Λαϊκή αγορά, λαϊκό πανηγύρι...
Στη λαϊκή δεν είναι τι ψάχνεις, αλλά τι βρίσκεις.
Σάββατο πρωί, πριν μια βδομάδα κι οι σχέσεις που έχεις πιάσει με μία ρομά, όπως αποκωδικοποιείς, elegant όπως την εκλαμβάνεις σε έχουν οδηγήσει σε εκτός συνόρων γειτονιάς λαϊκή, να κυνηγάς τα ίχνη χαμένου θησαυρού, τα ίχνη εμπορεύματος ιταλικού μαγαζιού, που ήταν κάποτε στις δόξες του, elegant, αλλά άγνωστες αι βουλαί του Κυρίου, κατέληξε πληγωμένο να περιπλανιέται στους ταπεινούς πάγκους μιας λαϊκής. Από Κολωνάκι Πατήσια, από κερά υπηρέτρια. Καιρό τώρα πας κι έρχεσαι κάθε Παρασκευή κι έχεις βρει απίστευτα είδη ρουχισμού για τους λιλιπούτειους της οικογένειας σου καθώς, όπως διαλαλεί και σήμερα ο συνάδελφος της elegant στον πάγκο ρομά: « Ένα ευρώ. Με ένα ευρώ δεν παίρνεις τίποτα. Το πατατάκι κάνει ένα τριάντα, η τυρόπιτα δύο σαράντα , ο καφές ο frendo δυό μιση».
Καλά τα λες my friend σκέφτομαι εγώ και συνεχίζω την ανασκαφή στον πάγκο με τα παιδικά επώνυμα, του καλύτερου οίκου ραπτικής. Ανασκαφή κάνεις συνήθως στους πάγκους με ρούχα στις λαϊκές, ανασκαφή από αυτές που τραβάς μανίκι από μπλουζάκι λαχανί και σου εμφανίζεται φόρεμα με φούξια μοτίβα, τραβάς σορτσάκι δήθεν, μα όταν το ισιώνεις και το καμαρώνεις, βλέπεις πως είναι παραποιημένο μπλουζάκι. Που ξεκινάς ένα μακρινάρι και δεν ξέρεις τι ψάρι θα βγάλεις, καθώς έχει δεθεί κόμπος ή με το ίδιο αντικλεπτικό μπλουζάκι τιραντέ, μακρυμάνικο μακό, φουστίτσα με σχέδιο πουά , κάπρι παντελόνι και αγορίστικη βερμούδα. Το μπατζάκι του ενός με τον ποδόγυρο της άλλης, σουρεάλ κατάσταση. Κι όλα αυτά με τους ήχους της στεντόρειας φωνής της elegant. “ Άριστο βαμβάκι, βαμβάκι άριστο θα βρείτε εδώ! Ελάτε να γεμίσετε τσάντες με ρούχα ποιότητας».
Στη λαϊκή δεν είναι τι ψάχνεις, αλλά τι βρίσκεις. Δεν πας με στόχο οριοθετημένο αποβραδίς, μπαίνεις σε κατάστημα, ισιώνεις κορμί και με στόμφο ζητάς « ένα φόρεμα, όχι καθημερινό, αλλά για μια καλή περίσταση για ένα κοριτσάκι τεσσάρων ετών» , αλλά ανακατεύεις εκεί δίχως αύριο, πιάνεις- αφήνεις, στριφογυρίζεις τον συρφετό , σταματάς και ξεφυσάς, κάνεις λίγο άκρη να αποφύγεις την κρεμασμένη αιωρούμενη από τον αέρα, διαφημιστική χάρτινη τσάντα, πετάς το ρούχο που βρήκες στην απέναντι που έχει δηλώσει στους συναθλητές της στο σπορ πως θέλει μεγάλα νούμερα και καταλήγεις με ό,τι έχει η περίσταση. Τα αντικλεπτικά προσέχεις να σου βγάλουν γιατί την έχεις πατήσει κι εκεί. Δε σου έβγαλε η αμελής ρομά το αντικλεπτικό σε άλλη περίσταση και αρχικά το έσκισες και δευτερευόντως απευθύνθηκες στη Σούλα τη γειτόνισσα που δουλεύει σε περίοπτο κατάστημα- που καλά κρατεί αυτό ευτυχώς-να σου το βγάλει. « Μα πως το έκανες καημένη Μαρία έτσι, σέρνοντας το, του έχεις κάνει μεγάλο σκίσιμο!» σου λέει. « Έπρεπε από την αρχή να το σκεφτείς να με βρεις, δεν το σκέφτηκες ε; Ξέρεις τι να κάνεις τώρα; Να πας στο κέντρο στην Κούβαρη να πάρεις ένα σηματάκι, ένα τριανταφυλλάκι, ένα ανθάκι- έχει ωραία εκεί- και να πας στη μοδίστρα να στο ράψει. Αυτό να κάνεις». -« Προς Θεού μη χαθεί το ευρώ!» σκέφτομαι γελώντας εγώ, που δεν αγοράζεις ούτε πατατάκι, ούτε τυρόπιτα , ούτε καφέ fredo», ενώ απολαμβάνω την επικοινωνία με τη γειτόνισσα και την γέφυρα ζωής που στήθηκε για να διασωθεί ένα πληγωμένο μακό μπλουζάκι. Γνωστής ιταλικής φίρμας .
Τι κόσμος είναι αυτός, σκέφτεσαι, ενώ έχεις φύγει πια από την μεγάλη έκταση που καταλαμβάνουν οι πάγκοι με τα ρούχα, με λιγοστά τρόπαια σήμερα κι έχεις πάει στο τμήμα: « φρούτα, λαχανικά κι άλλα εδώδιμα» . Πόσοι άνθρωποι έχουν βάλει στην καθημερινότητά τους τα ψώνια από μια λαϊκή, προσδοκώντας να βρουν προϊόντα απευθείας από τους παραγωγούς , φρέσκα και πιο οικονομικά. Πηγαίνοντας είτε πρωί πρωί, , είτε πιο αργά, όταν έχει πλακώσει ο κόσμος και τα καροτσάκια της λαϊκής συγκρούονται, σαν αυτοκίνητα στο λούνα παρκ, όταν ο κυρία Λίτσα σταματά απότομα, χωρίς να ανάψει φλας γιατί είδε την Ξένια τη γειτόνισσα της στην παλιά της γειτονιά, ενώ ο κυρ Παντελής πιο πίσω μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα για να γλιτώσει τη μετωπική , ξεστομίζοντας δυο φωνηέντα από τα σφιγμένα χείλη του για το γυναικείο φύλο , που επιδίδεται σε κουτσομπολιά. Σαν τη συχωρεμένη τη γυναίκα του που τώρα ζαλίζει τον Άγιο Πέτρο.
Τι περιποιημένοι πάγκοι με στοιχισμένες, καλογυαλισμένες μελιτζάνες, τι κολοκύθια μεγάλα και μικρά, βλίτα που είναι τώρα η εποχή τους, καρπούζια μεγαλοπρεπή , πλήρη ή μισά, δροσερά φασολάκια, κεράσια σε καλές τιμές, αν και μάλλον εκπατρισμένα, πατάτες πέντε ευρώ η μικρή σακούλα, δέκα η μεγάλη…Ακόμα και ανθούς και φύλλα για ντολμάδες βρίσκεις και δε χρειάζεσαι να αποκρεμιέσαι να κόψεις στην κληματαριά του γείτονα.
Καλές οι λαϊκές βέβαια οι δικές μας, με πρώτη αυτή που περιγράφω στην περιοχή γύρω από Πατέλες και Λιμάνι, καλές όμως και οι Αθηναϊκές. Πιο φτηνές οι δικές μας, με άλλα στιγμιότυπα οι άλλες. Στην Αθήνα στο Κολωνάκι, στην Ξενοκράτους, όπως έχει αποτυπώσει ο Παναγιώτης Τέτσης στη ζωγραφική του ψωνίζουν αβέρτα οικιακές βοηθοί για τις κυρές, ζητώντας πάντα αποδείξεις, ενώ στην Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια , που είναι η μεγαλύτερη της Αθήνας έχει όλων των ειδών φρούτα και λαχανικά, άφθονα ψάρια που ως να κάνεις μια στροφή στα καθαρίζουν κιόλας, πάγκο αποκλειστικά μόνο με ελιές, από όλα τα μέρη της Ελλάδας και τόσα άλλα. Περιζήτητα για αυτούς, μα ιδίως για μένα ήταν τα κρητικά προϊόντα, όπως ντομάτες και αγγουράκια από την Ιεράπετρα. Θα βρεις ό,τι τραβά η ψυχούλα σου, αλλά τα φρούτα και τα λαχανικά είναι πιο ακριβά. Λόγω μεταφορικών προφανώς. Είναι όμως εντυπωσιακή αυτή η λαϊκή καθώς είναι ατελείωτη και συναντάς, καθώς την περιδιαβαίνεις με πλήθος κόσμου μαζί, που συνηθίζει να ψωνίζει τα χρειαζούμενα όλης της βδομάδας από εκεί ως και μπάντα με μουσικούς που παίζοντας σε ταξιδεύουν σε άλλο τόπο κι άλλη εποχή. Στη λαϊκή της Κέρκυρας του Θεοτοκά:
«Πενήντα λεφτά τα ψάρια! Πενήντα η ανεμότρατα! Πέντε δεκάρες!» έλεγε μια όμορφη μεταλλική φωνή. και στον ίδιο καιρό ο λαχανάς τραγουδιστά επρόσφερνε το είδος του, ραντίζοντας τα πράσινα χόρτα που ήταν απλωμένα στην αυλή, πάνου σε ξύλινα κατηφορητά κρεβάτια: «Σέσκλα, σέλινα, πετροσέλινα, σινάπια, σπανάκια, πάρτε, πάρτε!». Και παρέκει ένας άλλος επουλούσε τα οπωρικά του που ήταν απλωμένα και κείνα στα ίδια ξύλινα κρεβάτια, μέσα σε κανίστρια και κοφίνια : χρυσά πορτοκάλια και κινέτα, κίτρινα λεμόνια, φρούτα ξερά, κι εφώναζε ως κι εκείνος με βραχνιασμένη φωνή: «Πάρτε, πάρτε! γλυκά νεράτζια, λεμόνια, κινέτα!(…) Οι ψαράδες εγνώριζαν όλον τον κόσμο. «Κόντε μου!» εκράζαν έναν ψηλό, λιγνό, μισόκοπον άντρα, που βιαστικός επερνούσε, «κόπιασε, σου ’χω ψάρι για το τραπέζι σου». «Γιατρέ, κόπιασε!» «Ψυχάρι μου, σου ’χω ό,τι θέλεις».
Αυτό όμως που είναι ξεχωριστό σε μια λαϊκή είναι η ενέργεια, το χιούμορ των πωλητών ,που όλα τα παρατηρούν, που είναι σπιρτόζοι , που πειράζονται μεταξύ τους και αλληλεπιδρούν με καλή διάθεση, αυθορμητισμό και κέφι με τον κόσμο που εξυπηρετούν.
« Δύο ευρώ κι η τσάντα δώρο» μου λέει ο πωλητής μου και σπεύδει να προσθέσει άλλη μία μελιτζάνα στη σακούλα, ενώ εγώ γελάω.
- Το πεπρωμένο του Αυγούστου
- Η χρηματοδότηση ως καταλύτης για την αγορά της αυτοκατανάλωσης και αποθήκευσης ενέργειας
- Από τη Σπιναλόγκα στις δομές φιλοξενίας προσφύγων στην Κρήτη: ποιον φοβόμαστε κάθε εποχή;







