Ξένες επενδύσεις μετά την κρίση: ποια Ελλάδα και ποια Κρήτη θέλουμε να χρηματοδοτήσουμε;
"Χρειάζεται να αποφασίσουμε «ποιες» επενδύσεις θέλουμε να φιλοξενήσει η χώρα και οι περιφέρειες. Από αυτό το ποιοτικό ερώτημα θα κριθεί το παραγωγικό υπόδειγμα της επόμενης δεκαετίας".
Γράφει ο Χρήστος Λεμονάκης*
Η συζήτηση για τις άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την πολυετή κρίση, συχνά εγκλωβίζεται σε έναν λογιστικό απολογισμό: πόσα χρήματα ήρθαν, πόσες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν, ποια είναι η κατάταξή μας σε σχέση με άλλες χώρες. Αυτό το πλαίσιο όμως κρύβει το ουσιαστικό ερώτημα. Δεν αρκεί να ρωτάμε «πόσες» επενδύσεις προσελκύουμε. Χρειάζεται να αποφασίσουμε «ποιες» επενδύσεις θέλουμε να φιλοξενήσει η χώρα και οι περιφέρειες. Από αυτό το ποιοτικό ερώτημα θα κριθεί το παραγωγικό υπόδειγμα της επόμενης δεκαετίας.
Σε διεθνές επίπεδο, η αναδιάταξη των αλυσίδων αξίας, η «επιστροφή» βιομηχανικών δραστηριοτήτων πιο κοντά στις ανεπτυγμένες αγορές και η ενίσχυση των βιομηχανικών πολιτικών επανακαθορίζουν τον χάρτη των ΑΞΕ. Δεν βρισκόμαστε απλώς σε μια περίοδο ανάκαμψης μετά από μια κρίση· βρισκόμαστε σε μια φάση ανασχεδιασμού κανόνων και προτεραιοτήτων. Οι μεγάλες οικονομίες δεν περιμένουν παθητικά την «αγορά» να αποφασίσει· χαράσσουν στρατηγικές, θέτουν κριτήρια, αξιοποιούν ρυθμιστικά και χρηματοδοτικά εργαλεία. Αντίθετα, χώρες που αντιμετωπίζουν τις ΑΞΕ ως «ουδέτερη» εισροή κεφαλαίου κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε ρόλο φτηνού οικοδεσπότη για δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Η Ελλάδα, μετά την έξοδο από τα μνημόνια και την αναβάθμιση της πιστοληπτικής της θέσης, έχει σαφώς βελτιώσει το μακροοικονομικό της περιβάλλον. Η μείωση της αβεβαιότητας και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης δεν είναι αμελητέα κεκτημένα. Ωστόσο, η βελτίωση στους μακροδείκτες δεν αίρει αυτόματα τα διαρθρωτικά ελλείμματα. Η παραγωγική δομή παραμένει περιορισμένη και συχνά μονομερής, η εξάρτηση από τον τουρισμό και την οικοδομή είναι έντονη, η βιομηχανική βάση περιορισμένη, η περιφερειακή ανισορροπία εμφανής. Αν σε αυτό το πλαίσιο επιδιώξουμε απλώς μια «ποσοτική» αύξηση των ΑΞΕ, θα αναπαράγουμε το ίδιο υπόδειγμα με νέο χρηματοδότη.
Η Κρήτη είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό εργαστήριο αυτής της συζήτησης. Συνδυάζει ισχυρή πανεπιστημιακή και ερευνητική παρουσία, αναγνωρίσιμο τουριστικό brand, σημαντικό αγροδιατροφικό τομέα, δυναμική σε ενέργεια και logistics. Ταυτόχρονα όμως, η ανάπτυξη δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε χωρίς κόστος. Οι πιέσεις στο περιβάλλον, η εποχικότητα στην απασχόληση, η άνιση κατανομή εισοδήματος, οι πιθανοί αποκλεισμοί μικρότερων παραγωγών και επιχειρήσεων συγκροτούν ένα υπόστρωμα εντάσεων. Σε αυτή την πραγματικότητα, το ερώτημα «ποιες επενδύσεις θέλουμε» μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένες επιλογές: θα συνεχίσουμε να επεκτείνουμε ένα μοντέλο εντατικής αξιοποίησης γης και πόρων ή θα επιδιώξουμε να αναβαθμίσουμε το παραγωγικό προφίλ του νησιού;
Ένα πρώτο σημείο κριτικής αφορά την έννοια της «μεγαλύτερης επένδυσης». Δημόσια και ιδιωτική συζήτηση συχνά γοητεύεται από το μέγεθος: τετραγωνικά, κλίνες, ύψος κεφαλαίου. Αυτό όμως μπορεί να λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά. Μια μεγάλη επένδυση στον τουρισμό ή στο real estate, αν λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από την τοπική παραγωγή, μπορεί να «γράφει» εντυπωσιακά στατιστικά, αλλά να αφήνει περιορισμένα ίχνη στο τοπικό παραγωγικό δίκτυο. Αντίθετα, επενδύσεις με μικρότερο ονομαστικό μέγεθος αλλά έντονα δίκτυα διασύνδεσης με τοπικούς παραγωγούς, προμηθευτές, ερευνητικά κέντρα και ΜμΕ μπορούν να έχουν μεγαλύτερη αναπτυξιακή επίδραση. Η εμμονή στο μέγεθος χωρίς ανάλυση της διάχυσης ωφελειών είναι ένδειξη επιφανειακής πολιτικής.
Δεύτερο σημείο κριτικής αφορά την αντιμετώπιση του ESG# ως επικοινωνιακού προσθέτου. Η συζήτηση για βιωσιμότητα στην Ελλάδα συχνά περιορίζεται σε ρυθμιστική συμμόρφωση ή σε «σφραγίδες» για επενδυτικά σχέδια, χωρίς ουσιαστική ενσωμάτωση στην επιχειρησιακή λογική των έργων. Για μια περιοχή όπως η Κρήτη, με εντάσεις στη χρήση φυσικών και κοινωνικών πόρων, τα κριτήρια ESG δεν είναι διακοσμητικά. Αφορούν στο αν οι επενδύσεις επιβαρύνουν ή προστατεύουν την φέρουσα ικανότητα, αν ενισχύουν ή υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή, αν αντιμετωπίζουν την εργασία ως κόστος ή ως κεφάλαιο. Επενδύσεις που παράγουν υψηλές ιδιωτικές αποδόσεις αλλά κοινωνικοποιούν τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά κόστη μεταφράζονται μακροπρόθεσμα σε νέα μορφή κρίσης.
Τρίτο, η επίκληση της «δημιουργίας θέσεων εργασίας» απαιτεί μεγαλύτερη πειθαρχία στην ανάλυση. Η εμπειρία δείχνει ότι πολλές επενδύσεις δημιουργούν θέσεις χαμηλής ειδίκευσης, συχνά εποχικές, χωρίς διαδρομή αναβάθμισης δεξιοτήτων. Σε ένα νησί με έντονη ερευνητική και πανεπιστημιακή δραστηριότητα, αυτό συνιστά αναπτυξιακή αντίφαση. Αν η Κρήτη περιοριστεί στον ρόλο προμηθευτή χαμηλού κόστους εργασίας για υπηρεσίες φιλοξενίας και υποστήριξης, η επόμενη κρίση θα τη βρει εκτεθειμένη.
Αντίθετα, επενδύσεις που συνδέονται με έρευνα, τεχνολογία, αγροδιατροφικές εφαρμογές, έξυπνα ενεργειακά δίκτυα, logistics και ψηφιακές υπηρεσίες μπορούν να αξιοποιήσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο που ήδη υπάρχει στα πανεπιστήμια και τα εργαστήρια. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσες θέσεις δημιουργούνται, αλλά τι είδους οικονομία προκύπτει από αυτές.
Η ευθύνη για την κατεύθυνση των ΑΞΕ δεν ανήκει αποκλειστικά στους επενδυτές. Οι θεσμοί διαμόρφωσης πολιτικής -κεντρική διοίκηση, περιφέρειες, δήμοι, αναπτυξιακοί φορείς- καθορίζουν το πλαίσιο κινήτρων και περιορισμών. Μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη λογική των επενδυτικών νόμων και των προγραμμάτων συχνά ευνοεί «ουδέτερα» κριτήρια: όποιος πληροί τις βασικές προϋποθέσεις, λαμβάνει ενίσχυση. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να χρηματοδοτούνται έργα που ευθυγραμμίζονται με το παλιό υπόδειγμα, απλώς με νέους χρηματοδοτικούς όρους. Μια πιο ώριμη προσέγγιση θα προϋπέθετε ιεράρχηση κλάδων, δεσμευτικούς στόχους για τοπική προστιθέμενη αξία, συγκεκριμένους δείκτες για τη διάχυση ωφελειών και μηχανισμούς αξιολόγησης μετά την υλοποίηση.
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος των ακαδημαϊκών και των ερευνητικών εργαστηρίων δεν είναι να λειτουργήσουν ως παρατηρητές. Μπορούν να παρέμβουν σε τρία επίπεδα.
Πρώτον, στη μεθοδολογική θωράκιση της δημόσιας συζήτησης: ανάπτυξη εργαλείων αξιολόγησης επενδύσεων, μοντέλα προσομοίωσης επιπτώσεων, δείκτες για την παρακολούθηση της περιφερειακής διάστασης των ΑΞΕ.
Δεύτερον, στη δημιουργία πλατφορμών συνεργασίας ανάμεσα σε επενδυτές, τοπικές επιχειρήσεις και θεσμούς, ώστε οι επενδύσεις να εντάσσονται σε ευρύτερα οικοσυστήματα και να μην αποτελούν απομονωμένα projects.
Τρίτον, στην εκπαίδευση και κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού που μπορεί να συμμετάσχει ουσιαστικά σε αυτή τη νέα φάση επενδύσεων, όχι μόνο ως εργαζόμενοι αλλά και ως φορείς σχεδιασμού και διακυβέρνησης.
Η συζήτηση για τις ΑΞΕ δεν είναι τεχνοκρατική άσκηση ουδέτερης οικονομικής πολιτικής. Είναι ένα πεδίο όπου συγκρούονται διαφορετικές αντιλήψεις για την ανάπτυξη, τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία. Ένα μοντέλο που στηρίζεται σε επιλεκτική αξιοποίηση γης, υψηλή ένταση κεφαλαίου και χαμηλές απαιτήσεις σε περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς όρους μπορεί να φαίνεται «ελκυστικό» βραχυπρόθεσμα, αλλά ενσωματώνει υψηλό μακροπρόθεσμο ρίσκο. Ένα διαφορετικό μοντέλο, που επενδύει σε γνώση, διαφοροποίηση και βιωσιμότητα, μπορεί να απαιτεί περισσότερη προετοιμασία, συντονισμό και θεσμική ανθεκτικότητα, αλλά προσφέρει μεγαλύτερη πιθανότητα σταθερής ευημερίας.
Το ερώτημα «ποια Ελλάδα και ποια Κρήτη θέλουμε να χρηματοδοτήσουμε» δεν απαντάται με μια ακόμη λίστα κινήτρων ή μια επίσκεψη επενδυτικής αποστολής. Απαντάται με την ικανότητα να αρνηθούμε επενδύσεις που αναπαράγουν εξαρτήσεις και ανισότητες, ακόμη κι αν προσφέρουν πρόσκαιρα κέρδη, και να υποστηρίξουμε επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγική βάση, αναβαθμίζουν το ανθρώπινο κεφάλαιο και σέβονται τα όρια των οικοσυστημάτων.
*Ο κ. Χρήστος Λεμονάκης είναι Καθηγητής στο Εργαστήριο Διοικητικής Οικονομικής και Συστημάτων Αποφάσεων του Τμήματος Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας στη Σχολή Επιστημών Διοίκησης και Οικονομίας του ΕΛΜΕΠΑ
- Αλήθεια, είναι τόσο δύσκολο;
- Η Ρωσική απειλή, η ευρωπαϊκή άμυνα, η ικανότητα του ΝΑΤΟ
- Μεγαλώνοντας στην καθημερινότητα της «έκτακτης είδησης»




