Ο ζεϊμπέκικος της Ιουλιέτας
Η πόρτα της εκκλησίας ήταν δειλά μισάνοιχτη, σαν την πόρτα της άνοιξης μετά από άγριο χειμώνα.
Του Στέλιου Βισκαδουράκη*
Λάκκος, Ηράκλειο Κρήτης
Μεγάλη Παρασκευή 1943
-Χασίσι και Χριστός, Βαγγέλα, δεν πάνε μαζί. Αν θες να κυκλοφορείς στη Ντάπια και τοΝ Λάκκο από αύριο, κάτσε στ’ αυγά σου, γιατί θα γελάνε και οι Γερμανοί μαζί σου, του είπε η «μαντάμ» Σούζυ ανεβαίνοντας τη σκάλα της εσωτερικής αυλής του πιο γνωστού μπορντέλου του Λάκκου.
-Καλά ρε Σούζυ, μια κουβέντα είπα! της απάντησε ήρεμα ο Βάγγος, που στεκόταν στην πόρτα της αυλής που έβλεπε στη μικρή πλατεία.
-Να μην τη λες! του ανταπάντησε πιο θυμωμένα εκείνη. Κι επειδή έπεσε ξερός ο παπάς με συμφόρηση το πρωί μετά τη λειτουργιά και ο Επιτάφιος είναι στη μέση της εκκλησιάς μονάχος του, τί θες να γίνει; Ας κάτσουνε οι συνήθεις μαντάμες γύρω του. Μα δε θα κάτσουνε, Βάγγο μου. Οι μαντάμες, και τον νεκρό Χριστό θα αφήσουνε μόνο Του. Με την Kατοχή και την απαγόρευση της ώρας, μόνο ο παπάς καθότανε και Τον ξενυχτούσε κάθε χρόνο. Τώρα, δε θα μείνει κανείς. Και κάτι άλλο, συνέχισε η μαντάμ, τώρα που είχε πάρει φόρα:
-Το ξέρεις ότι από το ’39 που έφυγε ο παπά-Γιώργης, έχει να πατήσει παπάς εδώ μέσα; Μπορντέλο είναι, σπίτι, ψυχές, γυναίκες, δεν είναι η κόλαση. Μας ξεχάσανε, τους ξεχάσαμε. Μεγάλη Παρασκευή, Καθαρή Δευτέρα, όλα δικά τους τα θέλουνε. Να τα χαρούνε!
-Μια κουβέντα είπα, Σούζυ. Να πάμε να ανάψομε ένα κερί στον Νεκρό κι έπεσες να με φας! Τράβα μέσα μη τσακωστούμε.
-Γερνάς, Βαγγέλα, γερνάς! του είπε η Σούζυ και μπήκε μέσα, γιατί είδε ότι οι κόρες των ματιών του Βαγγέλα είχαν ήδη διασταλεί. Κι αυτό πάντα σήμαινε άγρια φασαρία.
Ξεφύσηξε ο Βάγγος. Ηρέμησε. «Έχει δίκιο η Σούζυ» σκέφτηκε. «Ρεζίλι των σκυλιών θα γίνομε». Τί δουλειά έχει αυτός με Επιτάφιους; Τί τον είχε πιάσει ξαφνικά; Ο Βάγγος, ο Βαγγέλας, ο «Ρώσος» όπως τον έλεγαν; Αν κοίταγε κανείς τη ζωή του, όλο μπορντέλα, χωροφύλακες και κόλπα θα έβλεπε. Μεγαλωμένος από μάνα πόρνη, χωρίς πατέρα, στον Λάκκο. Ήταν μέσα σ’ όλα. Προστάτης και προστατευόμενος της μαντάμ, της κάθε μαντάμ του Λάκκου. Ζούσε απ’ αυτές και αυτές ζούσαν γι’ αυτόν. Για τη θωριά του. Υπήρξε όμορφος σαν Θεός. Έλληνας! Παραγγελιά! Κι αυτές, σαν καλές νεράιδες, σαν δώρο, από μικρό τού χάρισαν από καρδιάς αυτά που είχαν. Την τέχνη του έρωτα, αφιλοκερδώς και ευχαρίστως. Τώρα, στα σαράντα του, έμοιαζε σαν κουρασμένος αρχάγγελος. Ιδίως απ’ τη στιγμή που πέρασαν οι Γερμανοί τη Χανιόπορτα. Δεν μπορούσε να τους βλέπει στην Πλατιά Στράτα και τα Λιοντάρια. Γι’ αυτό δεν έβγαινε έξω από τον Λάκκο. Εκεί δεν τον ένοιαζε. Γιατί στον Λάκκο ήταν όλοι ίδιοι. Δεν υπήρχαν ανώτεροι, κατώτεροι, πλούσιοι, φτωχοί, σκλαβωμένοι και κατακτητές, καλοί και κακοί. Μόνο δυνατές αναπνοές πάνω σε γυμνά κορμιά, που δεν τις ξεχώριζες στο σκοτάδι. Ολόιδιες!
«Ο Λάκκος» έλεγε «είναι το πιο ελεύθερο και ανθρώπινο μέρος της Κατοχής». Αυτή η γειτονιά και ο ζεϊμπέκικος τον έστεναν. Τον έκαναν να νοιώθει άνθρωπος. Απ’ τον ζεϊμπέκικο τού ’χανε βγάλει και το παρατσούκλι «Ρώσος», γιατί προπολεμικά είχε δει στο «Μινώα» το σινεμά, στα «Νέα του Κόσμου», εκείνον τον Ρώσο χορευτή, τον Νιζίνσκι, που έκανε τον Ρωμαίο και κρατούσε τη νεκρή Τζουλιέτα ψηλά και την κατέβαζε ανάλαφρα, λες και κρατούσε μόνο την ψυχή της. Μικρός ήτανε τότε ο Βάγγος. Τρελάθηκε. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Από κείνη τη στιγμή προσπαθούσε να βάλει τις κινήσεις του Ρώσου στο ζεϊμπέκικό του, πράγμα δύσκολο. Μόνο πιωμένος, ναρκωμένος, καπνισμένος απ’ το χασίς, το κατάφερνε. Γιατί ο χορός του Ρώσου έφτανε στα σύννεφα, έπιανε το πόδι του Θεού κι έμενε εκεί. Ήταν χορός Θεών. Μόνο για τους καλούς. Ο ζεϊμπέκικος ήταν για όλους, καλούς, κακούς, όμορφους, άσχημους. Γέφυρα προς τον Θεό. Μόνο που για να την περάσεις, έπρεπε να πληρώσεις με ψυχή.
«Γερνάς, Βαγγέλα, γερνάς!» του στριφογυρνούσε η κουβέντα της Σούζυ συνεχώς στο μυαλό. «Πόσα χρόνια έχω να δω Επιτάφιο;» αναρωτήθηκε. Οκτώ χρονών ήταν δεν ήταν όταν, μαγεμένος από τα πολύχρωμα εξαπτέρυγα, τις μυρωδιές των λουλουδιών και την ανοιξιάτικη νύχτα, πλησίασε τη λιτανεία που περνούσε απ’ την πάνω γειτονιά. Αν άπλωνε το χέρι του, θ’ ακουμπούσε τα σκαλίσματα του Επιτάφιου. «Τράβα στη μάνα σου! Άιντε από δω πέρα!» ακούστηκε μια φωνή ενός «καθώς πρέπει» κυρίου που, προφανώς, τον αναγνώρισε. Μια φωνή που του φάνηκε σαν βοή ολόκληρης της λιτανείας. Έφυγε και δεν ξανακοίταξε πίσω του.
Τώρα, έξω απ’ την πόρτα του μπορντέλου, Μεγάλη Παρασκευή του ’43, καρφί στην πλάτη τού ’χε κάτσει. «Ο Επιτάφιος μοναχός του!» σκεφτόταν και δεν του ’ρχότανε. Ο νους του, για μια στιγμή βρέθηκε στο κενό και η ψυχή του στο πουθενά, ενώ η ώρα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας πλησίαζε. Ξαφνικά, το μάτι του έπαιξε, σαν να ξύπνησε. Γύρισε πίσω στην αυλή, έβγαλε έναν σουγιά απ’ την τσέπη του και τον έκρυψε πίσω από μια γλάστρα με γεράνια. Βγήκε απ’ την πόρτα και πήρε ήρεμα και σταθερά, σαν σε περίπατο σε ελεύθερη πόλη, τον δρόμο για τον Άγιο Ματθαίο.
Η πόρτα της εκκλησίας ήταν δειλά μισάνοιχτη, σαν την πόρτα της άνοιξης μετά από άγριο χειμώνα. Ο Βάγγος την έσπρωξε ελαφρά, ανοίγοντάς την. Στη μέση της άδειας εκκλησίας, ο ίδιος Επιτάφιος, τα ίδια σκαλίσματα, τα ίδια λουλούδια, οι ίδιες μυρουδιές. Μόνο αυτός, παιδί, έλειπε και το «καθώς πρέπει» πλήθος. Κοίταξε τις σταγόνες της υγρασίας που σύρωναν αργά πάνω στις πέτρινες κολώνες της εκκλησίας και το φως των κεριών αντανακλούσε μέσα τους την εικόνα του Επιτάφιου. Κάθε σταγόνα κι ένας Επιτάφιος. Λες κι ήταν χιλιάδες. Όλοι οι Επιτάφιοι του κόσμου γύρω του.
Σταυρό δεν έκανε ο Βάγγος. Άναψε ένα κερί, πλησίασε τον Επιτάφιο και αργά, με το χέρι του, παραμέρισε τα λουλούδια για να φωτίσει και να δει το πρόσωπο του Χριστού. Στη θέα του προσώπου του Θεού, ένοιωσε ξαφνικά βαθιά γερασμένος. Σαν ένα μέρος της ζωής του να πήγε χαμένο, χωρίς να ξέρει γιατί και που. Ένας ξερός νοτιάς φύσηξε στην ψυχή του και Γερμανοί, καλές κοινωνίες, χωροφύλακες και μαχαιροβγάλτες μαζεύτηκαν γύρω απ’ αυτόν και τον Επιτάφιο, κραδαίνοντας το παρελθόν του. Κοίταξε στα κλειστά μάτια του Ιησού και είδε τον Θεό νεκρό. Πιο μόνος δεν είχε νοιώσει ποτέ.
-Στη ζωή μόνος Σου, Του είπε κοιτάζοντάς Τον. Και στον θάνατο το ίδιο. Μόνο χασικλήδες Σού μείνανε απόψε. Ας χορέψουμε, λοιπόν, χασικλήδες και Θεοί, νεκροί και ζωντανοί, με νόμους δικούς μας. Μαζί. Όπως μας ταιριάζει…
Έσκυψε και σήκωσε την παλιά ξύλινη εικόνα με τον νεκρό Χριστό, απ’ τον λουλουδιασμένο Επιτάφιο. Την έσφιξε στην αγκαλιά του, άνοιξε την πόρτα της εκκλησίας και βγήκε έξω. Ο χωμάτινος δρόμος ήταν έρημος και σκοτεινός. Η ζέστη του ανοιξιάτικου ήλιου της ημέρας, που δεν ήταν πια εκεί, αναδυόταν απ’ τις πέτρες και το χώμα, αγκαλιάζοντας σφιχτά τις ρίζες της παρακάτω μυγδαλιάς, γεμίζοντας τον αέρα με μυρωδιά πικραμύγδαλου. O Βάγγος πήρε την προπολεμική πορεία του Επιτάφιου. Είχε φτάσει κοντά στα «σπίτια», στην πλατεία, όταν άκουσε «Ααααλτ!» και στρατιωτικές μπότες να τρέχουν προς το μέρος του. Ο ένας απ’ τους Γερμανούς στρατιώτες τού μιλούσε γερμανικά και, κουνώντας τα χέρια του έντονα και νευρικά, του ζητούσε την άδεια κυκλοφορίας της Κομαντατούρ, σημαδεύοντάς τον. Ο Βάγγος κρατούσε την εικόνα του Επιτάφιου στα χέρια του. Τους κοίταξε ήρεμα έναν-έναν στα μάτια και με σταθερότητα κούνησε το κεφάλι του αριστερά-δεξιά, δείχνοντάς τους ότι άδεια δεν είχε. Ένοιωσε πρώτα τον αέρα να ανοίγει προς το μέρος του, μετά την ξύλινη βάση του όπλου του Γερμανού στρατιώτη να τον κτυπά στον δεξί του κρόταφο και ένα χοντρό διάχυτο πόνο να τον λούζει.
Έσφιξε την εικόνα δυνατά στην αγκαλιά του. Οι φιγούρες των στρατιωτών άρχισαν να χάνονται. Το ίδιο και τα σπίτια γύρω του. Έκανε ένα βήμα πίσω, για να στηριχτεί. Ένα δυνατό φως τον χτύπησε στα μάτια και σαν να βρέθηκε στη σκηνή του σινεμά «Μινώα», με πολύ κόσμο γύρω του, από κάτω, να τον κοιτά μαγεμένος. Κι αυτός, με τη νεκρή Τζουλιέτα στην αγκαλιά του, να την κρατά ψηλά και να χορεύει έναν ασύλληπτο ζεϊμπέκικο, που πάντρευε την ψυχή με το σώμα, τον άνθρωπο με τον Θεό. Κι ήτανε, λέει, ο ουρανός ζωγραφισμένος με άστρα χρυσά και το πάτωμα της σκηνής γεμάτο νούφαρα χωρίς νερό. Κι όπως με τη ρυθμική κίνησή του ζωγράφιζε τα ημικύκλια, ένοιωσε τη νεκρή Τζουλιέτα να ζωντανεύει, να παίρνει ζωή. Ένοιωσε το χέρι της στον λαιμό του να σφίγγει. Το κεφάλι της ανασηκώθηκε και τον κοίταξε τρυφερά με τα ολοζώντανα, πανέμορφα μάτια της.
«Με τον χορό σου με ζωντανεύεις, Βαγγέλη! Μη σταματήσεις να χορεύεις» του είπε τρυφερά.
«Στο υπόσχομαι», της είπε ο Βάγγος, γονατίζοντας στον ρυθμό της μουσικής τους μηρούς και την καρδιά του και ολισθαίνοντας το αέρινο σώμα της πάνω στο δικό του, χωρίς να την αφήνει να ακουμπάει κάτω. Τέτοια συνοχή ψυχής και σώματος με θηλυκό, ο Βαγγέλας, ποτέ δεν είχε νοιώσει. Έρωτας αυτός ο χορός, χωρίς πράξη. Αμόλυντος, χωρίς στρώματα ιδρωμένα και δωμάτια μισοσκότεινα. Φωτεινή σκηνή, μπροστά σε όλους. Ξάστερος και πεντακάθαρος. Αρσενικό, θηλυκό και ανάμεσά τους, ο Θεός. Και κράτησε ώρα πολλή. Δυο στροφές μόνο πριν το τέλος, ξώφαλτσα, πήρε το μάτι του τα χέρια και τα πέλματα της Τζουλιέτας. Ήταν γεμάτα αίμα, καθάριο, κόκκινο, αγνό.
«Τι έπαθες;» της είπε, σμίγοντας τα φρύδια και χωρίς να σταματήσει να αιωρείται.
«Τίποτα, Βαγγέλη! συνέχισε να χορεύεις. Μη σταματήσεις ποτέ! Αγάπα τις μέλισσες» του είπε αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά και φιλώντας τον στο μάγουλο.
«Ποιές μέλισσες;» είπε ο Βαγγέλας με αγωνία. Μα δεν πρόφτασε να πάρει απάντηση. Ο ουρανός του «Μινώα» άνοιξε και άρχισε να βρέχει. Ένοιωθε τη βροχή να πέφτει στο κεφάλι του και πάνω στα νούφαρα της σκηνής. Την ένοιωθε να κατεβαίνει στα μάτια, να ποτίζει το πουκάμισό του και να φτάνει στο σώμα της Τζουλιέτας.
-Παναγιά μου και Χριστέ μου, τί σου κάνανε!!! φώναξε η μαντάμ Σούζυ βγαίνοντας απ’ την πόρτα της. Γούρλωσε βλέποντας τους Γερμανούς στρατιώτες και τον Βαγγέλα να προσπαθεί να σταθεί όρθιος σαν ναρκωμένος, μέσα στο αίμα που κατέβαινε απ’ τα μάτια, πότιζε το πουκάμισο και κυλούσε πάνω στην εικόνα… Έτρεξε προς το μέρος τους άφοβα, αγκαλιάζοντάς τον σαν παιδί φασκιωμένο.
-Τη Τζουλιέτα, Σούζυ! της είπε ο Βάγγος με αγωνία, ζαλισμένος. Μην αφήσεις να πέσει κάτω η Τζουλιέτα!
-Ποιά Τζουλιέτα, χριστιανέ μου; του φώναξε αυτή, κοιτάζοντας συγχρόνως τους Γερμανούς στρατιώτες. Μια εικόνα κρατάς. Σσς! Άσε με να μιλήσω εγώ τώρα.
Και μίλησε η Σούζυ. Γιατί δεν φοβόταν τίποτα η Σούζυ. Εξάλλου, γνώριζε όλα τα γερμανικά τάγματα και την γνώριζαν κι αυτά. Γυμνά και ντυμένα. Σιδερένια και πήλινα. Ήξερε να μιλά με το σώμα της, σαν ερωμένη στο σώμα τους, και να το ορίζει. Μα και σαν μάνα κι αδελφή στην ψυχή τους. Τους την καθάριζε για κάποιες ώρες απ’ τον φόβο και τον θάνατο και τους πήγαινε πίσω στο Βερολίνο και στα χωριά τους. Στο χάδι της μάνας τους και στα στήθια των γυναικών τους. Δε θα έφευγε από κει αν δεν έπαιρνε τον Βαγγέλα σώο. Έτσι κι έγινε. Τους εξήγησε με ό,τι βρήκε, ό,τι είχε κι ό,τι μπορούσε, με τη γλώσσα, την ψυχή, τα χέρια και τα πισινά της, ότι δεν έτρεχε τίποτα. Ότι επρόκειτο για δικό τους παιδί, τρελαμένο.
Κρατώντας τον Βαγγέλα μέσα στα αίματα, σφιχτά για να μην πέσει, απομακρύνθηκαν από τη γερμανική περίπολο.
-Άσε το νοσοκομείο Σούζυ, της είπε στον δρόμο. Στο Ματθαίο πήγαινέ με, στην εκκλησία. Και μετά βλέπομε.
Με δυσκολία και με τη βοήθεια της Σούζυ, τοποθέτησε πάλι ο Βάγγος την εικόνα πίσω στον Επιτάφιο. Κρατώντας τον και πάλι, έκαναν ένα βήμα, παραπάτησε αυτός, έκανε να της φύγει απ’ τα χέρια. Τύλιξε εκείνη το μπράτσο του πιο σφιχτά στον λαιμό της και τον έβαλε να κάτσει σ’ ένα στασίδι. Έβρεξε γρήγορα από τη στέρνα της αυλής το μαντήλι της κι άρχιζε να του σκουπίζει το αίμα από το μέτωπο.
-Δε θα ’ρθουνε οι βρωμοφονιάδες; άρχισε να λέει οργισμένη, δηλητήριο στα λαιμά μου θα ρίξω, να το γλύψουνε σα σκύλοι που ’ναι, να ψοφήσουνε. Κοίτα τί σου κάνανε! Στο κρασί τους μέσα θα ρίξω…
-Σσσς…!!! της ψέλλισε ο Βάγγος, κλείνοντάς της τρυφερά το στόμα με το δάκτυλό του. Αγάπα τις μέλισσες. Μέλι και κεντρί μαζί είναι. Πονάς όταν σ’ αγγίζουν. Κι αν δεν το κάνουν, ζωή δε νοιώθεις. Χωρίς κεντρί και μέλι, Επιτάφιος κι Ανάσταση είναι ένα πράγμα μπλάβο. Ούτε καθάριο μαύρο, ούτε καθάριο άσπρο. Πήγαινέ με τώρα στην εικόνα.
Η Σούζυ τον πήγε χωρίς άλλη λέξη στον Επιτάφιο κι έκανε πίσω για να μην Τον αγγίξει. Ιερό σύμβολο Αυτός, πόρνη εκείνη. Σκυφτός, ακουμπισμένος πάνω στον Επιτάφιο ο Βαγγέλας, έβγαλε το μαντήλι του και σκούπισε το αίμα του που είχε στάξει στο πρόσωπο και το σώμα του Χριστού. Το αίμα είχε ποτίσει τα λεπτά σκασίματα της παλιάς εικόνας. Ο Νεκρός τού φαινόταν τώρα σαν να είχε πάρει κόκκινη απόχρωση. Σαν να ’χε ζωντανέψει, να κοιμόταν και να ήταν έτοιμος να ξυπνήσει. Σαν να μην ήταν Θεός, μα ένας νέος χορτασμένος από φρέσκα κεράσια, που έγειρε για λίγο να ξεκουραστεί.
-Διπλά μοναχικός ο χορός μας αυτή τη νύχτα μα κακή η ορχήστρα, Του είπε. Καλά, όμως, τα καταφέραμε. Δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ μες στην Κατοχή, συνέχισε με μισάνοιχτα χείλη ο Βάγγος. Μα και στην ειρήνη, αν ποτέ έρθει, εγώ με λιτανείες δεν μπερδεύομαι. Απόψε, όμως, το αίμα μου, κρασί πάνω σου. Να πιεις, να μεθύσεις. Νότες η αναπνοή μου, να πατήσεις να ξαναχορέψεις και ν’ αναστηθείς. Αυτά έχω, αυτά σου δίνω.
Έσκυψε, Τον φίλησε στο μάγουλο κι ανασηκώθηκε. Κοίταξε γύρω του. Η σκοτεινιά της νύχτας δεν ήταν ικανή να νικήσει τη δύναμη του φωτός των λίγων κεριών. Η αντανάκλασή τους στην υγρασία της ατμόσφαιρας έκανε τον μικρό ναό να μοιάζει με συννεφιασμένο ουρανό, γεμάτο ουράνια τόξα. Πήρε δυο χούφτες ροδοπέταλα, τις άπλωσε πάνω στην εικόνα και χάιδεψε τα σκαλίσματα του Επιτάφιου. Πλησίασε τη Σούζυ, την αγκάλιασε, στηρίχτηκε πάνω της και της είπε τρυφερά:
-Πάμε στο νοσοκομείο σου, Σουζάνα, κι άσε ανοιχτή την πόρτα, να βγαίνει το Φως.
*Διήγημα για τη Μεγάλη Παρασκευή.
Από το βιβλίο "Στη Ρωγμή του Χρόνου"
