ΚΡΗΤΗ
Ψυχιατρική Κλινική ΠαΓΝΗ με ράντζα, χωρίς παιδοψυχιάτρους – Το καμπανάκι της Μ. Μπάστα για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων
Η διευθύντρια της κλινικής αναφέρει στο Cretaive πως παρατηρείται αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας, όπως αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές.
Συνέντευξη: Κατερίνα Μυλωνά
Βίντεο: Κώστας Δημάκης
Τα τραύματα του σώματος όσο και αν πονάνε δεν παύουν να είναι εμφανή. Τι γίνεται, όμως, με τις πληγές που έχει μία ψυχή; Που παραμένουν κρυμμένες;
Σε μία εποχή που τα προβλήματα ψυχικής υγείας διαρκώς πολλαπλασιάζονται, ιδιαίτερα σε παιδιά, εφήβους αλλά και ηλικιωμένους, η Πολιτεία όχι μόνο δεν απλώνει πέπλο προστασίας στους ανθρώπους που υποφέρουν αλλά αφήνει ένα ΕΣΥ μετέωρο.
Στην Ψυχιατρική Κλινική του ΠαΓΝΗ η πληρότητα αγγίζει το 150% ενώ ένας μονάχα παιδοψυχίατρος παλεύει να καλύψει τις ανάγκες του κόσμου…
Η διευθύντρια της Ψυχιατρικής και Παιδοψυχιατρικής Κλινικής του ΠαΓΝΗ, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Μαρία Μπάστα μιλά στο Facestories για μία κοινωνία που μοιάζει να έχει χάσει την υπομονή της…
Άγχος, κατάθλιψη και κρίσεις…
Η κ. Μπάστα αναφέρει πως, σε παγκόσμιο επίπεδο, τις τελευταίες δεκαετίες καταγράφεται αύξηση σε νοσήματα που αφορούν στον γενικό πληθυσμό, όπως είναι οι αγχώδεις και οι καταθλιπτικές διαταραχές. Δε βλέπουμε, για παράδειγμα, περισσότερα περιστατικά σχιζοφρένειας ή διπολικής διαταραχής.
Οι παράγοντες που διαμορφώνουν την παραπάνω εικόνα είναι οικονομικά και κοινωνικά φαινόμενα, όπως η αστικοποίηση, οικονομικές κρίσεις και, φυσικά, η πανδημία του κορωνοϊού. Η γειτονιά χάνεται και η οικογένεια τείνει να είναι λιγότερο αρραγής, ακόμα και στην Κρήτη. Την ίδια στιγμή, το διαδίκτυο έχει υποκαταστήσει τη δια ζώσης επικοινωνία και αυτό επηρεάζει κυρίως νεαρότερες ηλικίες, παιδιά και εφήβους που δεν αναπτύσσουν κοινωνικές δεξιότητες. Δυστυχώς, σε άτομα ηλικίας από 16 ως 25 ετών φαίνεται να υπάρχει μία αύξηση σε προβλήματα που αφορούν στην ψυχική υγεία. Από την άλλη πλευρά, ευάλωτη ομάδα είναι και οι ηλικιωμένοι, όπου έχουμε αύξηση στον αριθμό των ατόμων με προβλήματα μνήμης, με άνοια.
Η κ. Μπάστα περιγράφει πως πλέον ο κόσμος δείχνει να έχει μία μειωμένη ανοχή στη ματαίωση, δηλαδή, να μην αντέχει πολλά- πολλά, έχει εύκολα ξεσπάσματα, δεν υποχωρούν, δε δίνουν τόπο στην οργή. «Έχουν ξεχάσει ότι δεν είναι μόνοι τους. Ότι πρέπει να συμβιώνουν με άλλους ανθρώπους, να υποχωρούν, να έχουν υπομονή», αναφέρει.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο θέμα της ακούσιας νοσηλείας, ένα ζήτημα που ήρθε ξανά στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης με αφορμή την περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη. Η κ. Μπάστα αναφέρει πως η αναλογία ακούσιων προς ακούσιες εισαγωγές έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, δηλαδή γίνονται πιο εύκολα προσκομιδές με παρέμβαση εισαγγελέα για να απαντηθεί το ερώτημα αν κάποιος ασθενής χρειάζεται ή όχι νοσηλεία.
Ασθενείς σε ράντζα και ελλείψεις υποδομών και γιατρών
«Αυτή τη στιγμή η Ψυχιατρική Κλινική του ΠαΓΝΗ είναι η νούμερο ένα κλινική με νοσηλείες σε ετήσια βάση. Έχουμε ξεπεράσει όλες τις άλλες κλινικές σε ένα πάρα πολύ περιορισμένο χώρο, με μια πληρότητα γύρω στο 150%, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε διαρκώς ράντζα. Δε θυμάμαι καθόλου τον τελευταίο χρόνο, ούτε μία μέρα που να μην είχαμε ράντζα. Με ό,τι συνέπειες έχει αυτό βέβαια στην προσφορά υπηρεσιών υγείας και του πόσο θεραπευτικό είναι ένας ψυχιατρικός ασθενής να είναι σε τέτοιον χώρο», περιγράφει. Ενδεικτικά αναφέρει πως στο Τμήμα Βραχείας Νοσηλείας συχνά φιλοξενούνται πάνω από 30 ασθενείς ενώ το όριο είναι 23.
Η κ. Μπάστα αναφέρει πως υπάρχει έλλειψη σε εξωνοσοκομειακές ψυχιατρικές κλίνες ενώ η απουσία ειδικά παιδοψυχιάτρων είναι πιο έντονη από ποτέ. Σημειώνεται πως τον Αύγουστο του 2020 υπηρετούσαν 10 παιδοψυχίατροι στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας, συμπεριλαμβανομένου και ενός μέλους ΔΕΠ, και σήμερα έχουμε μονάχα έναν στο ΠαΓΝΗ. Δυστυχώς, ακόμα και όταν βγαίνουν προκηρύξεως στον «αέρα» δεν υπάρχει ενδιαφέρον από πλευράς γιατρών για να καλυφθούν οι θέσεις καθώς το ΕΣΥ δε δείχνει πλέον και τόσο θελκτικό.
Το χρέος της Πολιτείας
Η διευθύντρια της Ψυχιατρικής Κλινικής του ΠαΓΝΗ τονίζει πως όσοι έχουν προβλήματα ψυχικής υγείας είναι ένας ιδιαίτερα ευάλωτος πληθυσμός που μπορεί να έχουν δίπλα τους μία κουρασμένη ή είναι οικονομικά πιεσμένη οικογένεια ή και καθόλου συγγενείς, χρειάζεται μία υποστήριξη από την Πολιτεία, μία ασπίδα προστασίας.
«Αν κανείς σκεφτεί ότι τα παιδιά είναι το μέλλον μας. και στα παιδιά και στους έφηβους φαίνεται να υπάρχει μια σαφής αύξηση των ψυχιατρικών προβλημάτων, καταλαβαίνετε αν δεν δοθεί βαρύτητα τώρα, τι θα σημαίνει αυτό για τους ψυχιάτρους των ενηλίκων, αλλά και για την κοινωνία γενικότερα, μετά από 20-30 χρόνια», σημειώνει.
