Ηνωμένο Βασίλειο: Γιατί η Βρετανία "χάνει" τους πρωθυπουργούς της μετά το brexit;

Από το δημοψήφισμα του Brexit μέχρι σήμερα, η Βρετανία έχει δει διαδοχικά τους Κάμερον, Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ, Στάρμερ και, όπως όλα δείχνουν, σύντομα τον Άντι Μπέρναμ να περνούν από τον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ

Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες οι πρωθυπουργοί στη Βρετανία έμοιαζαν καταδικασμένοι να αποχωρήσουν σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Μεγάλες στρατηγικές αποφάσεις αναβάλλονταν διαρκώς, τα δημόσια οικονομικά κλυδωνίζονταν επανειλημμένα, οι μεταρρυθμίσεις σκάλωναν απέναντι σε οργανωμένα συμφέροντα και η πολιτική ζωή κυριαρχούνταν από προσωπικές αντιπαραθέσεις, ίντριγκες και διαδοχικές κρίσεις ηγεσίας.

Η περιγραφή αυτή δεν αφορά στη σημερινή Βρετανία, αλλά τη Γαλλική Τέταρτη Δημοκρατία, το πολιτικό σύστημα που γεννήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατέρρευσε το 1958, παραχωρώντας την εξουσία στον στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ. Ωστόσο, για πολλούς αναλυτές, οι ομοιότητες με τη σημερινή βρετανική πραγματικότητα είναι πλέον ανησυχητικές.

Η χώρα των διαρκών αλλαγών ηγεσίας

Ο Κιρ Στάρμερ αποχώρησε έπειτα από μια περίοδο έντονων εσωκομματικών πιέσεων, αλλά η ιστορία του αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου.

Από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016 μέχρι σήμερα, η Βρετανία έχει δει διαδοχικά τους Ντέιβιντ Κάμερον, Τερέζα Μέι, Μπόρις Τζόνσον, Λιζ Τρας, Ρίσι Σούνακ, Κιρ Στάρμερ και, όπως όλα δείχνουν, σύντομα τον Άντι Μπέρναμ να περνούν από την πρωθυπουργία. Παράλληλα, η χώρα έχει αλλάξει οκτώ υπουργούς Οικονομικών και εννέα υπουργούς Εξωτερικών μέσα σε μία δεκαετία.

Ο ιστορικός Άντονι Σέλντον, συγγραφέας του βιβλίου The Impossible Office?, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει προηγούμενο στη σύγχρονη βρετανική ιστορία για τόσο έντονη εναλλαγή ηγετών σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Ακόμη και περίοδοι πολιτικής αστάθειας του 18ου και του 19ου αιώνα δεν μπορούν να συγκριθούν με τη σημερινή κατάσταση.

Η πολιτική δεν προλαβαίνει να κυβερνήσει

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αλλαγή προσώπων στην κορυφή. Κάθε νέος πρωθυπουργός ανασχηματίζει την κυβέρνηση, τοποθετεί δικούς του ανθρώπους σε κρίσιμες θέσεις και αλλάζει προτεραιότητες. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός αναγκάζεται να ξεκινά ξανά από την αρχή.

Ο πρώην γενικός γραμματέας της κυβέρνησης, Γκας Ο’Ντόνελ, θυμάται ότι είχε ζητήσει από τον Ντέιβιντ Κάμερον, πριν ακόμη γίνει πρωθυπουργός, να κρατά τους υπουργούς στις ίδιες θέσεις όσο το δυνατόν περισσότερο ώστε να έχουν χρόνο να κατανοήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους και να παράγουν έργο.

Η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ίδιο υπουργείο άλλαξε εννέα υπουργούς μέσα σε πέντε χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το συνταξιοδοτικό σύστημα, ένας τομέας που απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό αλλά βρέθηκε εγκλωβισμένος σε διαρκείς πολιτικές αλλαγές.

Η ψευδαίσθηση της γρήγορης αλλαγής

Η κρίση που οδήγησε στην πτώση του Στάρμερ συνοδεύτηκε από ένα κοινό αίτημα σχεδόν από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος: περισσότερη και ταχύτερη αλλαγή.

Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται με συνθήματα ή εντυπωσιακές ομιλίες.

Απαιτούν σχεδιασμό, δημόσιες διαβουλεύσεις, νομοθετικές παρεμβάσεις, οικονομικούς πόρους και, κυρίως, χρόνο. Όπως σημειώνει η Κάθ Χάντον από το Institute for Government, η αποτελεσματική διακυβέρνηση προϋποθέτει την ευκαιρία να μάθει κανείς το αξίωμα, να εφαρμόσει πολιτικές και να ολοκληρώσει έργα.

Όταν οι πρωθυπουργοί απομακρύνονται όλο και ταχύτερα, αυτή η δυνατότητα εξαφανίζεται.

Όταν η επιβίωση γίνεται η μοναδική προτεραιότητα

Η απειλή απομάκρυνσης μπορεί να αποδειχθεί σχεδόν εξίσου καταστροφική με την ίδια την απομάκρυνση.

Η εμπειρία της Τερέζα Μέι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά τις εκλογές του 2017 και την απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η κυβέρνησή της εγκλωβίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στο Brexit.

Θέματα όπως η κοινωνική πολιτική, η ενδοοικογενειακή βία ή η μεταρρύθμιση της κοινωνικής πρόνοιας πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, καθώς η πρωθυπουργός αναλώθηκε στον αγώνα πολιτικής επιβίωσης.

Παρόμοια εικόνα είχε καταγραφεί και επί Τζον Μέιτζορ τη δεκαετία του 1990, όταν η «Μαύρη Τετάρτη» και η νομισματική κρίση εγκλώβισαν την κυβέρνηση σε μια μόνιμη κατάσταση άμυνας.

Το κόστος της αστάθειας

Η πολιτική αστάθεια έχει και οικονομικό τίμημα.

Ο οικονομολόγος Πολ Τζόνσον υποστηρίζει ότι οι αγορές εξακολουθούν να τιμολογούν αυξημένο πολιτικό κίνδυνο για τη Βρετανία, ιδιαίτερα μετά την περίοδο της Λιζ Τρας.

Αυτό σημαίνει ότι το βρετανικό Δημόσιο πληρώνει υψηλότερους τόκους για τον δανεισμό του σε σχέση με άλλες χώρες, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.

Ο ίδιος ο Στάρμερ είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα για το κόστος του πολιτικού χάους. Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι στα μάτια πολλών ψηφοφόρων είχε πάψει πλέον να αποτελεί μέρος της λύσης και είχε μετατραπεί σε μέρος του προβλήματος.

Οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης

Η εύκολη εξήγηση είναι η οικονομία. Η στασιμότητα που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έκανε δυσκολότερες τις δημοσιονομικές επιλογές και περιόρισε τα περιθώρια πολιτικών συμβιβασμών.

Όμως οι ιστορικοί επισημαίνουν ότι η Βρετανία έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν πολύ σοβαρότερες οικονομικές δυσκολίες χωρίς να γνωρίσει ανάλογη πολιτική αποσταθεροποίηση.

Η σημαντικότερη διαφορά φαίνεται να βρίσκεται στην κοινωνική διάσπαση.

Η μεταπολεμική Βρετανία οργανωνόταν γύρω από μια σχετικά σαφή ταξική διαίρεση. Σήμερα, αντίθετα, η κοινωνία είναι κατακερματισμένη από πολλαπλές και αλληλοεπικαλυπτόμενες συγκρούσεις: Brexit, μετανάστευση, πολιτισμικές αντιθέσεις, πόλεμος στη Γάζα, γενεακές ανισότητες μεταξύ ιδιοκτητών ακινήτων και ενοικιαστών, αλλά και βαθιές διαφορές αξιών.

Το λάθος του Στάρμερ

Κατά τον αρθρογράφο, το βασικό πολιτικό λάθος του Στάρμερ ήταν ότι θεώρησε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης αμετάβλητα συντηρητικό.

Επέλεξε να ανταγωνιστεί τους αντιπάλους του σε ζητήματα πολιτισμικού συντηρητισμού αντί να επενδύσει σε πιο ριζοσπαστικές οικονομικές πολιτικές που θα μπορούσαν να γεφυρώσουν τα κοινωνικά ρήγματα.

Παράλληλα, υπέθεσε ότι οι προοδευτικοί ψηφοφόροι δεν είχαν άλλη πολιτική επιλογή και θα παρέμεναν στους Εργατικούς ανεξαρτήτως των αποφάσεών του. Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη.

Το μάθημα για τον Άντι Μπέρναμ

Παρά τη ζοφερή εικόνα, η ιστορία δεν είναι απαραίτητα προδιαγεγραμμένη.

Η εμπειρία της Γαλλίας δείχνει ότι ακόμη και βαθιά προβληματικά πολιτικά συστήματα μπορούν να βρουν νέα ισορροπία όταν η ηγεσία αποκτήσει σαφή κατεύθυνση και αποφασιστικότητα.

Η ιστορικός Μάργκαρετ ΜακΜίλαν υποστηρίζει ότι οι πολιτικοί οφείλουν να απευθύνονται στις καλύτερες πλευρές των πολιτών, να μιλούν με ειλικρίνεια για τις θυσίες που απαιτούνται και να εξηγούν ότι οι μεγάλες αλλαγές χρειάζονται χρόνο.

Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο δίδαγμα για τον Άντι Μπέρναμ, εφόσον αναλάβει την πρωθυπουργία. Η λύση δεν βρίσκεται στην αποπολιτικοποίηση των προβλημάτων ούτε στην αέναη αναζήτηση νέων ηγετών. Βρίσκεται στην ικανότητα άσκησης πολιτικής με σχέδιο, διάρκεια και ξεκάθαρο σκοπό.

Πηγή:newmoney.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση