«Γυναίκες σε ηγετικές θέσεις»: Η «προφητική» ομιλία της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου στο Πάντειο
Διαβάστε τι έλεγε στις 16 Ιανουαρίου 2019 η γυναίκα που προορίζεται για Πρόεδρος της Δημοκρατίας - Δείτε βίντεο από παλαιότερες ομιλίες της
Μια συναρπαστική ομιλία για τον ρόλο της γυναίκας, στο πλαίσιο εκδήλωσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έδινε στις 16 Ιανουαρίου 2019 η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, η γυναίκα που αποτελεί την πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Ο τίτλος της εκδήλωσης... προφητικός: «Γυναίκες σε ηγετικές θέσεις».
Έλεγε λοιπόν τότε η κυρία Σακελλαροπούλου, ούσα ήδη πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας:
«Μητέρα, στην κάμαρά σου πήγαινε και τις δουλειές σου κοίτα, τον αργαλειό, την ρόκα (...) τα πολλά λόγια δεν ταιριάζουνε παρά στους άνδρες μόνο, κι απ’ όλους πιο σε μένα’ γιατί εγώ τούτο το σπίτι κυβερνάω». Στην Οδύσσεια του Ομήρου, πριν από σχεδόν 3.000 χρόνια, βρίσκουμε, όπως αναφέρει η Mary Beard, το πρώτο καταγεγραμμένο παράδειγμα αμφισβήτησης του δημόσιου λόγου των γυναικών.
Στην Ιταλία νόμος του 1919 επέτρεπε στις γυναίκες για λόγους ισότητας να ασκούν όλα τα επαγγέλματα και να καταλαμβάνουν θέσεις στον δημόσιο τομέα, εκτός από όσα συνδέονταν με τα καθήκοντα του δικαστή, του πολιτικού και την άμυνα του κράτους. Το 1947, σε συζήτηση στη Βουλή, διατυπώθηκαν απόψεις « η γυναίκα πρέπει να μείνει βασίλισσα του σπιτιού, όσο απομακρύνεται από την οικογένεια τόσο αυτή διαλύεται (...) η δύσκολη τέχνη του δικάζειν απαιτεί μεγάλη ισορροπία και αυτή συχνά τους λείπει και για λόγους φυσιολογίας».
Σε απόφαση του Supreme Court του 2017, η Ruth Bader Ginsburg (RBG) έγραψε για την πλειοψηφία: « για σχεδόν μισό αιώνα αυτό το δικαστήριο αντιμετώπισε με καχυποψία νόμους που βασίζονται σε πολύ ευρείες γενικεύσεις για τα διαφορετικά ταλέντα, ικανότητες ή προτιμήσεις ανδρών και γυναικών (...) Νόμοι που απονέμουν ή αρνούνται ευεργετήματα που συνδέονται με στερεότυπα για τον οικιακό ρόλο των γυναικών, όπως παρατήρησε το δικαστήριο, μπορεί να δημιουργήσουν ένα αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο διακρίσεων που αναγκάζει τις γυναίκες να συνεχίσουν να έχουν τον ρόλο εκείνου που κατεξοχήν φροντίζει την οικογένεια (...) ». Για την RBG τέτοιες διατάξεις στηρίζονται σε στερεότυπα κα απηχούν αναχρονιστικές απόψεις.
Το 2018 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τότε που δόθηκε στην Αγγλία το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Ο δρόμος που διανύθηκε για τα δικαιώματα των γυναικών ήταν μακρύς και επίπονος. Κατά τον 19ο αιώνα οι γυναίκες είχαν κατώτερη θέση από τους άνδρες στη βρετανική κοινωνία, κοινωνικά και νομικά. Πριν από το 1870 οι παντρεμένες γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να παραδίδουν όλη τους την περιουσία στους συζύγους τους, έπρεπε να περάσουν άλλα 120 χρόνια ώστε να θεωρηθεί ποινικό αδίκημα ο βιασμός εντός του γάμου. Τα δύο φύλα κατοικούσαν σε χωριστές σφαίρες, συναντώμενα μόνο στο πρωινό και το δείπνο. Μετά από τους αγώνες του κινήματος των σουφραζετών, οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου το 1918. Ο νόμος « Sex discrimination removal act » του 1919 απαγόρευε την μη πρόσβαση των γυναικών σε επαγγέλματα λόγω φύλου. Το 1922 ο νόμος για την περιουσία επέτρεψε στις γυναίκες να κληρονομούν όπως και οι άνδρες.
Η περίπτωση του Καναδά
Στον Καναδά το 1929 οι γυναίκες απέκτησαν πλήρη δικαιώματα. Στην Αγγλία η «Sex discrimination act » του 1975 απαγόρευσε τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στην εργασία, τη μόρφωση και την εκπαίδευση. Για δεκαετίες ο λόγος των γυναικών χαρακτηριζόταν συναισθηματικός και ενίοτε υστερικός, ενώ θεωρείται ότι τους ταιριάζουν επαγγέλματα όπως της δακτυλογράφου, της νοσοκόμας και γενικά όσα συνδέονται με φροντίδα. Πλέον, μετά από την κοινωνική και ιστορική εξέλιξη και τους αγώνες του γυναικείου κινήματος, οι γυναίκες δοκίμασαν την εμπειρία του να αμείβονται κανονικά και να έχουν αυξημένη οικονομική αυτονομία. Προβλήματα βέβαια εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι γυναίκες δυσκολεύονται να φτάσουν στην κορυφή πολλών επαγγελμάτων˙το φαινόμενο της γυάλινης οροφής. Οι γυναίκες δεν αμείβονται με τον ίδιο τρόπο με τους άνδρες, εμφανίζουν καλύτερη απόδοση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση αλλά όχι στην απασχόληση. Στην κορυφή της Βιομηχανίας και της εκτελεστικής εξουσίας κυριαρχούν οι άνδρες. Το 2014, μόνο επτά από τους 150 εκλεγμένους αρχηγούς κρατών είναι γυναίκες και μόνον έντεκα από τους 192 είναι πρωθυπουργοί. Στο φαινόμενο αυτό πάντως οι εξελίξεις είναι θετικές: η νεαρή πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας είναι η δεύτερη γυναίκα που απέκτησε μωρό κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας της, ενώ στην αμερικανική Βουλή μετά τις τελευταίες εκλογές για πρώτη φορά εξελέγη τόσο μεγάλος αριθμός γυναικών. Στην Ινδία οι γυναίκες δίνουν τον δικό τους αγώνα για τα δικαιώματά τους. Πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε δύο γυναίκες που είχαν διεκδικήσει το δικαίωμα να εισέλθουν σε ιερό ναό, που αποτελούσε γι’ αυτές άβατο.
Στη δεκαετία του 1950 κυριαρχούσε η αντίληψη ότι οι γυναίκες δεν ήταν ικανές για το έργο του δικαστή. Μετά κατέκτησαν τα δικαστικά επαγγέλματα και τώρα αποτελούν την πλειοψηφία του δικαστικού σώματος, ειδικά στους κατώτερους βαθμούς. Στη Γαλλία, παρόλο που οι γυναίκες απέκτησαν πρόσβαση στο επάγγελμα του δικαστή το 1946, αποτελούν ήδη την πλειοψηφία (60% των δικαστών). Μέλος του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου επισημαίνει το παράδοξο ότι οι ανώτερες ιεραρχικά θέσεις καταλαμβάνονται από άνδρες. Σε σύνολο 8.500 δικαστών, τέσσερις γυναίκες μόνο διευθύνουν εφετεία. Η Ένωση Δικαστών, χωρίς να διάκειται ευμενώς προς μία θετική διάκριση, επισημαίνει ότι μία γυναίκα με τις ίδιες ικανότητες και αρχαιότητα μπορεί να βρεθεί σε δυσμενή θέση κατά την διάρκεια της καριέρας της απέναντι σε άνδρα συνάδελφό της. Σύμφωνα με την εκρόσωπο άλλου συνδικαλιστικού σωματείου δικαστών, πολλές φορές οι γυναίκες αυτοπεριορίζονται και δεν υποβάλλουν υποψηφιότητα για υψηλές θέσεις.
Ο φόβος των ανδρών
Στη Δικαιοσύνη, κρατική εξουσία που ιστορικά ανήκε στους άνδρες, μόλις την δεκαετία του 1950 οι πρώτες γυναίκες γίνονται δεκτές στο λειτούργημα του δικαστή στο Βέλγιο. Η Marie Poppelin το 1889 παρουσιάζεται στο Εφετείο των Βρυξελλών για να ορκιστεί δικηγόρος. Της το αρνούνται όχι γιατί ο νόμος το απαγορεύει αλλά γιατί « δεν υπάρχει καμία ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης για μια απαγόρευση που είναι φυσιολογική στα μάτια όλων ». Την εποχή εκείνη οι γυναίκες πρέπει να αφοσιώνονται στο νοικοκυριό και στη μητρότητα. Σύμφωνα με μια ερευνήτρια του Πανεπιστημίου της Λιέγης, « ο μεγάλος φόβος των ανδρών δεν είναι η πρόσβαση των γυναικών στον δικηγορικό σύλλογο αλλά στην καθημένη δικαιοσύνη. Αυτό το επάγγελμα περιωπής είναι μια από τις τρεις κρατικές εξουσίες. Εδώ στεγάζεται η πιο έντονη άρνηση ». Μετά την απόκτηση του δικαιώματος να γίνονται δικηγόροι, οι γυναίκες δίνουν μια άλλη μεγάλη μάχη, να γίνουν δικαστές. Ένα από τα βασικά εμπόδια για να φτάσουν στο δικαστικό σώμα είναι το ότι οι γυναίκες δεν είναι ολοκληρωμένοι πολίτες, αφού δεν έχουν τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Αυτός ο μακρύς αγώνας ολοκληρώνεται το 1948 για το Βέλγιο, πρέπει όμως να έρθει η δεκαετία του 1980 για να διαπιστωθεί πραγματική παρουσία των γυναικών στη Δικαιοσύνη. Και πάλι όμως στην πλειοψηφία τους οι γυναίκες ασχολούνται με υποθέσεις οικογενειακού και εργατικού δικαίου, ενώ η παρουσία τους δεν είναι έντονη στις θέσεις που βρίσκονται ψηλά στην ιεραρχία.
Το επάγγελμα του δικαστή για αιώνες είχε ασκηθεί αποκλειστικά από άνδρες. Σε αντίθεση με αυτό που θα περίμενε κανείς, η άφιξη των γυναικών δεν έφερε επανάσταση στις συνήθειες που επικρατούσαν. Εισερχόμενες στην Δικαιοσύνη, οι γυναίκες προσαρμόζονται στην υφιστάμενη επαγγελματική κουλτούρα: Σημαντικοί ρυθμοί δουλειάς, αποστασιοποίηση από τα οικογενειακά προβλήματα στο επαγγελματικό περιβάλλον, περιορισμός του αριθμού των παιδιών για επαγγελματικούς λόγους. Είναι συμπεριφορές που υιοθετούνται από τις γυναίκες, που κατά κάποιο τρόπο αυτοπεριορίζονται. Πολλές γυναίκες δικαστές δηλώνουν ότι φοβούνται μια έντονη θηλυκοποίηση της Δικαιοσύνης, που θα απαξίωνε το επάγγελμα.
Αν η επαγγελματική κουλτούρα δεν αλλάζει, ένα γυναικείο αποτύπωμα εγγράφεται στο Δίκαιο. Οι γυναίκες εισφέρουν στη Δικαιοσύνη μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτή των ανδρών, που προέρχεται από την διαφορετική τους κοινωνικοποίηση. Η πραγματικότητα αυτή περνάει στις κρίσεις και τις σκέψεις τους, επηρεάζοντας τη νομολογία και τη νομοθεσία. Όπως έχει γραφτεί, «το 1948 κανένας δικαστής εν ενεργεία δεν είχε ποτέ αλλάξει πάνες ενός παιδιού. Οι πρώτες γυναίκες δικαστές έχουν αυτή τη διαφορετική εμπειρία του οικογενειακού βίου. Ένας δικαστής δεν δικάζει μόνο με τη γνώση του, αλλά και με την εμπειρία του, τις αμφιβολίες και τις ματαιώσεις του». Πολλοί αντιμετωπίζουν αρνητικά μια μεγάλη αντιπροσώπευση των γυναικών σε ένα δικαστήριο. Οι αντιδράσεις αυτές δεν προέρχονται μόνο από τους διαδίκους αλλα και από τους συναδέλφους δικαστές ή τους δικηγόρους. Παρά την φαινομενική ισότητα, η δυσκολία στο να γίνει αποδεκτή η γυναίκα σε μια θέση εξουσίας που ιστορικά είναι συνδεδεμένη με τους άνδρες παραμένει.
- Καταγγελίες για τουρκικές προκλήσεις και βίντεο-ντοκουμέντο από ψαράδες στα Ίμια
- Ξεσπά η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη: Είμαι χαροκαμένη μάνα
- Δέσμευση ΥΕΝ για ενίσχυση νηολογίου