Ο αφυπηρετήσας δικαστής δεν παύει να είναι πολίτης

Δεν στερείται της προσωπικότητάς του, της γνώμης του, της εμπειρίας του, της δυνατότητας να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο

Εξ αφορμής της συμμετοχής της Μαρίας Λεπενιώτη (φωτό), αφυπηρετήσασας ανώτατης δικαστικής λειτουργού, πρώην Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και δικαστή που συνδέθηκε με μία από τις σημαντικότερες ποινικές δίκες της μεταπολίτευσης, τη δίκη της Χρυσής Αυγής, σε πολιτική πρωτοβουλία, άνοιξε ξανά η συζήτηση για τη θέση των αφυπηρετησάντων δικαστών στον δημόσιο βίο.

Πολλοί, βλέποντας έναν αφυπηρετήσαντα δικαστικό λειτουργό να βρίσκεται κοντά σε πολιτική πρωτοβουλία ή να μετέχει στον δημόσιο βίο, θα σπεύσουν ίσως να πουν: «Να λοιπόν γιατί χρειάζονται αυστηρά ασυμβίβαστα και περιορισμοί για τους δικαστές μετά την αφυπηρέτηση». Αυτή όμως είναι η εύκολη, φοβική και, πάνω απ’ όλα, αναχρονιστική ανάγνωση.

Ο αφυπηρετήσας δικαστής δεν παύει να είναι πολίτης. Δεν στερείται της προσωπικότητάς του, της γνώμης του, της εμπειρίας του, της δυνατότητας να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο ή ακόμη και να μετέχει στην πολιτική ζωή. Το να θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι πρέπει να αποκλείεται εκ προοιμίου από δημόσιες θέσεις ή από την πολιτική συμμετοχή δεν είναι δείγμα θεσμικής ευαισθησίας. Είναι αναχρονισμός. Είναι οπισθοδρόμηση.

Και κάνουν λάθος όσοι θεωρούν ότι ο πρώην δικαστής, μόνο και μόνο επειδή υπηρέτησε τη Δικαιοσύνη, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολίτης μειωμένων δικαιωμάτων. Κάνουν λάθος και όσοι, στο όνομα δήθεν της ανεξαρτησίας, αποδέχονται ή προωθούν μια συμφωνία που τελικά είναι σε βάρος του ίδιου του λαού. Διότι ένας δικαστής που μετέχει στην πολιτική μετά την αφυπηρέτησή του δεν είναι, εξ ορισμού, χειρότερος από οποιονδήποτε άλλον πολίτη. Αντιθέτως, μπορεί να μεταφέρει θεσμική εμπειρία, γνώση του κράτους, αντίληψη της Δικαιοσύνης και επίγνωση των πραγματικών προβλημάτων της.

Αρκεί να δει κανείς το παράδειγμα της Ιταλίας. Εκεί η συζήτηση δεν γίνεται με όρους γενικής αχρήστευσης του δικαστή. Ακόμη και εν ενεργεία δικαστικοί λειτουργοί μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να είναι υποψήφιοι σε πολιτικές εκλογές, με άδεια ή απομάκρυνση από τα δικαστικά τους καθήκοντα κατά τον χρόνο της πολιτικής δραστηριότητας, ενώ μετά τη λήξη της θητείας τους το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται με συλλογικό στιγματισμό, αλλά με κανόνες για το πού και πώς μπορούν να επανέλθουν. Η ιταλική μεταρρύθμιση του 2022 προέβλεψε, μεταξύ άλλων, περιορισμούς στην επανατοποθέτηση σε δικαστικό γραφείο της περιφέρειας όπου ο δικαστικός λειτουργός ήταν υποψήφιος ή υπηρετούσε προηγουμένως, καθώς και ειδικούς χρονικούς περιορισμούς για ορισμένα καθήκοντα, όπως προανακριτικά, ανακριτικά ή εισαγγελικά καθήκοντα και διευθυντικές θέσεις. Δηλαδή η λογική είναι: κανόνες, αποστάσεις, εγγυήσεις, όχι προληπτική πολιτειακή αποβολή.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι στην Ιταλία έχει τεθεί ρητά το ζήτημα του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και της διατήρησης της θέσης εργασίας του δικαστικού λειτουργού. Σε σχετικά ιταλικά κείμενα επισημαίνεται ότι ο εκλεγμένος δικαστικός λειτουργός μπορεί, κατ’ αρχήν, να επιστρέψει στη Δικαιοσύνη, ακριβώς επειδή το δικαίωμα διατήρησης της θέσης εργασίας προστατεύεται συνταγματικά. Η ίδια η ιταλική Ένωση Δικαστών έχει βεβαίως εκφράσει επιφυλάξεις για την επιστροφή στη δικαιοδοτική λειτουργία μετά από πολιτική θητεία, λόγω της εικόνας αμεροληψίας, αλλά η συζήτηση γίνεται γύρω από το πώς θα τεθούν όρια και εγγυήσεις, όχι γύρω από το πώς θα στερηθεί μια κατηγορία πολιτών από θεμελιώδη πολιτικά και συνταγματικά δικαιώματα. Εδώ, αντιθέτως, έχουμε την κλίνη του Προκρούστη ως το μόνο αντίδοτο.

Μάλιστα, όσο περισσότερο μας ξενίζει η σκέψη ότι ένας πρώην δικαστής μπορεί να μετάσχει στον δημόσιο βίο, τόσο περισσότερο πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως το πρόβλημα δεν είναι ο πρώην δικαστής, αλλά η δική μας οπισθοδρομική αντίληψη. Σε μια ώριμη δημοκρατία δεν σοκάρει η αξιοποίηση ανθρώπων με θεσμική εμπειρία. Σοκάρει η ιδέα ότι πρέπει να αποκλειστούν προληπτικά, σαν να κουβαλούν αιώνιο τεκμήριο υποψίας.

Για τους αφυπηρετήσαντες δικαστικούς λειτουργούς, μάλιστα, τέτοια γενική συζήτηση οριζόντιας απαγόρευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υφίσταται ούτε βέβαια σε παγκόσμιο. Κι όμως, στη χώρα μας κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο σημείο να στερήσουμε τέτοια δικαιώματα όχι απλώς με κοινό νόμο, αλλά με συνταγματική πρόβλεψη.

Δεν μπορώ, πάντως, να μην υπογραμμίσω την αντίφαση: ο ίδιος πολιτικός χώρος που στη συζήτηση για τη συνταγματική μεταρρύθμιση εμφανίζεται υπέρ αυστηρών περιορισμών στην εργασία ή πολιτική δραστηριοποίηση των δικαστικών λειτουργών μετά την αφυπηρέτηση, σήμερα προωθεί σε κομματική θέση μία εξαίρετη αφυπηρετήσασα δικαστική λειτουργό. Και ορθώς πράττει ως προς το δεύτερο· ακριβώς όμως γι’ αυτό αποδεικνύεται πόσο προβληματική είναι η λογική των οριζόντιων αποκλεισμών.

Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο φαίνεται η διαφορά ανάμεσα σε μια ευρωπαϊκή θεσμική αντίληψη και σε μια αναχρονιστική λογική καχυποψίας.

Αργύρης Κατσαμάνης
Πρωτοδίκης ΕΕ
Μέλος Εφετειακής Α Κρήτης

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση