«Ελιά της μνήμης, επιτάφιος άνεμος» - Μια ποιητική μαρτυρία για το Κοντομαρί Χανίων
Αντλώντας υλικό από την κρητική γη, τη λαϊκή παράδοση, τα ριζίτικα τραγούδια και τη συλλογική μνήμη, το ποίημα επιχειρεί να μετατρέψει το ιστορικό γεγονός σε ζώσα εμπειρία μνήμης και χρέους.
Το ποίημα «Ελιά της μνήμης, επιτάφιος άνεμος» είναι μια ποιητική μαρτυρία στο μαρτυρικό Κοντομαρί Χανίων και στην εκτέλεση των αμάχων από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής τον Ιούνιο του 1941, ένα από τα πρώτα καταγεγραμμένα εγκλήματα πολέμου στην κατεχόμενη Ευρώπη.
Αντλώντας υλικό από την κρητική γη, τη λαϊκή παράδοση, τα ριζίτικα τραγούδια και τη συλλογική μνήμη, το ποίημα επιχειρεί να μετατρέψει το ιστορικό γεγονός σε ζώσα εμπειρία μνήμης και χρέους.
Δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής στους νεκρούς, αλλά και μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ελευθερία και η αντίσταση απέναντι στη βία παραμένουν αξίες διαχρονικές και αδιαπραγμάτευτες.
Ελιά της μνήμης, επιτάφιος άνεμος
Κοντομαρί, Ιούνιος 1941
Σώπαινε ο Μάης του 41
παλμοί απόκοτοι του μπρούτζου
ένα νησί γονάτιζε χωρίς να λυγίσει,
άτρεμα μάτια,
ζωσμένη αλμύρα και χαράκια ριζιμιά η Κρήτη
οι παλιές ντάπιες ανασταίναν χοροστάσια.
Ήρθαν ξένοι, ντυμένοι με στολές,
αλλάξανε τα λόγια,
στ’ ακρόχειλο της θάλασσας
οι παπαρούνες δοξολόγησαν το αίμα,
κοράκια λαίμαργα μαζώχτηκαν
μπήκαν
μπροστάρηδες τα όρνια
να στεριώσει ο πόλεμος.
Κοντομαρί, δυό του Ιούνη,
αζάπης ήλιος την αυγή
ανέβηκε όπως όλες τις άλλες φορές.
Αδιάφορος.
Ολόχρυσος. Γεννοσπορούσε τη ζωή,
στην αγνωσία του το ίδιο φως
στις γέρικες ελιές με την αγράμπελη.
Ψηλά στα διάσελα
έλιωνε η πρωινή πάχνη,
η Χανιώτικη πολιτεία μετρούσε
αμακάριστους νεκρούς,
ξόδια και μοιρολόγια δεν προλάβαινε,
ένας κουρνιαχτός
σαν δήμιος σηκωνόταν από μακριά.
Κι ο άνεμος αμέρωτος,
έφερνε πρώτος τα κακά μαντάτα,
Μάλεμε,
οι χαίνουσες πληγές
μύριζαν θειάφι,
καμένη ως τα σπλάχνα η γη.
Ό,τι δεν προλάβαινε να ειπωθεί
το ξερνούσαν οι βόμβες στις στέγες,
στα λιοστάσια και τις αυλές,
κι η λευτεριά με τρύπια δάχτυλα
καινούργιο σάβανο ακριβό βάλθηκε να κεντήσει.
Μια γυναίκα
ανυποψίαστη ζύμωνε,
εφτάζυμος άρτος στη σκάφη,
ο φούρνος αναμμένος,
μια άλλη, έδεσε σφιχτά το τσεμπέρι
τής έτρεμαν τα χέρια,
είχε δει αποβραδίς το κούτελο του παραδείσου
γεμάτο συρματοπλέγματα,
έκανε ν’ ανάψει το καντήλι,
μαύρος αέρας φύσαγε στις γειτονιές του κόσμου,
κι ως από μακριά το μοιρολόι.
«Όμορφο νειόν έζύγωνεν ό Χάρος στη Μαδάρα,
και λάμπανε τα ρούχα του και φέγγαν τ’ άρματά του…»
Δυο παιδιά, μ’ ονειροπόληση γερτή
στο μπαμπακένιο μαξιλάρι,
έτρεχε ακόμη
το φεγγάρι στα βλέφαρα.
Άξαφνα σείστηκαν οι παραστάδες
ράγισαν οι ταφόπλακες,
οι χορδές της λύρας έσπασαν
στην αστοργία της ιστορίας
πόντισε η Μοίρα μαύρες άγκυρες,
υπήρξε η Κρήτη;
Υπάρχει η Κρήτη,
ένας γέρος
κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα
δάγκωσε τα χείλη ώσπου μάτωσαν,
ύστερα κίνησε το ριζίτικο.
«Τον αντρειωμένο μην τον κλαις όσο κι αν αστοχήσει».
Ο ουρανός είχε πάψει
να σημαίνει λευτεριά.
Ακούστηκαν ριπές και μηχανές,
ο καιρός άλλαξε, αλίμονο,
φωνές φονιάδων, ακατάληπτες,
σάματις πηχτή σκουριά θάμπωνε τη μέρα,
ακόνιζε το δρεπάνι ο Χάρος,
άνοιγε άλλη στράτα η δόξα.
Άφησε τη φωλιά η πετροπέρδικα
θαρρείς πήρε φωτιά η φασκομηλιά.
Σκοτείνιασε,
τι κι αν ο ήλιος ψήλωνε.
Στρατιώτες διαγούμιζαν τα σπίτια.
οι κλειστές πόρτες δεν ήταν εμπόδια,
άνοιγαν με κλωτσιές.
Οι γυναίκες φώναζαν ονόματα,
ηχώ πένθιμη,
γύριζαν νεκρά χελιδόνια, τα ονόματα.
Στην πλατεία, εκεί τους μάζεψαν,
ανελέητο μίσος,
μαρτύριο ντροπής.
Ο θάνατος είχε αποκτήσει πρόσωπο.
Και όνομα. Χίτλερ.
Ο νους σε περαζόμενους καιρούς.
Η λεβεντιά έχει ανάστημα.
Ένα αγόρι,
γδαρμένα γόνατα,
γαντζωμένο στη μέση του πατέρα του,
«θα σας σκοτώσουν» με λυγμό,
δυο παλικάρια,
μ’ ένα σβώλο χώμα στην παλάμη
τελευταίο φυλαχτό,
έφεγγε η νιότη στ’ άσπρα πουκάμισα.
Ούτε σωτηρία, ούτε έλεος.
Κάποιος ηλικιωμένος σκούπισε τα μάτια
με το σαρίκι του, αμίλητος.
Κάγχασε ειρωνικά ο δυνάστης.
Άντρες…
Οι άντρες περήφανοι
βαριά κληρονομιά η αξιοπρέπεια
όσων μένουν αλύγιστοι,
κι ας ξέρουν πως δεν υπάρχει επιστροφή,
ψηλά το κεφάλι.
Σμιχτοφρύδηδες,
ίσια περπατησιά στον ήλιο και τον θάνατο
με την τιμή καρφωμένη στο στήθος
το βάρος των αλύγιστων,
και τη μοίρα των ελεύθερων.
«Η λεβεντιά είναι μια πληγή που πάντα αίμα τρέχει,
Θεέ μου, και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει»
Πομπή σιωπηλή στους ελαιώνες,
με πέτσινα στιβάνια
λιτανεία αργή.
«Μυρίζουν κι οι βασιλικοί μυρίζουν κι οι βαρσάρμοι
’μα σαν μυρίζει ό φρόνιμος βασάρμια δεν μυρίζουν...»
Κατάνυξη.
Παράπονο εξαπτέρυγο.
Μύριζε καλοκαίρι.
Θυμάρι.
Αλαδανιά.
Σκόνη πηχτή.
Ζωή. Και δίπλα ο Γερμανός
το δάχτυλο στη σκανδάλη.
Κάποιος γύρισε το κεφάλι, πίσω,
να δει στερνή φορά
τον ασβέστη στην ξερολιθιά,
τα περβόλια, το κλήμα του παππού.
Μια λεμονιά.
Ένα παράθυρο ανοιχτό.
Τα μάτια της...
Κάποιος άλλος
κρεμάστηκε στο βλέμμα της μάννας του
και κάποιος νεότερος
δεν πρόλαβε καν να σκεφτεί. Γέλασε.
«Κόσμε χρυσέ κόσμε αργυρέ κόσμε μαλαματένιε
κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει
κόσμε ψεύτη.»
Και μετά
οι πυροβολισμοί…
Ο κόσμος σκίστηκε στα δυο.
Τα πουλιά τινάχτηκαν από τις φυλλωσιές.
Το αίμα έβαψε το χώμα
τα σώματα έγειραν,
ανίκητα στην πτώση.
Ένας στρατιώτης,
με το πιστόλι στο χέρι,
δεν ξεχωρίζει από τη σκιά του.
Το χέρι ανεβαίνει.
Σταματά. Κατεβαίνει.
Και ξανανεβαίνει.
Πυροβολεί.
Ξανά.
Ξανά.
Είκοσι τρεις φορές.
Και δεν είναι πια πράξη
είναι μηχανισμός, τακτική,
είναι τάξη
για το πρωτόκολλο.
Κοντομαρί, χρέος
σελίδα της εξόριστης συνείδησης.
Στα λιόδεντρα ο όρκος
με τον χρόνο βαθαίνει,
βαθαίνει και πάει
από τη Γραμβούσα ως στο Βάι.
Μια φλόγα που δεν τρέμει.
«Γροικάτε ίντα μηνύσανε του Άδη οι αντρειωμένοι
να τωσε πάνε άρματα μολύβι και μπαρούτι»
Νύχτες του Ιούνη, εκείνοι οι νεκροί
τινάζουν το χώμα απ’ το μεϊντανογέλεκο
αρπάζουν τα κερκέλια
αφήνουν τον άλλο κόσμο
κι ανεβαίνουν,
ξεκλειδώνουν τα μουδιασμένα μέλη,
τα σώματα επιστρέφουν από την ακινησία
ξαναβρίσκουν σημάδια και πατήματα
θα τους δεις
τρέχουν με πέτσινα στιβάνια
κόντρα στον καιρό
τον άσπλαχνο της λήθης.
Κοντομαρί,
εδώ οι άντρες βαδίζουν αλλιώς
σε πεπρωμένη αγρύπνια,
βήμα βαρύ, του πεντοζάλη.
Κοντομαρί,
εδώ οι ελιές, αναμετρούν τους μισεμούς,
κι ακοίμητα,
στην παρουσία του αφανέρωτου
τη μελιχρή τους θλίψη κάνουν φυλλωσιά,
είναι οι ψυχές λένε.
Αν σταθείς,
θα νιώσεις κάποτε ζεστό το αίμα τους.
Δεν είναι θρήνος,
αμνήστευτη μνήμη ζωντανή
κι άσωτος πόνος.
Με την ακατάλυτη τιμή
εκείνων
που όρθωσαν ανάστημα στο ναζισμό,
κρατώντας στο ύστερο βλέμμα
την Κρήτη ολόκληρη.
«Στον ουρανό χορεύγουνε, στον Άδη γάμο κάνουν
και πέψαν και καλούσανε ούλους τους πικραμένους.»
Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα, 24 Μάη 2026
Βιογραφικό σημείωμα
Η Ζωή Δικταίου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Χαρούλας Βερίγου) γεννήθηκε το 1962 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης και μεγάλωσε στο Τζερμιάδων Οροπεδίου Λασιθίου. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Κέρκυρας. Στη διάρκεια της επαγγελματικής της πορείας, εργάστηκε στον ξενοδοχειακό τομέα και στις Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης.
Η Ζωή Δικταίου συνεργάζεται με διάφορα διαδικτυακά περιοδικά, όπως: Ποιείν, Fractal, Περί ου, Open Book, κ.ά., ενώ στίχοι της έχουν μελοποιηθεί. Έχει συμμετάσχει σε ημερίδες και συνέδρια. Η μέχρι τώρα εργογραφία της περιλαμβάνει τα εξής έργα:
Αύριο, μια Ελένη (Ποιητική συλλογή)
Αύριο, μια ελιά ή μέσα πατρίδα (Ποιητική συλλογή)
Λασίθι, Τόπος Μέγας – Η κούπα των θεών (Αφήγημα)
Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις (Ποιητική συλλογή)
Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα (Διηγήματα)
Αύριο στάχυα οι λέξεις (Ποιητική συλλογή)
Οι άλλες ν' απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα (Διηγήματα)
Μια κούρσα για τη Χαριγένεια (Μυθιστόρημα)
Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο (Μυθιστόρημα)
Ιστορίες για φεγγάρια (Παιδική Λογοτεχνία)
Στην ψηφιακή έκδοση κυκλοφορούν τα εξής έργα:
«Αύριο, της όστριας παλιές αφορμές» (Μαντινάδες)
«Ούτε η πρώτη στο Παρίσι, ούτε η τελευταία στον κόσμο» (Μικρές ιστορίες γυναικών)
«Ποιητικό αφιέρωμα στο φθινόπωρο»
«Κέρκυρα, σμίλη της ψυχής, φως στη βροχή» (Αφήγημα, δίγλωσση έκδοση: Ελληνικά και Αγγλικά, μετάφραση Γεωργία Λαπατά)
«Ζαχαρούλα τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου» (Νουβέλα)
Συμμετέχει επίσης σε συλλογικά έργα όπως:
Γράμματα της ποίησης
Μονόλογοι
Λογοτεχνικά Μονοπάτια
Λογοτεχνικό Ολόγραμμα (ένα και δύο)
Ο δικός μας Ερωτόκριτος (Μαρτυρίες)
- Άγιος Νικόλαος: Σοβαρός τραυματισμός 11χρονου που έπεσε σε γκρεμό -Διακομίστηκε στο ΠΑΓΝΗ!
- Ηράκλειο: Στις 19 και 20 Ιουνίου το 52ο Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή»
- Τροχαίο με τραυματισμό στα Χανιά
