Επανεξετάζοντας τους αστικούς μύθους του Ηρακλείου: η περίπτωση του Γεώργιου Δ. Φυτάκη (3ο μέρος)
Μέρος τρίτο: η πτώχευση και η αυτοκτονία
Η παρακμή του εμπορίου των κίτρων
Οι περισσότερες από τις αφηγήσεις για τη χρεοκοπία του Γεώργιου Δημ. Φυτάκη αναφέρονται σε τρείς διαφορετικές αιτίες: την κατάρρευση του εμπορίου των κίτρων λόγω κάποιας ασθένειας που κατέστρεψε την τοπική παραγωγή, την απώλεια της περιουσίας του στα χαρτιά και την απώλεια σημαντικών ποσών στο χρηματιστήριο την εποχή του μεγάλου Κραχ του 1929, σε συνδυασμό πάντα με τις σημαντικές δαπάνες για την κατασκευή του Μεγάρου.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι το πιο εύκολα ελέγξιμο. Το 1920, μια χρονιά που λόγω της περιορισμένης ζήτησης η παραγωγή κίτρων αναμενόταν χαμηλή, το δελτίο της Ετήσιας Γεωργικής Στατιστικής αναφέρει ότι παρήχθησαν 755.000 τεμάχια, όπως ήταν η μονάδα μέτρησης. Τα επόμενα χρόνια η παραγωγή μειώθηκε σε περίπου 500.000, για να αυξηθεί θεαματικά το 1923 στα 1.232.000 τεμάχια. Ακολούθησε μια αξιόλογη πτώση από το 1924 έως το 1925 που όμως στο επίπεδο του εμπορίου ισοσταθμίστηκε από την ιδιαίτερα αυξημένη τιμή. Αντίθετα, από το 1926 και μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η παραγόμενη ποσότητα παρέμεινε πάνω από το 1.000.000, φτάνοντας το 1928 τα 2.505.000 και το 1930 τα 4.198.000 τεμάχια, όμως η τιμή ποτέ δεν κατάφερε να επανέλθει στο επίπεδο της περιόδου 1924-1925.
Στο πεδίο του εμπορίου, με βάση τα στοιχεία των εξαγωγών, το 1925 εξήχθησαν από το Ηράκλειο περίπου 683 τόνοι. κίτρων, αξίας 10.783.900 δρχ., διαμορφώνοντας τη μέση τιμή στις 15,78 δρχ. ανά κιλό. Ωστόσο, το 1926, οι εξαγωγές περιορίστηκαν στους 485 τόνους., με την τιμή όμως να καταρρέει φτάνοντας τις 6,91 δρχ. ανά κιλό. Τα μεγέθη των εξαγωγών αυξήθηκαν και πάλι τα επόμενα χρόνια, φτάνοντας το 1930 τους 1100 τόνους, με τη μέση τιμή να διαμορφώνεται στις 5 με 7 δρχ./κιλό. Η οριστική κατάρρευση επήλθε το 1931, όταν οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 50%, ενώ η τιμή έφτασε τις μόλις 2,22 δρχ. ανά κιλό, προκαλώντας γενικευμένη κρίση που οδήγησε στην ίδρυση της Ένωσης Κιτροπαραγωγών.
Με βάση συνεπώς τα παραπάνω, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η καλλιέργεια των κίτρων να υπέστη ζημιές από κάποια ασθένεια κατά την περίοδο 1924-1925. Αυτή όμως δεν υπήρξε καθοριστική για το προϊόν, εφόσον σε σύντομο χρονικό διάστημα η παραγωγή όχι μόνο αποκαταστάθηκε αλλά και αυξήθηκε. Ακόμα πιο βέβαιο είναι ότι το εμπόριο δεν επηρεάστηκε από τη μεταβολή αυτή, καθώς μέχρι και το 1925 οι τιμές παρέμειναν ιδιαίτερα υψηλές. Αντίθετα, από το 1926 και κατά τα επόμενα χρόνια, τόσο η ποσότητα όσο και η τιμή των εξαγόμενων κίτρων μειώθηκαν σε σημαντικό βαθμό. Δυστυχώς, παραμένει δύσκολο να διαπιστωθεί αν η πτώση στη ζήτηση και κατ’ επέκταση στην τιμή κατά την περίοδο 1927-1931 οφείλονταν στη στροφή των ευρωπαϊκών αγορών σε άλλες περιοχές παραγωγής κίτρων, όπως λ.χ. η Ιταλία. Ωστόσο οι ευρύτερες μεταβολές στην παγκόσμια οικονομία κατά το ίδιο διάστημα αρκούν για να δικαιολογήσουν τη συγκεκριμένη μεταβολή.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμα λόγος για τον οποίο η χρεοκοπία του Φυτάκη δεν θα μπορούσε να συνδεθεί άμεσα με τις μεταβολές στο πεδίο των κίτρων. Από τη σύσταση της Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης τον Ιούλιο του 1923 και έπειτα, το καταστατικό της εταιρίας απαγόρευε στο Φυτάκη να δρα ως αυτόνομος έμπορος ή σε συνεργασία με άλλα άτομα, υπό την απειλή σοβαρών επιπτώσεων. Ακόμα και όταν στις αρχές του 1926 αποχώρησε από τη θέση του μέλους, παρέμεινε δεσμευμένος σε αυτή με αντάλλαγμα το 10% των κερδών. Δεν είναι σαφές πότε η σχέση αυτή διεκόπη οριστικά, ωστόσο ακόμα και αν οποιαδήποτε στιγμή μετά το 1926 επιχειρούσε να επανέλθει στο εμπόριο των κίτρων, αυτό θα είχε μάλλον άσχημα αποτελέσματα δεδομένης της κατάρρευσης των τιμών. Εν κατακλείδι, η χρεοκοπία του, τουλάχιστον κατά το πρώτο στάδιο, δεν θα πρέπει να αναζητηθεί στην παρακμή της παραγωγής ή του εμπορίου των κίτρων.
Η «ατυχής» συγκυρία του 1926
Όπως είναι προφανές, η ιστορία της απώλειας του Μεγάρου στα χαρτιά είναι και η πιο δύσκολα επαληθεύσιμη, εφόσον σπάνια υπάρχει η δυνατότητα να εντοπιστούν αξιόλογα στοιχεία για αυτά τα ζητήματα. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες έμμεσες ενδείξεις ενάντια στο συγκεκριμένο ενδεχόμενο. Ειδικότερα, τόσο πριν όσο και κατά την πορεία της πτώχευσής του, από το 1926 έως το 1928, ο Φυτάκης παρουσιάζεται να λαμβάνει διάφορα δάνεια, κυρίως από την Εθνική Τράπεζα. Θα ήταν μάλλον απίθανο οποιαδήποτε τράπεζα να διακινδύνευε την παροχή δανείων σε κάποιον που είχε χάσει έστω ένα μέρος της περιουσίας του στα χαρτιά. Είναι γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό του Μεγάρου το 1928, ανάμεσα στους δανειστές περιλαμβάνονταν ορισμένα πρόσωπα η σχέση των οποίων με τον Φυτάκη δεν είναι σαφής. Οι σχετικές οφειλές περιλάμβαναν αξιόλογα, αναλογικά όμως μικρά ποσά σε σχέση με τα χρέη του προς τις τράπεζες, που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αιτία της χρεοκοπίας.
Πού μπορεί, συνεπώς, να αποδοθεί η χρεοκοπία του Φυτάκη; Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, η χρεοκοπία του Φυτάκη, που χρονικά ξεκινάει με την έξοδό του από την εταιρία Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης στα τέλη Φεβρουαρίου του 1926 και ολοκληρώνεται με τον πλειστηριασμό του Μεγάρου τον Νοέμβριο του 1928, θα μπορούσε να θεωρηθεί το αποτέλεσμα τεσσάρων διαφορετικών παραγόντων.
Αρχικά, ο Φυτάκης δεν υπήρξε ίσως τόσο εύπορος όσο θρυλούνταν. Ενδεικτικό είναι ότι το οικόπεδο στο οποίο χτίστηκε το Μέγαρο αγοράστηκε το 1923 έναντι του ποσού των 408.000 δρχ., το οποίο όμως καταβαλλόταν σε δόσεις. Κατά τον πλειστηριασμό του 1928, ο Φυτάκης όφειλε ακόμα ένα σεβαστό ποσό στο δημόσιο, όπως και εξίσου αξιόλογα ποσά σε διάφορους μηχανικούς και εργολάβους.
Δεύτερον, στο Ηράκλειο του Μεσοπολέμου δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο ορισμένοι επιχειρηματίες να χρηματοδοτούν τις δραστηριότητές τους όχι με δικά τους κεφάλαια αλλά μέσω δανείων, τα οποία εξασφάλιζαν αξιοποιώντας την εμπορική τους φήμη και την περιουσία τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διαμαρτυρίες αντιπροσώπων των τοπικών υποκαταστημάτων της Εθνικής ή της Τράπεζας Αθηνών, οι τοπικοί έμποροι συνήθιζαν να συνάπτουν βραχυπρόθεσμα δάνεια, συνήθως με τη μορφή γραμματίων τριμηνιαίας διάρκειας, την ανανέωση των οποίων θεωρούσαν δεδομένη, αντιμετωπίζοντάς τα ως μακροπρόθεσμα. Στις αρχές όμως του 1926, όταν το προγενέστερο, ευνοϊκό οικονομικό πλαίσιο καταρρέει, οι τράπεζες διακόπτουν απότομα την πρακτική αυτή, με τραγικά αποτελέσματα για σημαντικό μέρος του εμπορικού κόσμου, όχι μόνο στο Ηράκλειο αλλά και αλλού.
Σε άμεσο συσχετισμό με τα παραπάνω, ένας τρίτος παράγοντας ήταν η σύναψη στις αρχές του 1926 από την Κυβέρνηση ενός ακόμα αναγκαστικού δανείου. Οι επιπτώσεις ήταν αντίστοιχες με εκείνες κατά την επιβολή του αναγκαστικού δανείου του 1922, οδηγώντας την τοπική αγορά σε στασιμότητα και περιορίζοντας σε τρομακτικό βαθμό τη ρευστότητα.
Ένας ακόμα παράγοντας ήταν η κατάρρευση του ελληνικού χρηματιστηρίου. Στη συλλογική μνήμη, το Κραχ του 1929 παραμένει ακόμα και σήμερα ως το κύριο περιστατικό χρηματιστηριακής κατάρρευσης του Μεσοπολέμου. Όμως το ελληνικό χρηματιστήριο είχε εισέλθει σε μια περίοδο διαδοχικών κρίσεων ήδη από τον Απρίλιο του 1925. Τον Ιανουάριο του 1926 και μετά από μια πρόσκαιρη ανάκαμψη στα τέλη του προηγούμενου έτους, κατέρρευσε και πάλι με σημαντικές απώλειες, που διήρκησαν μήνες, όπως περιγράφεται στον Οικονομολόγο Αθηνών. Η ύπαρξη σημαντικών οφειλών προς κάποιον χρηματιστή με έδρα την Αθήνα στηρίζει το ενδεχόμενο της επένδυσης από τον Φυτάκη αξιόλογων ποσών στο χρηματιστήριο και την παγίδευσή του σε αυτό κατά την κατάρρευσή του στις αρχές του 1926.
Με βάση τα παραπάνω, η χρεοκοπία του Φυτάκη και μαζί του συνεταίρου του στην υπόθεση του Μεγάρου, Ιωάννη Κασαπάκη, θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: έχοντας αποκομίσει κάποια σημαντικά κέρδη από το εμπόριο κίτρων, ο Φυτάκης επένδυσε στην υπόθεση του Μεγάρου και στα άλλα ακίνητα. Με την ένταξή του στην εταιρία Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης ήταν σε θέση να συνάπτει διαδοχικά δάνεια, με τα οποία κάλυπτε τις σημαντικές δαπάνες για την ανέγερση του Μεγάρου και την υπόλοιπη δραστηριότητά του. Όμως, λόγω της συγκυρίας, στις αρχές του 1926 εγκλωβίστηκε σε μια «παγίδα» χρέους, που οδήγησε στην έξοδό του από την Εταιρία, προκειμένου τα προσωπικά του χρέη να μην απειλήσουν την αξιόλογη περιουσία που είχε σχηματιστεί με την κατασκευή του εργοστασίου της Κιτρικής και του μεγάρου της Θεσσαλονίκης. Σε αντάλλαγμα έλαβε ένα σημαντικό ποσό, ενώ οι συνέταιροι ανέλαβαν τον ρόλο του εγγυητή των χρεών του, παρέχοντας νέα δάνεια στους δύο συνεταίρους και δεχόμενοι ως υποθήκη το Μέγαρο και τα άλλα ακίνητα. Επιπλέον, όπως ήδη αναφέρθηκε ο Φυτάκης θα συνέχιζε να εργάζεται για την Εταιρία με αντάλλαγμα το 10% επί των κερδών, ποσό όχι ευκαταφρόνητο, καθώς ο ισολογισμός του 1925 είχε κλείσει με το ποσό των 5.890.267 δρχ.
Στο εξής ο Φυτάκης επιδόθηκε σε ένα αγώνα προκειμένου να καλύψει τα χρέη του. Όμως το ημιτελές Μέγαρο ελάχιστα έσοδα μπορούσε να προσφέρει, ενώ η ολοκλήρωσή του απαιτούσε, όπως αποδείχθηκε αργότερα, αρκετά εκατομμύρια. Πιθανόν όλοι όσοι εμπλέκονταν στην υπόθεση αυτή περίμεναν με αγωνία τη νέα εξαγωγική περίοδο για να ανακάμψουν. Εύκολα μπορεί κάποιος να υποθέσει την απογοήτευσή τους όταν διαπίστωσαν όχι μόνο τον περιορισμό στη ζήτηση των κίτρων αλλά και την πτώση της τιμής του σχεδόν στο ήμισυ. Οι ζημιές τους ίσως ήταν ακόμα μεγαλύτερες αν είχαν προχωρήσει, όπως συνηθιζόταν, σε προαγορές από τους παραγωγούς κίτρων με βάση τις τιμές της προηγούμενης χρονιάς.
Συνεπώς, η κατάρρευση της αγοράς των κίτρων δεν ήταν η κύρια αιτία, έδωσε όμως το τελειωτικό χτύπημα στην όποια προσπάθεια ανάκαμψης του Φυτάκη. Αξίζει να αναφερθεί ότι και η Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης, παρόλο που επιβίωσε κατά την περίοδο αυτή, δεν κατάφερε να αντεπεξέλθει στις πιέσεις που προκάλεσε η παγκόσμια κρίση του 1929. Μετά τον θάνατό του το 1928, οι κληρονόμοι του Εμμανουήλ Μιχ. Γουναλάκη αντιμετώπισαν διάφορα προβλήματα κατά τη δεκαετία του 1930, ενώ ο Κωνσταντίνος Γεωρ. Λιοπυράκης οδηγήθηκε επίσης στη χρεοκοπία το φθινόπωρο του 1931, χάνοντας το Μέγαρό του στην οδό 25ης Αυγούστου, το μετέπειτα Μέγαρο Κοθρή.
Η αυτοκτονία
Η πορεία της χρεοκοπίας του Φυτάκη ολοκληρώνεται τυπικά με τον πλειστηριασμό του Μεγάρου και του κτηρίου που διέθετε στην συνοικία Χουγκιάρ (Άγιος Φραγκίσκος), τον Νοέμβριο του 1928. Κατά την περίοδο αυτή, από το εξαώροφο κτήριο είχαν ολοκληρωθεί μόνο οι ισόγειες αποθήκες και ο δεύτερος όροφος (ισόγειο). Ο τρίτος και τέταρτος όροφος διέθεταν χωρίσματα, ήταν όμως ημιτελείς ενώ ο πέμπτος και έκτος είχαν μόνο τους εξωτερικούς τοίχους. Είχαν επίσης τοποθετηθεί και όλα τα εξωτερικά κουφώματα. Κατά την πλειοδοσία, το κτήριο πέρασε στους κληρονόμους του Εμμ. Μιχ. Γουναλάκη και στον Κωνσταντίνο Γεώρ. Λιοπυράκη, με το σύνολο του ποσού της αγοράς να δεσμεύεται από την Εθνική Τράπεζα για την αποπληρωμή των δανείων που εκκρεμούσαν από τα τέλη του 1925 και τις αρχές του 1926.
Μετά τη χρεοκοπία του, ο Φυτάκης ακολούθησε τη συνήθη οδό για τους χρεοκοπημένους επιχειρηματίες του Ηρακλείου: μετοίκησε στην Αθήνα. Εκεί προσπάθησε να ξεκινήσει μια νέα ζωή, πιάνοντας δουλειά σε κάποια εταιρία λιπασμάτων. Είναι πρακτικά αδύνατο να διαπιστωθεί αν είχε καταφέρει να αποπληρώσει το σύνολο ή μέρος των χρεών του, ωστόσο με βάση μετέπειτα δημοσιεύματα το τελειωτικό χτύπημα ήταν η έκδοση την άνοθξη του 1932, εντάλματος για την είσπραξη χρέους 200.000 δρχ. για φόρους οικοδομών προς το Δημόσιο.
Η είδηση της αυτοκτονίας του Φυτάκη – ή Φωτάκη όπως λανθασμένα αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις- στις 16 Μαΐου 1932, εντοπίζεται σε αρκετές αθηναϊκές εφημερίδες. Σύμφωνα με την εκτενή περιγραφή της Πατρίδας, λίγες μέρες πριν η πίεση είχε γίνει μεγαλύτερη λόγω της λήξης της αναστολής που του είχε δοθεί από το Δημόσιο για τη καταβολή του φόρου. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ίδια περιγραφή, ήταν να πέσει σε μελαγχολία και επιχειρήσει να αυτοκτονήσει χρησιμοποιώντας ένα περίστροφο. Τραυματισμένος μεταφέρθηκε στο προσφυγικό νοσοκομείο, όπου πέθανε λίγες ώρες αργότερα.
Ίσως, η πλέον χαρακτηριστική περιγραφή εντοπίζεται στην Εσπερινή: «Ο ατυχής κ. Φωτάκης κατά την τελυταίαν τριετίαν εγνώρισε τας μεγαλειτέρας απογοητεύσεις και εδοκίμασε τας φοβεροτέρας πικρίας, που εδοκίμασε ποτέ άνθρωπος. Κάτοχος κολοσσιαίας περιουσίας εν Κρήτη, υπολογιζόμενης είς πεντήκοντα και πλέον εκατομμύρια δραχμών, ανεμίχθη είς διαφόρους επιχειρήσεις, είς τας οποίας απώλεσεν ολόκληρον την περιουσίαν του. Κατά τους γνωρίζοντας τον αυτόχειρα και τα πράγματα, τον κατεδίωκε στυγνή και αμείλικτος ατυχία είς όλας τας επιχειρήσεις είς τας οποίας αναμιγνύετο, παρά δε τας απεγνωσμένας του προσπάθειας, δεν κατώρθωσε να διασώσει τίποτε εκ της προ ολίγων ακόμη ετών κολοσσιαίας δια την Κρήτην περιουσίας του. Η καταστροφή του υπήρξε πλήρης και ανεπανόρθωτος…». Όπως καταλήγει το ίδιο άρθρο, στο σημείωμα που είχε αφήσει προς τον αδελφό του, έγραφε ότι «Αυτοκτονώ για λόγους ψυχολογικούς και οικονομικούς…».
