Ένωση Εργαζομένων Βενιζελείου: "Καταδικάζουμε την τροπολογία για το «Gatekeeping»
"Επικίνδυνος περιορισμός της πρόσβασης των πολιτών στη δημόσια υγεία" αναφέρουν σε ανακοίνωσή τους οι εργαζόμενοι στο νοσηλευτικό ίδρυμα
Η Ένωση Εργαζομένων Βενιζελείου καταδικάζει απερίφραστα - όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της - τη νέα τροπολογία του Υπουργείου Υγείας για την εφαρμογή του συστήματος ελέγχου πρόσβασης («Gatekeeping») στις δημόσιες δομές υγείας, η οποία τροποποιεί την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Ν. 5157/2024 και εισήχθη προς ψήφιση χωρίς καμία ουσιαστική δημόσια διαβούλευση και χωρίς να ζητηθεί η γνώμη των υγειονομικών και των θεσμικών τους εκπροσώπων.
Στην ίδια ανακοίνωση τονίζονται ακόμη τα εξής:
«Η επιλογή αυτή δεν συνιστά απλώς μια προβληματική νομοθετική πρωτοβουλία, αλλά μια βαθιά πολιτική απόφαση περιορισμού του δικαιώματος των πολιτών στην ελεύθερη και άμεση πρόσβαση στη δημόσια υγεία, μετατρέποντας τον λεγόμενο «προσωπικό γιατρό» σε μηχανισμό ελέγχου και φιλτραρίσματος των ασθενών, με βασικό στόχο τη συγκράτηση των δαπανών και όχι την ουσιαστική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Στην πράξη, η πρόσβαση σε εξειδικευμένο ιατρό τίθεται υπό προϋποθέσεις, καθώς εξαρτάται πλέον από την προηγούμενη έγκριση και παραπομπή, γεγονός που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε καθυστερήσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία, με άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια και την πορεία της υγείας των ασθενών. Η εξέλιξη αυτή πλήττει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους, τους ηλικιωμένους και τους κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών, οι οποίοι ήδη αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ενώ την ίδια στιγμή ωθεί ολοένα και περισσότερους πολίτες προς τον ιδιωτικό τομέα, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα νοικοκυριά σε μια περίοδο έντονης ακρίβειας και υψηλών ιδιωτικών δαπανών υγείας.
Ο κυβερνητικός ισχυρισμός ότι το μέτρο αυτό ενισχύει την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας δεν αντέχει σε σοβαρή επιστημονική και πραγματολογική κριτική. Η ΠΦΥ στη χώρα παραμένει διαχρονικά υποστελεχωμένη και υποχρηματοδοτούμενη, χωρίς επαρκές ιατρικό και λοιπό προσωπικό, χωρίς ολοκληρωμένες δομές και χωρίς τις αναγκαίες υποδομές και εργαστηριακή υποστήριξη. Τα επίσημα στοιχεία καταδεικνύουν ότι μόλις περίπου 5.500 προσωπικοί ιατροί καλούνται να καλύψουν έναν πληθυσμό άνω των 10 εκατομμυρίων, ενώ περισσότεροι από 3,5 εκατομμύρια πολίτες παραμένουν χωρίς προσωπικό γιατρό. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος δεν είναι απλώς προβληματική αλλά πρακτικά ανεφάρμοστη και κοινωνικά άδικη, καθώς επιχειρεί να επιβάλει περιορισμούς χωρίς να έχουν προηγουμένως δημιουργηθεί οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία του.
Παράλληλα, η άκριτη μεταφορά μοντέλων άλλων ευρωπαϊκών χωρών αγνοεί τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας, όπως η νησιωτικότητα, η γεωγραφική διασπορά του πληθυσμού και η υφιστάμενη δομή του Εθνικού Συστήματος Υγείας, το οποίο βασίζεται διαχρονικά στην άμεση και ελεύθερη πρόσβαση στον ειδικό ιατρό. Ιδιαίτερα αντιφατική εμφανίζεται η επιλογή αυτή σε μια χώρα που διαθέτει υψηλό αριθμό και επίπεδο εξειδικευμένων ιατρών, συγκριτικό πλεονέκτημα το οποίο αντί να αξιοποιείται, ουσιαστικά υπονομεύεται.
Η διεθνής εμπειρία από την εφαρμογή συστημάτων «Gatekeeping» δεν είναι ενιαία ούτε επιβεβαιώνει τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε περιβάλλοντα περιορισμένης χρηματοδότησης, έχουν καταγραφεί σημαντικές καθυστερήσεις στην πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες, αύξηση των ανισοτήτων και μετακύλιση του κόστους στους πολίτες. Όταν ένα τέτοιο σύστημα εφαρμόζεται χωρίς επαρκή στελέχωση και χωρίς ισχυρή Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, δε λειτουργεί ως μηχανισμός ορθολογικής οργάνωσης, αλλά ως εργαλείο περιορισμού δαπανών.
Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή επηρεάζει αρνητικά και τον ίδιο τον ρόλο των υγειονομικών, καθώς μετατρέπει τον οικογενειακό γιατρό από κρίσιμο επιστημονικό πυλώνα πρόληψης και ολοκληρωμένης φροντίδας σε διαχειριστή περιορισμών, υποβαθμίζοντας τόσο την επιστημονική του αυτονομία όσο και την επαγγελματική του αξιοπρέπεια. Ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος των ασθενών μόνο όταν εντάσσεται σε ένα πλήρως ανεπτυγμένο, καθολικό και δημόσιο σύστημα υγείας, με επαρκή στελέχωση όλων των ειδικοτήτων και με παραπομπές που βασίζονται αποκλειστικά σε επιστημονικά κριτήρια και όχι σε δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Η επιμονή στην εφαρμογή τέτοιων μέτρων αποκαλύπτει μια διαχρονική στρατηγική αντιμετώπισης της υγείας ως πεδίου περικοπών και όχι ως θεμελιώδους κοινωνικού αγαθού. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η επιβολή νέων φραγμών, αλλά η ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας με γενναία κρατική χρηματοδότηση, μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, ανάπτυξη σύγχρονων υποδομών και πλήρη στελέχωση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, καλούμε το Υπουργείο Υγείας να αποσύρει άμεσα τη συγκεκριμένη τροπολογία και να προχωρήσει σε έναν ουσιαστικό, θεσμικό και τεκμηριωμένο διάλογο με τους υγειονομικούς και τους επιστημονικούς φορείς. Δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούμε πολιτικές που περιορίζουν την πρόσβαση των πολιτών στη φροντίδα υγείας και υποβαθμίζουν το έργο των υγειονομικών. Η υπεράσπιση ενός ενιαίου, καθολικού, δημόσιου και δωρεάν συστήματος Υγείας – Πρόνοιας αποτελεί αδιαπραγμάτευτη θέση μας. Σε τελική ανάλυση, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει σαφές και επίκαιρο: η υγεία θα αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα ή ως κοινωνικό δικαίωμα;»
Διαβάστε περισσότερες ειδήσεις από την Κρήτη και το Ηράκλειο
- "Έφυγε" από τη ζωή ο Αντισυνταγματάρχης Πεζικού ε.α. Ιωάννης Σπανάκης
- Άρπαξε το οικόπεδο, έτρεχε η πυροσβεστική
- Το πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Ηράκλειο
