Η ανάπτυξη υπάρχει, η ευημερία;
Γιατί η μακροοικονομική βελτίωση δεν μεταφράζεται σε καλύτερο βιοτικό επίπεδο;
Είναι κοινώς αποδεκτό το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της Εαρινής Έκθεσης του ΕΔΣ (Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου), έχει παρατηρηθεί αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% το 2026, πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ ενώ παράλληλα το δημόσιο χρέος υποχώρησε από το 146,1% στο 136,8% του ΑΕΠ, καταγράφοντας μία συνεχιζόμενη πτωτική πορεία, με το ΕΔΣ να κάνει λόγο για έναν «ενάρετο συνδυασμό που επιτρέπει στην ελληνική κυβέρνηση να πετυχαίνει πλεόνασμα>>. Ωστόσο, αυτός ο ενάρετος συνδυασμός δεν φαίνεται να επιτρέπει στον μέσο Έλληνα πολίτη να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και στο παρακάτω διάγραμμα, καθώς από το τέλος της περιόδου της πανδημίας καταγράφεται μία ανησυχητική αύξηση στο ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κοινωνικό αποκλεισμό, αγγίζοντας το 27,5% το προηγούμενο έτος. Επιπλέον, οι τιμές των αγαθών πρώτης ανάγκης έχουν αυξηθεί δραματικά, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας μας σε όρους αγοραστικής δύναμης να βρίσκεται στο ναδίρ μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Γιατί η μακροοικονομική βελτίωση δεν μεταφράζεται σε καλύτερο βιοτικό επίπεδο;
Αδιαμφισβήτητα, η ένταση στην Μέση Ανατολή προκάλεσε αναταραχή στις αγορές, με την τιμή του πετρελαίου Brent να αγγίζει μέχρι και τα 87,930 $ το βαρέλι στις 31 Ιουλίου και την ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) να αναθεωρεί τις προβλέψεις της περί αποκλιμάκωσης της ενεργειακής κρίσης, αναμένοντας πλέον ενεργειακό πληθωρισμό έως και 12,5 %. Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση παρακολουθεί τις εξελίξεις με μεγάλη αβεβαιότητα εν μέσω της τουριστικής περιόδου, με το κόστος μεταφορών και τις τουριστικές επιχειρήσεις να έχουν επηρεαστεί αρκετά από την άνοδο του πετρελαίου, ενώ το ΕΒΕΠ (Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς) αποτιμά την πληθωριστική επιβάρυνση σε 900 εκατ. ευρώ για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και τον συνολικό λογαριασμό σε 2,5 δισ. ευρώ για την ελληνική οικονομία. Παρά την πολεμική σύγκρουση στην Μέση Ανατολή, η ακριβή τιμή των καυσίμων δεν είναι μόνο εισαγόμενη: οι υψηλοί φόροι που έχουν επιβληθεί στα καύσιμα(ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης που ανέρχεται σε περίπου 700 EUR/1000lt) και η ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς που περιορίζει αισθητά τον πραγματικό ανταγωνισμό, αποτελούν μερικούς από τους λόγους για τους οποίους η τιμή στην αντλία να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Τρανό παράδειγμα σύγκρισης και άξιο σχολιασμού αποτελεί η τιμή που επικρατεί σε πρατήρια ελληνικών διυλιστηριών στην Κύπρο, όπου σε περιοχή της Λευκωσίας η τιμή ενδέχεται να κυμαίνεται μεταξύ 1,499 και 1,55€/λίτρο, ενώ στην Ελλάδα ο οδηγός πληρώνει μέχρι και 2,05€/λίτρο, με το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που καταβάλλει να εισρέει στα κρατικά ταμεία εξαιτίας της υψηλής φορολογίας.
Πέρα από την αντλία, το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στην <<τσέπη>> του Έλληνα καταναλωτή. Όταν ο μέσος κάτοικος της ΕΕ αγοράζει <<100>>, ο Έλληνας αγοράζει μόλις <<68>>: Με λίγα λόγια, ο μέσος καταναλωτής στην Ελλάδα έχει 32% μικρότερη καταναλωτική δυνατότητα από τον μέσο Ευρωπαίο, αποτυπώνοντας με αυτόν τον τρόπο το μεγάλο χάσμα μεταξύ της χώρας μας και των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η έκθεση του ΕΔΣ αναφέρει πως οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν μόλις κατά 0,1% το 2025 και το 2026. Το ποσοστό αυτό συνοψίζει την επί δύο συναπτά έτη στασιμότητα στην τσέπη του Έλληνα εργαζόμενου, με το καλάθι του σούπερ μάρκετ και το ενοίκιο να είναι οι πιο απτές αποδείξεις αυτής της πίεσης. Η εικόνα δεν είναι τυχαία αλλά είναι αποτέλεσμα δομικού πληθωρισμού, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,6% το 2025 και περιόρισε την αύξηση των πραγματικών μισθών. Ο δομικός πληθωρισμός είναι μία αρκετά κρίσιμη παράμετρος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη καθώς είναι ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή, εξαιρουμένων των τιμών των τροφίμων και των καυσίμων και αφορά τιμές που αυξάνονται λόγω μόνιμης ζήτησης, στην συγκεκριμένη περίπτωση λόγω του τουρισμού. Η απόφαση για μετατροπή κατοικιών σε διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης οδηγεί σε μείωση της προσφοράς για διαμερίσματα μακροχρόνιας μίσθωσης και αύξηση των τιμών τους, δυσκολεύοντας ακόμα και τους εργαζόμενους σε τουριστικές περιοχές να βρουν ένα διαθέσιμο μέρος για να διαμένουν κατά την περίοδο απασχόλησης τους.
Συνοψίζοντας, η κυβέρνηση πέτυχε μερικούς από τους μακροοικονομικούς στόχους που είχε θέσει όπως η αποκλιμάκωση του χρέους και η ανάπτυξη, ωστόσο απέτυχε στο πιο κρίσιμο: να νιώσει ο πολίτης ασφάλεια και βελτίωση στην καθημερινότητα του. Όταν η στέγαση ακριβαίνει, το ρεύμα και τα καύσιμα βρίσκονται στις υψηλότερες τιμές της Ευρώπης, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Η ελληνική οικονομία για ποιον πραγματικά αναπτύσσεται;
*Βασίλης Σπυριδάκης, Οικονομολόγος και Υποψήφιος Μεταπτυχιακός Φοιτητής Εφαρμοσμένης Οικονομικής (Applied Economics) του Πανεπιστημίου της Πάντοβα
- Πυροσβέστες στα όρια: Νεκροί, τραυματίες, λιποθυμίες... Αλλά το επάγγελμα ακόμα δεν είναι "επικίνδυνο"
- Νότιο Ρέθυμνο: Ο Παράδεισος απ’ την Κόλαση απέχει ελάχιστα… δευτερόλεπτα!
- Το ΛΙΓΟ και το ΠΟΛΥ βλάπτουν …




