Μια βομβαρδισμένη βασκική κωμόπολη, ένας μεγάλος ζωγραφικός πίνακας…Guernica!

Μια βομβαρδισμένη βασκική κωμόπολη, ένας μεγάλος ζωγραφικός πίνακας…Guernica!

26 Απριλίου 1937 …83 χρόνια πάνε πια !

 

 

“Ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε στον Πικάσο τον πίνακα αυτόν και τον ρώτησε: δικό σας έργο; «Όχι, δικό σας!» ήταν η απάντηση…

Όταν στις 26 Απριλίου 1937, στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου γερμανοί και ιταλοί πιλότοι βομβάρδισαν την κωμόπολη Guernica στη χώρα των Βάσκων της Ισπανίας, ο Pablo Picasso βρήκε στο τραγικό αυτό γεγονός, το οποίο κόστισε τη ζωή σε 1,650 ανθρώπους και ισοπέδωσε το 70% της πόλης, μια πηγή έμπνευσης. Ο λόγος για το έργο του, Guernica, το οποίο περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου, αλλά και όλων των πολέμων.

Από το 1936 έως το 1939 η Ισπανία αντιμετώπισε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο: ο δικτάτορας Franco εναντίον των δημοκρατικών δυνάμεων. Οι Βάσκοι, στο βορρά της χώρας, ήταν από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους εθνικιστές του Franco, καθώς αντιστέκονταν σθεναρά και συνεργάζονταν με τη δημοκρατική κυβέρνηση της Μαδρίτης. Όταν, λοιπόν, την άνοιξη του 1937, οι εθνικιστές θέλησαν να καταλάβουν επιτέλους τον ατίθασο βορρά, η Guernica θεωρήθηκε εξαρχής το μεγαλύτερο εμπόδιο για την κατάληψη της στρατηγικής πόλης Bilbao.

Γκουερνικα

Η μικρή αυτή κωμόπολη, με τους 5.000 μόνιμους κατοίκους, αλλά και τους χιλιάδες δημοκρατικούς πρόσφυγες, βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο πάνω στο δρόμο για το Bilbao. Επιπλέον, η Guernica ήταν σημαντική για τους Βάσκους γιατί στο κέντρο της πόλης υπήρχε μια βελανιδιά, κάτω από την οποία συνήθιζε να συνεδριάζει η Βουλή τους.

Η «Επιχείρηση Επίπληξη» (Operation Rugen), όπως ονομάστηκε ο βομβαρδισμός της Guernica, πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της 26ης Απριλίου, 1937, από τις 16:30 έως τις 19:00. Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος 20 γερμανικά μαχητικά και 3 ιταλικά. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για μια πολύ απλή επιχείρηση, καθώς η μικρή βασκική πόλη ήταν ανοχύρωτη. Μετά από τους απανωτούς βομβαρδισμούς γρήγορα ξέσπασαν πυρκαγιές σε πολλά σημεία της πόλης, καταστρέφοντάς την ολοσχερώς.

Στις 26 Απριλίου του 1937, η Γκουέρνικα γιόρταζε το πανηγύρι της όπως κάθε χρόνο. Η πόλη και οι κάτοικοι είχαν βάλει τα καλά τους και περίπου πέντε χιλιάδες έμποροι και επισκέπτες έσπευσαν από τις γύρω πόλεις για τη γιορτή. Αγροτικά προϊόντα και ζώα είχαν την τιμητική τους στις αγοραπωλησίες των εμπόρων, ενώ στους πάγκους το παζάρι έδινε και έπαιρνε. Ξαφνικά, δύο καταδιωκτικά Χάινκελ 51 πέταξαν πάνω από τα κεφάλια του κόσμου, κάνοντας αναγνωριστική πτήση. Στις 16.30 το απόγευμα, 30 καταδιωκτικά της λεγεώνας Κόνδωρα πλησίαζαν την πόλη με το ρύγχος τους στραμμένο στο πανηγύρι. Οι ριπές θέρισαν τον πανικόβλητο κόσμο και τα αμέτρητα ζώα. Οι δρόμοι είχαν γεμίσει πτώματα. Ήταν μόνο η αρχή. Μια ώρα αργότερα, φάνηκαν στον ορίζοντα 20 δικινητήρια Χάινκελ 111, που αποτελούσαν την τελευταία λέξη της αεροπορικής τεχνολογίας. Πετώντας όλα μαζί, άδειασαν ταυτόχρονα τις βόμβες τους πάνω από την πόλη, ισοπεδώνοντας το μεγαλύτερο μέρος της και σκοτώνοντας πολλούς ανθρώπους που κρύβονταν στα σπίτια τους. Ο θάνατος κυριαρχούσε παντού. Ο στρατηγός Χούγκο Φον Σπέρλε όμως, δεν είχε δώσει ακόμη λήξη της επίθεσης. Διέταξε να απογειωθούν και πάλι τα Χάινκελ 111, φορτωμένα αυτή τη φορά με εμπρηστικές βόμβες. Περίπου δέκα χιλιάδες τέτοιες βόμβες έπεσαν στην ήδη κατεστραμμένη Γκουέρνικα. Έως τις 19.30 το απόγευμα, η πόλη είχε «γονατίσει» από τις τρεις ανηλεείς επιδρομές των Ναζί...

Οι νεκροί ανήλθαν σε 1654 και οι τραυματίες μαζί με τους ακρωτηριασμένους, έφτασαν τους χίλιους. Η ναζιστική προπαγάνδα προσπάθησε να πείσει ότι η επίθεση έγινε από τους αναρχικούς μεταλλωρύχους της Αστουρίας, αλλά ο Χούγκο Φον Σπέρλε καυχιόταν δημόσια για το πείραμά του στη Γκουέρνικα. Πριν από την αυτοκτονία του, ο Χέρμαν Γκέρινγκ είχε ομολογήσει ότι η κωμόπολη υπήρξε πεδίο δοκιμών για τη Λουτβάφε. «Γεγονός πολύ δυσάρεστο, συμφωνώ. Δεν γνωρίζαμε όμως κανένα καλύτερο μέρος για να εκτελέσουμε τα τεστ των βομβαρδιστικών μας», έλεγε ο επικεφαλής της Πολεμικής Αεροπορίας των Ναζί....

Οι εθνικιστές δεν αρνήθηκαν τον βομβαρδισμό της Guernica, αλλά έριξαν την ευθύνη για τις φωτιές και την εκτεταμένη καταστροφή της πόλης στους υποχωρούντες Δημοκρατικούς, τους οποίους και κατηγόρησαν για εφαρμογή τακτικών «καμένης γης». Εξήντα, πάντως, χρόνια μετά από αυτό το έγκλημα πολέμου –επίθεση σε μη στρατιωτικό στόχο, θάνατος άοπλων- το 1997, ο γερμανός πρόεδρος Roman Herzog «έτεινε χείρα φιλίας και συμφιλίωσης, εξ ονόματος του γερμανικού λαού» προς τους επιζώντες της επίθεσης.

Από την αρχή του πολέμου ο Picasso είχε ταχθεί με τους δημοκρατικούς. Όταν, λοιπόν, πληροφορήθηκε την καταστροφή της βασκικής πόλης Guernica θέλησε να διαμαρτυρηθεί με το δικό του τρόπο: ζωγραφίζοντας τον ομώνυμο πίνακα, καταδικάζοντας έτσι τον πόλεμο και την ωμότητά του. Ο διάσημος ζωγράφος ήταν, εξάλλου, οπαδός της στρατευμένης τέχνης, έχοντας δηλώσει στο παρελθόν ότι «η ζωγραφική είναι ένα όπλο για την επίθεση και την άμυνα ενάντια στον εχθρό».

Τις ημέρες, λοιπόν, εκείνες του βομβαρδισμού, ο Pο Picasso ετοίμαζε έναν πίνακα, παραγγελία της Δημοκρατικής κυβέρνησης της Μαδρίτης για τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού. Μόλις έμαθε για την τύχη της Guernica είχε βρει τόσο το θέμα, όσο και τον τίτλο του έργου του. Λέγεται, τέλος, ότι όταν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί εισέβαλαν στο Παρίσι, με στόχο την κατάσχεση καλλιτεχνικών θησαυρών, ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε στον Πικάσο τον πίνακα αυτόν και τον ρώτησε: δικό σας έργο; «Όχι, δικό σας!» ήταν η απάντηση.

Η Γκερνίκα (Guernica στα ισπανικά ή Γκουέρνικα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), είναι το διασημότερο ίσως έργο του Πάμπλο Πικάσο.

Πικάσο

Αυτός ο τεράστιος καμβάς (3,54x7,82μ.) περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Ήταν παραγγελία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας για τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1937.

Ο Πικάσσο πληροφορήθηκε τα γεγονότα από την εφημερίδα Le Soir, μόνο την 1η Μαΐου και το ολοκληρώνει στις 3 Ιουνίου του 1937…

Ο Πικάσο απέφυγε να ζωγραφίσει αεροπλάνα, βόμβες ή ερείπια. Οι δύο κυρίαρχες μορφές του έργου είναι ένας ταύρος και ένα πληγωμένο άλογο με διαμελισμένα κορμιά και τέσσερις γυναίκες που ουρλιάζουν κρατώντας νεκρά μωρά. Αρχικά ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο-μαύρο και αποχρώσεις του γκρι, καθώς θεώρησε ότι έτσι δίνει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα. Πολλές φορές μετακίνησε φιγούρες και μορφές πριν καταλήξει στην οριστική τους θέση. «Η αφαίρεση του χρώματος και του αναγλύφου αποτελεί διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο: όταν διακόπτεται,δεν υπάρχει πια η φύση ή η ζωή».

Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Συνολικά σαράντα πέντε σχέδια μας έχουν σωθεί τα οποία προετοιμάζουν την τελική Γκερνίκα. Όταν πρωτοεμφανίστηκε ο πίνακας, οι αντιδράσεις ήταν μάλλον αρνητικές. Ο βάσκος τοιχογράφος Χοσέ Μαρία Ουτσενάι δήλωσε: «Για έργο τέχνης είναι ένα από τα φτωχότερα της παγκόσμιας παραγωγής. Πρόκειται για πορνογραφία 7x3». Γερμανικό έντυπο έγραψε ότι πρόκειται για «σύμφυρμα από ανθρώπινα μέλη που θα μπορούσε να είχε ζωγραφήσει τετράχρονος». Σταδιακά το γενικό αίσθημα άρχισε να μεταστρέφεται και το έργο περιόδευε για να ενισχύσει τον αγώνα των Δημοκρατικών. Η περιοδεία σταμάτησε όταν ο Φράνκο κατέλαβε την εξουσία το 1939 και, με το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το έργο φυγαδεύτηκε στις ΗΠΑ, για να αποφευχθεί η καταστροφή του.

Η Γκερνίκα έμεινε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1974 υπήρξε συμβάν βανδαλισμού του έργου με κόκκινη μπογιά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σφαγή του Μάι Λάι στο Βιετνάμ. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο, προστατευμένη με αλεξίσφαιρο τζάμι και οπλισμένους φρουρούς, για το φόβο νέου βανδαλισμού. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.

Τα τελευταία χρόνια ακούγεται συχνά η πρόταση να μεταφερθεί στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο, το οποίο βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα από την κωμόπολη Γκερνίκα, πράγμα με το οποίο δε συμφωνεί ούτε η ισπανική κυβέρνηση, ούτε η διοίκηση του Μουσείου Τέχνης Βασίλισσα Σοφία.

ΠΗΓΕΣ :

Mixanitouxronou.gr

Wikipedia.org

Tvxs.gr

Cretalive.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ