία. Έχουμε συνθέσεις αναπάντεχες με στοιχεία που κάνουν τον θεατή να σκεφτεί και για τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν αλλά και για την εμψύχωση που τους δίνουν οι δύο δημιουργοί. Ο Μάνος είναι καλλιτέχνης φωτογράφος και ο Βαγγέλης ως συλλέκτης παλαιών αντικειμένων είναι γνώστης της ιστορίας και της προέλευσης τους. Ο τρόπος, όμως, που και οι δύο χρησιμοποιούν τα παλιά αυτά αντικείμενα, τα γελοιογραφούν και τα εμψυχώνουν, θα έλεγα, δίνει ένα τρομερά επιτυχημένο αποτέλεσμα. Υπάρχουν έργα που παραπέμπουν σε παλαιές εικόνες και ανάγονται στα χρόνια του 1920 που άρχισε να υπάρχει η σουρεαλιστική φωτογραφία. Νομίζω ότι και τους δύο θα τους έβλεπα ως καλλιτέχνες με έναν διαφορετικό καταμερισμό.
Είμαι της άποψης ότι τα έργα αυτά θα έπρεπε να εκτεθούν. Πριν από λίγα χρόνια, όταν είχα δει για πρώτη φορά τις φωτογραφίες αυτές διαπίστωσα ότι έχουν έναν θεατρομορφικό χαρακτήρα. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί μια ολόκληρη θεατρική παράσταση για κάθε μία από τις φωτογραφίες αυτές. Αν υπήρχε ένα σενάριο, οι φωτογραφίες θα εμψυχώνονταν και θα μετατρέπονταν σε κινούμενες εικόνες. Έχεις ένα αντικείμενο και από αυτό μπορείς να φανταστείς πλευρές της ύπαρξης, ως χρήσης, ως κατασκευής, ως μορφής. Το αντικείμενο αυτό εμψυχώνεται από τον Μάνο που έχει τον ρόλο του μοντέλου και αυτοφωτογραφίζεται. Για πολλές από τις φωτογραφίες αυτές θα μπορούσε κανείς να γράψει ολόκληρη πραγματεία για ένα παλιό αντικείμενο που χρησιμοποιήθηκε. Ύστερα, αποτελεί ερέθισμα και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζουν αυτό το αντικείμενο. Αν το ίδιο αντικείμενο το δεις σε ένα μουσείο, σε μια προθήκη, στο απόθεμα ενός παλαιοπωλείου, μπορεί να το προσέξεις αλλά μπορεί και να μην το προσέξεις ή να το συσχετίσεις με άλλα αντικείμενα. Τη στιγμή όμως που οι δύο δημιουργοί το απομονώνουν, τότε το παλιό αντικείμενο αποκτά θεατρικότητα. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησα τον όρο “θεατρομορφικός χαρακτήρας”.Θα μπορούσε κάθε έργο απ’ αυτά να γίνει θεατρικό έργο, ακόμη και με τους ίδιους αν το επιθυμούσαν, να γράψουν το κείμενο ή και να το αποδώσουν.
Οπωσδήποτε, το έργο αυτό θα μπορούσε να εκτεθεί και σε πιο μόνιμη βάση, Θεωρώ ότι θα είχε ανταπόκριση στο κοινό. Για τους νέους θα αποκτούσε μια παιδαγωγική αξία, για τους πιο μεγάλους επίκληση στη μνήμη και υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που θα ελκύονταν από τη σουρεαλιστική σύζευξη του έργου.
Σ.σ. τα εικαστικά έργα που παρουσιάζονται αναδημοσιεύονται με τη σύμφωνη γνώμη των Μάνου Πολιτάκη και Βαγγέλη Κρασαγάκη
Διαβάστε περισσότερες ειδήσεις από την Κρήτη και το Ηράκλειο
- «Από την Κωνσταντινούπολη στη Σητεία»: Μουσικό ταξίδι στην κρητική παράδοση στο Φρούριο Καζάρμα
- Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών απόψε στην Γκουβερνιώτισσα
- Οι παραστάσεις στα Κηποθέατρα του Δήμου Ηρακλείου τη Δευτέρα 13 Ιουλίου




