Οι λέξεις έχουν νόημα: στα ΜΗΣΥΦΑ το «ΦΑ» σημαίνει φάρμακο και το «μη συνταγογραφούμενο» σημαίνει επιστημονικά καθοδηγούμενη χρήση

"Τα Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα (ΜΗΣΥΦΑ) δεν είναι απλώς προϊόντα αυτοφροντίδας ούτε ουδέτερα καταναλωτικά αγαθά υγείας. Είναι φάρμακα. Αυτό είναι το σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινά κάθε συζήτηση για τη διάθεση, τη χρήση και τη θέση τους στο σύστημα υγείας" υπογραμμίζουν σε κείμενο που συνυπογράφουν οι Μάριος Σπανάκης, Κωνσταντίνος Βαρδιάμπασης και Αριστοτέλης Σκουντάκης, αναφέροντας επιπρόσθετα:

"Σύμφωνα με την ελληνική φαρμακευτική νομοθεσία για τα φάρμακα ανθρώπινης χρήσης, όπως εναρμονίζεται με την Οδηγία 2001/83/ΕΚ και αποτυπώνεται στην Κ.Υ.Α. Δ.ΥΓ3α/Γ.Π. 32221/2013, όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα, φάρμακο θεωρείται κάθε ουσία ή συνδυασμός ουσιών με θεραπευτικές ή προφυλακτικές ιδιότητες ή με δυνατότητα χρήσης σε ανθρώπους για αποκατάσταση, διόρθωση ή τροποποίηση φυσιολογικών λειτουργιών μέσω φαρμακολογικής, ανοσολογικής ή μεταβολικής δράσης ή για ιατρική διάγνωση. Επομένως, το γεγονός ότι ένα φάρμακο δεν απαιτεί ιατρική συνταγή δεν αναιρεί τη νομική και επιστημονική του φύση ούτε την ανάγκη φαρμακευτικής αξιολόγησης κατά τη χρήση του.

Ο ορισμός αυτός είναι κρίσιμος. Στο ακρωνύμιο ΜΗΣΥΦΑ, το «ΦΑ» δεν είναι δευτερεύον. Αντιθέτως, αποτελεί τον πυρήνα της διαχείρισής τους, διότι παραπέμπει σε φάρμακα με φαρμακολογική δράση, θεραπευτικές ενδείξεις, δοσολογικά όρια, αντενδείξεις, ανεπιθύμητες ενέργειες και ανάγκη ασφαλούς χρήσης. Συνεπώς, η διαχείριση των ΜΗΣΥΦΑ δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως απλή διάθεση προϊόντων, αλλά ως θεραπευτική παρέμβαση στο πλαίσιο της φαρμακευτικής φροντίδας και της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, σε συνεργασία με τους ιατρούς όταν η κλινική εικόνα, το ιστορικό ή η βαρύτητα των συμπτωμάτων το απαιτούν. Η χρήση των ΜΗΣΥΦΑ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την επιστημονική αξιολόγηση του φαρμακοποιού, ο οποίος, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας και της επιστημονικής του κατάρτισης, είναι ο αρμόδιος επαγγελματίας υγείας που διαθέτει, χορηγεί και καθοδηγεί την ορθή χρήση τους στο περιβάλλον της κοινότητας, αναγνωρίζοντας παράλληλα τα περιστατικά που χρειάζονται παραπομπή ή συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

Τα ΜΗΣΥΦΑ χρησιμοποιούνται καθημερινά για την άμεση αντιμετώπιση συχνών και συνήθως ήπιων καταστάσεων, όπως πόνος, πυρετός, συμπτώματα κοινού κρυολογήματος, βήχας, ρινική συμφόρηση, δυσπεψία, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, διάρροια, δυσκοιλιότητα, αλλεργική ρινίτιδα, δερματικοί ερεθισμοί και μυοσκελετικά ενοχλήματα. Ωστόσο, η συχνότητα αυτών των συμπτωμάτων δεν τα καθιστά πάντοτε απλά ή ασφαλή για ανεξέλεγκτη αυτοδιαχείριση. Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να αφορά ένα παροδικό πρόβλημα, αλλά μπορεί και να υποκρύπτει σοβαρότερη νόσο, απορρύθμιση χρόνιας πάθησης, ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου ή ανάγκη ιατρικής διερεύνησης.

Η ανάγκη φαρμακολογικής αξιολόγησης είναι εμφανής ακόμη και σε γνωστά και ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα.Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (τα κοινά παυσίπονα)χρειάζονται αξιολόγηση σε ασθενείς με γαστρεντερικό, καρδιαγγειακό ή νεφρικό κίνδυνο.Τα αποσυμφορητικά και τα αντιισταμινικά μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα σε άτομα με υπέρταση, αρρυθμίες, γλαύκωμα ή σε ηλικιωμένους.Τα ΜΗΣΥΦΑ, ως φάρμακα υπόκεινται σε φαρμακοεπαγρύπνηση. Οι νεότερες προειδοποιήσεις για σκευάσματα ψευδοεφεδρίνης, ιδίως ως προς την αποφυγή χρήσης σε ασθενείς με σοβαρή ή μη ελεγχόμενη αρτηριακή υπέρταση, δείχνουν ότι ακόμη και ευρέως χρησιμοποιούμενα ΜΗΣΥΦΑ μπορεί να χρειάζονται αναθεώρηση των όρων ασφαλούς χρήσης όταν προκύπτουν νέα δεδομένα. Συνολικά, ηασφάλειατων ΜΗΣΥΦΑ εξαρτάται από τη δόση, τη διάρκεια χρήσης, την ηλικία, τη συννοσηρότητα, την εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία, την ηπατική ή νεφρική λειτουργία και τη συγχορηγούμενη αγωγή.Συνεπώς, δεν είναι απλές λύσεις αυτοεπιλογής, αλλά φάρμακα που απαιτούν φαρμακολογική αξιολόγηση, παρακολούθηση της ασφάλειας και υπεύθυνη φαρμακευτική καθοδήγηση.

Ο φαρμακοποιός δεν «πουλά» απλώς ένα ΜΗΣΥΦΑ. Χορηγεί το κατάλληλο φάρμακο, στον κατάλληλο άνθρωπο, για την κατάλληλη ένδειξη, στη σωστή δόση και για το σωστό χρονικό διάστημα. Η λέξη «χορηγεί» έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι παραπέμπει σε επιστημονική πράξη και όχι σε εμπορική συναλλαγή.Προϋποθέτει αξιολόγηση του αιτήματος, αναγνώριση του προβλήματος υγείας, εκτίμηση της σοβαρότητας, φαρμακολογική επιλογή, συμβουλευτική και απόφαση για παραπομπή όταν η κατάσταση υπερβαίνει τα όρια της φαρμακευτικής αντιμετώπισης. Ακόμα και όταν η διάθεση ενός ΜΗΣΥΦΑ γίνεται κατόπιν συνεννόησης με θεράποντα ιατρό, ο φαρμακοποιός συμμετέχει ενεργά στην όλη διαδικασία διασφαλίζοντας τη συνέχεια της φροντίδας υγείας.

Η χορήγηση ΜΗΣΥΦΑ αποτελεί απόφαση θεραπείας.Η ασφαλής χρήση των ΜΗΣΥΦΑ δεν είναι μόνο ατομικό θέμα αλλά ζήτημα δημόσιας υγείας. Το ζητούμενο δεν είναι να δοθεί «κάτι για το σύμπτωμα», αλλά να κριθεί τι χρειάζεται, τι είναι ασφαλές, τι είναι αποτελεσματικό και πότε δεν πρέπει να δοθεί φάρμακο,με ή χωρίς ιατρική εκτίμηση. Όταν τα ΜΗΣΥΦΑ χορηγούνται σωστά, μπορούν να ενισχύσουν την άμεση πρόσβαση σε φροντίδα, να μειώσουν περιττές επισκέψεις σε δομές υγείας και να υποστηρίξουν την έγκαιρη αντιμετώπιση ήπιων προβλημάτων. Όταν όμως χρησιμοποιούνται χωρίς φαρμακευτική καθοδήγηση, μπορούν να οδηγήσουν σε καθυστέρηση διάγνωσης, κάλυψη σοβαρών συμπτωμάτων, υπερδοσολογία, ανεπιθύμητες ενέργειες και ακατάλληλη χρήση σε ευάλωτες ομάδες.

Στο πλαίσιο αυτό, η συνεχώς διαφημιζόμενη «αυτοφροντίδα» δεν πρέπει να συγχέεται με ανεξέλεγκτη αυτοθεραπεία ή με άκριτη προμήθεια φαρμάκων χωρίς επιστημονική καθοδήγηση. Αυτοφροντίδα δεν σημαίνει ότι ο πολίτης αποφασίζει μόνος του ποιο φάρμακο χρειάζεται, με βάση την εμπειρία, τη διαφήμιση, τη σύσταση τρίτων ή την προηγούμενη χρήση, και ότι ο φαρμακοποιός απλώς διανέμει το προϊόν που ζητήθηκε. Μια τέτοια λογική αυτοεπιλογής μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αφορά προϊόντα ευεξίας που δεν υπάγονται νομικά στην κατηγορία των φαρμάκων. Όταν όμως πρόκειται για ΜΗΣΥΦΑ, η χρήση τους πρέπει να βασίζεται σε επιστημονική αξιολόγηση από τον φαρμακοποιό ή τον θεράποντα ιατρό.

Η ενδυνάμωση του πολίτη για αυτοφροντίδα δεν αναιρεί τον ρόλο του φαρμακοποιού, αλλά τον καθιστά αναγκαίο. Στο πλαίσιο και της καλλιέργειας του εγγραμματισμού υγείας, ο πολίτης ενδυναμώνεται μέσα από την πρόσβαση σε έγκυρη και επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση που του παρέχεται από τους φαρμακοποιούς ως εξειδικευμένους επιστήμονες και επαγγελματίες υγείας, με πανεπιστημιακή εκπαίδευση και εξειδίκευση στα φάρμακα. Δεν ενδυναμώνεται όταν καλείται να υποκαταστήσει ο ίδιος αυτή τη γνώση. Ο φαρμακοποιός,επίσης, δεν υποκαθιστά τον γιατρό, αλλά συνεργάζεται με την ιατρική κοινότητα. Αξιοποιεί την επιστημονική του κατάρτιση για να διαχειρίζεται υπεύθυνα τα περιστατικά που μπορούν να αντιμετωπιστούν άμεσα στην κοινότητα, να διασφαλίζει την ορθή χρήση των φαρμάκων και να αναγνωρίζει έγκαιρα εκείνα που απαιτούν ιατρική αξιολόγηση.

Επομένως, η συζήτηση για τα ΜΗΣΥΦΑ δεν πρέπει να περιορίζεται στο εάν ένα φάρμακο διατίθεται χωρίς ιατρική συνταγή ούτε στο ποιο κανάλι διανομής επιλέγεται με κριτήριο το κόστος. Η τιμολογιακή πολιτική και η οργάνωση της διάθεσης αποτελούν ευθύνη της πολιτείας και οφείλουν να υπηρετούν την ισότιμη, ασφαλή και καθολική πρόσβαση των πολιτών στη φαρμακευτική περίθαλψη. Στην περίπτωση των φαρμάκων, όμως, η έννοια της πρόσβασης δεν εξαντλείται στη δυνατότητα προμήθειας ενός προϊόντος, αλλά περιλαμβάνει και την πρόσβαση σε επιστημονικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση, εξατομικευμένη φαρμακευτική συμβουλή και καθοδήγηση για την ορθή και ασφαλή χρήση της θεραπείας. Η παροχή αυτών των υπηρεσιών από τον φαρμακοποιό, παρότι στην Ελλάδα δεν αποζημιώνεται άμεσα ή έμμεσα, συνιστά αναπόσπαστο μέρος της φαρμακευτικής φροντίδας και τεκμηριώνεται εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία.

Σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία για την αξιοποίηση των φαρμακοποιών στην κοινότητα, η συμβολή τους δεν εξαντλείται στη διάθεση φαρμάκων, αλλά συνδέεται με παρεμβάσεις πρόληψης, φαρμακευτικής συμβουλευτικής, έγκαιρης αναγνώρισης κινδύνων, παραπομπής και υποστήριξης της ασφαλούς χρήσης της αγωγής. Τα επιστημονικά δεδομένα για τον ρόλο των φαρμακοποιών υποστηρίζουν ότι η αξία τους μεγιστοποιείται όταν η καθημερινή πρακτική εντάσσεται σε οργανωμένα πρότυπα φροντίδας και συνεργασίας με τους ιατρούς της πρωτοβάθμιας φροντίδας, με συνεχή εκπαίδευση, κοινά πρωτόκολλα διαχείρισης συχνών συμπτωμάτων, σαφή κριτήρια παραπομπής, τεκμηριωμένη συμβουλευτική και καταγραφή παρεμβάσεων.

Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πυκνότερα δίκτυα κοινοτικών φαρμακείων διεθνώς, με περισσότερα από 10.000 φαρμακεία και αναλογία περίπου ενός φαρμακείου ανά 1.000 κατοίκους. Η Κρήτη διαθέτει ένα δίκτυο περίπου 650 φαρμακείων, με περίπου 800-1000 φαρμακοποιούς να εργάζονται σε αυτό. Το δίκτυο αυτό δεν είναι απλώς υποδομή διανομής φαρμακευτικών προϊόντων. Είναι νομικά κατοχυρωμένη και ήδη εγκατεστημένη υποδομή πρωτοβάθμιας φροντίδας, με καθημερινή επαφή με τον πληθυσμό και παρουσία ακόμη και σε απομακρυσμένες περιοχές. Συνεπώς, το ζήτημα για τους θεσμικούς και πολιτειακούς φορείς δεν πρέπει να είναι απλώς η αναμόρφωση των καναλιών διανομής, αλλά η οργανωμένη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού των φαρμακοποιών ως επαγγελματιών υγείας.

Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη του ίδιου του φαρμακευτικού κλάδου. Η ενίσχυση του ρόλου των φαρμακείων προϋποθέτει αντίστοιχη αναβάθμιση της φαρμακευτικήςφροντίδας. Οι φαρμακοποιοί χρειάζεται να αναδείξουν περισσότερο την επιστημονική τους ταυτότητα και να απομακρυνθούν από μια μονοδιάστατα εμπορική εικόνα του φαρμακείου. Η πρόκληση είναι η ανάπτυξη κοινής φαρμακευτικής πρακτικής σε όλο το δίκτυο των φαρμακείων, ώστε ο πολίτης να λαμβάνει ισότιμη φροντίδα ανεξάρτητα από το φαρμακείο στο οποίο απευθύνεται.Προς αυτή την κατεύθυνση, τέτοιες προσπάθειες καλλιεργούνται ήδη στα φαρμακεία της Κρήτης, μέσα από δράσεις εξωστρέφειας και διασύνδεσης με ακαδημαϊκά ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα, συμμετοχή σε διεθνή δίκτυα, επιστημονικές δράσεις, εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες και πιλοτικά προγράμματα που συνδέουν την καθημερινή φαρμακευτική πρακτική με τη δημόσια υγεία και την τεκμηριωμένη παρέμβαση στην κοινότητα.

Η συζήτηση για τα ΜΗΣΥΦΑ δεν πρέπει να είναι μια συζήτηση απορρύθμισης ή εμπορικής μετατόπισης. Πρέπει να γίνει αφορμή για μια σοβαρή θεσμική επιλογή: να αξιοποιηθεί το φαρμακείο της κοινότητας ως οργανωμένος κόμβος φαρμακευτικής φροντίδας, πρόληψης και ασφαλούς χρήσης των φαρμάκων. για κοινά πρωτόκολλα, συνεχή εκπαίδευση, καταγραφή παρεμβάσεων και σαφή κριτήρια παραπομπής. Τα ΜΗΣΥΦΑ δεν χρειάζονται απλώς ένα ακόμα κανάλι διάθεσης. Χρειάζονται επιστημονική ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη πρέπει να οργανωθεί, να αναγνωριστεί και να υπηρετήσει τον πολίτη.Η πολιτεία, οι θεσμικοί και επιστημονικοί φορείς, οι φαρμακευτικοί σύλλογοι και οι ίδιοι οι φαρμακοποιοί οφείλουν να συνεργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε η φαρμακευτική φροντίδα να επανατοποθετηθεί στον πυρήνα της κοινοτικής υγείας.

 

Μάριος Σπανάκης:

PhD, Φαρμακοποιός

Ακαδημαϊκός Συνεργάτης Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής, Ιατρική Σχολή Παν. Κρήτης,

Επικεφαλής Επιστημονικής Επιτροπής Φαρμακευτικού Συλλόγου Ηρακλείου

 

Κων/νος Βαρδιάμπασης

Πρόεδρος Φαρμακευτικού Συλλόγου Ρεθύμνου

 

Αριστοτέλης Σκουντάκης

Πρόεδρος Φαρμακευτικού Συλλόγου Ηρακλείου

 

Διαβάστε περισσότερες ειδήσεις από την Κρήτη

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση