Συσκευές καταγραφής ύπνου: Πόσο ακριβείς και έγκυρες είναι;

Συσκευές καταγραφής ύπνου: Πόσο ακριβείς και έγκυρες είναι;

Παρά τη δημοτικότητά τους, λίγες μόνο μελέτες έχουν διερευνήσει πόσο ακριβείς είναι οι συσκευές καταγραφής ύπνου.

 

Εκτιμάται ότι ένας στους τρεις ανθρώπους παραπονιέται συχνά για διαταραχές ύπνου. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στις μέρες μας, οι άνθρωποι ανησυχούν όλο και περισσότερο για τη διάρκεια και την ποιότητα του ύπνου τους. Το αυξανόμενο αυτό ενδιαφέρον έχει οδηγήσει σε μια «έκρηξη» της χρήσης συσκευών ή εφαρμογών καταγραφής ύπνου που παρακολουθούν τις ώρες ύπνου κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Καθώς κοιμόμαστε, περνάμε από διαφορετικά στάδια ύπνου τα οποία διακρίνονται σε: «βαθύ», «ελαφρύ» και «ταχείας κίνησης των οφθαλμών» (REM). Το «βαθύ» στάδιο του ύπνου είναι κυρίως αυτό που μας αφήνει να νιώθουμε αναζωογονημένοι την επόμενη μέρα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ως συσκευή καταγραφής ύπνου χρησιμοποιείται ένα ειδικό ρολόι που φοριέται στον καρπό και λειτουργεί παρακολουθώντας τις κινήσεις του σώματός μας, καθώς κοιμόμαστε, για να προσδιορίσει τις ώρες εγρήγορσης σε σχέση με τις ώρες ύπνου. Ορισμένες συσκευές εξετάζουν επίσης τις μεταβολές του καρδιακού ρυθμού κατά τη διάρκεια του ύπνου για να εκτιμήσουν τον χρόνο που αφιερώνουμε σε κάθε κύκλο ύπνου.

Παρά τη δημοτικότητά τους, λίγες μόνο μελέτες έχουν διερευνήσει πόσο ακριβείς είναι οι συσκευές καταγραφής ύπνου. Μέχρι στιγμής, έχει διαπιστωθεί ότι σε σύγκριση με τις πολυσωματοκαταγραφικές μελέτες ύπνου - τις οποίες χρησιμοποιούν οι ειδικοί για τη διάγνωση διαταραχών του ύπνου - οι ιχνηλάτες ύπνου είναι ακριβείς μόνο το 78% του χρόνου κατά τον εντοπισμό του ύπνου έναντι της εγρήγορσης [1]. Αυτή η ακρίβεια μειώνεται στο 38% περίπου κατά την εκτίμηση του χρόνου που χρειάστηκαν οι συμμετέχοντες για να κοιμηθούν.

Οι πολυσωματοκαταγραφικές  μελέτες  ύπνου είναι οι πιο ακριβείς, επειδή παρακολουθούν τα κύματα του εγκεφάλου, τον καρδιακό ρυθμό, την αναπνοή, τα επίπεδα οξυγόνου στο αίμα και τις κινήσεις του σώματος και των ματιών κατά τη διάρκεια του ύπνου μέσω ηλεκτροδίων που συνδέονται με το δέρμα και το τριχωτό της κεφαλής. Η ανάλυση των μοτίβων των εγκεφαλικών κυμάτων είναι ο μόνος  τρόπος να γνωρίζουμε εάν κάποιος είναι ξύπνιος ή κοιμάται και να γνωρίζει ο ίδιος σε ποιο στάδιο του ύπνου βρίσκεται.

Πιστεύουμε στους ειδικούς. Πιστεύουμε ότι η γνώση πρέπει να ενημερώνει τις αποφάσεις μας. Όμως, επειδή οι συσκευές ή οι εφαρμογές καταγραφής ύπνου φοριούνται στον καρπό, κάνουν τις εκτιμήσεις τους κατά τον νυχτερινό ύπνο μετρώντας την κίνηση του σώματος και τα δεδομένα του καρδιακού ρυθμού. Καθώς κινούμαστε συχνά σε όλα τα στάδια του ύπνου, η κίνηση παρέχει λίγες ενδείξεις για το στάδιο ύπνου που βρισκόμαστε. Πολλές συσκευές καταγραφής ύπνου αποτυγχάνουν επίσης να διαφοροποιήσουν το ένα στάδιο του ύπνου από το άλλο με βάση την κίνηση μόνο [2].

Δεδομένου ότι πολλές συσκευές παρακολούθησης ύπνου για τους καταναλωτές δεν έχουν συγκριθεί με πολυσωμοκαταγραφικές δοκιμές, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το ποσοστό ακρίβειας. Επιπλέον, οι αλγόριθμοι που χρησιμοποιούν οι εταιρείες για να κάνουν προβλέψεις σχετικά με τον ύπνο είναι άγνωστοι, καθιστώντας δύσκολο για τους επιστήμονες να εντοπίσουν εάν οι υποθέσεις που έγιναν από τις συσκευές καταγραφής ύπνου είναι έγκυρες.

Μελέτες δείχνουν επίσης ότι οι συσκευές καταγραφής ύπνου έχουν χαμηλή απόδοση σε όσους υποφέρουν από αϋπνία [3]. Τα άτομα με αϋπνία τείνουν να παραμένουν ακίνητα στο κρεβάτι για πολύ, στην προσπάθειά τους να κοιμηθούν. Ωστόσο, καθώς οι συσκευές καταγραφής  ύπνου μετρούν μόνο την κίνηση, έχει διαπιστωθεί ότι τα ειδικά ρολόγια δεν μπόρεσαν να διαφοροποιήσουν τον ύπνο από την εγρήγορση σε άτομα με αϋπνία.

Άγχος και διαταραχές ύπνου

Τελικά είναι επωφελείς για εμάς οι πληροφορίες που μας δίνουν οι συσκευές καταγραφής ύπνου; Ένας από τους καλύτερους τρόπους για να μείνουμε ξύπνιοι είναι να προσπαθούμε πολύ σκληρά να κοιμηθούμε. Ακούγεται αντιφατικό, αλλά το βλέπουμε κλινικά σε ασθενείς με χρόνια αϋπνία, για τους οποίους η υπερβολική ενασχόληση με τον ύπνο προκαλεί άγχος και χαμηλή διάθεση λόγω απώλειας ύπνου - οδηγώντας σε περαιτέρω αϋπνία [4].

Γνωρίζοντας την διάρκεια και την ποιότητα του νυχτερινού ύπνου, το άγχος είναι πιθανό να αυξηθεί.  Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, το άγχος μπορεί να επιδεινωθεί από τα ρολόγια-συσκευές καταγραφής ύπνου [5].

Στους συμμετέχοντες δόθηκαν ρολόγια καταγραφής ύπνου και τους ζητήθηκε να συμπληρώσουν τις ψυχομετρικές κλίμακες της διάθεσης καθώς και ένα καθημερινό ημερολόγιο καταγραφής σκέψεων και ύπνου. Ωστόσο, η «βαθμολογία ύπνου» που κατεγράφη από τα ρολόγια-συσκευές  ανέδειξε είτε αυξημένη είτε μειωμένη ποιότητα ύπνου. Τα αποτελέσματα ανάμεσα στις δυο ομάδες των συμμετεχόντων αναφορικά με τον χρόνο και την ποιότητα του ύπνου δεν διέφεραν.

Η μελέτη έδειξε ότι όσοι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι είχαν λιγότερο ποιοτικό βραδινό ύπνο παρουσίασαν κακή διάθεση, διαταραχές στη σκέψη και τη συγκέντρωση κατά τη διάρκεια της ημέρας και αυξημένη υπνηλία. Εκείνοι που ανέφεραν ότι είχαν έναν καλύτερο ποιοτικά ύπνο έδειξαν το αντίθετο.

Συμπερασματικά, τα δεδομένα από  τις συσκευές καταγραφής ύπνου θα μπορούσαν να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση και τα επίπεδα συγκέντρωσης των συμμετεχόντων κατά τη διάρκεια της ημέρας - ακόμα και αν οι μετρήσεις είναι ακριβείς. Δεδομένου ότι τα άτομα που αντιμετωπίζουν λιγότερο ποιοτικό ύπνο μπορεί να είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιούν τις εν λόγω συσκευές, αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μια ανησυχία, καθώς ενδέχεται να επιδεινώσει θέματα που αφορούν την ψυχική υγεία.

Ενώ λίγες μελέτες έχουν εξετάσει αυτή την σύνδεση μέχρι στιγμής, άλλη έκθεση υπογράμμισε ότι περισσότεροι ασθενείς αναζητούν θεραπεία για καταγεγραμμένες διαταραχές ύπνου ως αποτέλεσμα της ανατροφοδότησης από τις συσκευές καταγραφής/παρακολούθησης ύπνου. Ακόμα και όταν αυτά τα παράπονα διαψεύδονται από τις πολυσωμοκαταγραφικές  μελέτες  ύπνου, τα ρολόγια-συσκευές καταγραφής ύπνου συνεχίζουν να προκαλούν  αυξανόμενο άγχος σχετιζόμενο με τον ύπνο.

Παρόλο που πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η υπερβολική χρήση φορητών συσκευών (όπως αυτές που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της άσκησης) αυξάνει το άγχος και την κατάθλιψη, υπάρχουν ανησυχίες ότι και οι συσκευές παρακολούθησης ύπνου μπορεί να έχουν παρόμοιο αποτέλεσμα [6].

Μολονότι οι συσκευές καταγραφής ύπνου μπορεί να είναι χρήσιμες για εκείνους που έχουν γενικά καλό ύπνο αλλά ενδιαφέρονται να βελτιώσουν την καθημερινή τους ρουτίνα, τα άτομα που έχουν φτωχό ύπνο ή θέματα με την ψυχική τους υγεία είναι μάλλον προτιμότερο να τις αποφεύγουν.

Ο ιδανικότερος τρόπος μέτρησης της ποιότητας και της διάρκειας του ύπνου είναι η αξιολόγηση του πώς αισθανόμαστε καθημερινά. Εάν είμαστε κουρασμένοι και προσπαθούμε επίμονα να συγκεντρωθούμε, τότε το να κοιμηθούμε λίγο νωρίτερα το βράδυ μπορεί πραγματικά να μας βοηθήσει να αισθανθούμε πιο θετικά και πιο ξεκούραστα - δεν απαιτείται καμία συσκευή παρακολούθησης ύπνου.

 

 

Ισμήνη Κοψαχείλη

Κλινική Ψυχολόγος MSc

Κλινική Ψυχικής Υγείας ‘Άγιος Χαράλαμπος’, Ηράκλειο Κρήτης

www.axclinic.gr

 

 

Αναφορές

1. Conley S, Knies A, Batten J, Ash G, Miner B, Hwang Y, Jeon S, Redeker NS. (2019) Agreement between actigraphic and polysomnographic measures of sleep in adults with and without chronic conditions: A systematic review and meta-analysis. Sleep Med Rev. 46: 151-160.

2. Tryon WW. (2004) Issues of validity in actigraphic sleep assessment. Sleep. 27: 158-165.

3. Danzig R, Wang M, Shah A, Trotti LM. (2020) The wrist is not the brain: Estimation of sleep by clinical and consumer wearable actigraphy devices is impacted by multiple patient- and device-specific factors. J Sleep Res. 29: e12926.

4. Gavriloff D, Sheaves B, Juss A, Espie CA, Miller CB, Kyle SD. (2018) Sham sleep feedback delivered via actigraphy biases daytime symptom reports in people with insomnia: Implications for insomnia disorder and wearable devices. J Sleep Res. 27: e12726.

5. de Zambotti M, Cellini N, Goldstone A, Colrain IM, Baker FC. (2019) Wearable Sleep Technology in Clinical and Research Settings. Med Sci Sports Exerc. 51: 1538-1557.

6. Rosman LA, Gehi A, Lampert R (2020) When smartwatches contribute to health anxiety in patients with atrial fibrillation. Cardiovasc Digital Health J. 1:9-10

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ