Το νέο στοίχημα της ελληνικής κρουαζιέρας: Από τις αφίξεις στις υποδομές

Η χώρα παραμένει τρίτη δύναμη στην Ευρώπη, ωστόσο ο κλάδος ζητά σταθερούς κανόνες, εθνικό σχεδιασμό και ταχύτερες επενδύσεις στα λιμάνια για την πράσινη μετάβαση

Η Ελλάδα διατηρεί μία από τις ισχυρότερες θέσεις στον ευρωπαϊκό χάρτη της κρουαζιέρας, όμως βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια σύνθετη πρόκληση: να αξιοποιήσει τη δυναμική των αφίξεων, χωρίς να μείνει πίσω σε υποδομές, ενεργειακή μετάβαση και στρατηγικό σχεδιασμό.

Το ζητούμενο δεν περιορίζεται στον αριθμό των πλοίων και των επιβατών. Αφορά το ύψος και τον χρόνο επιβολής των λιμενικών τελών, τη διαχείριση των εσόδων, την ηλεκτροδότηση των πλοίων από τη στεριά, τη χρήση νερού και τη διαχείριση των αποβλήτων. Κυρίως, όμως, αφορά το κατά πόσο η χώρα διαθέτει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για να επεκτείνει την κρουαζιέρα σε περισσότερους προορισμούς.

Τα παραπάνω βρέθηκαν στο επίκεντρο του Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτιλιακών Μεταφορών, που διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος σε συνεργασία με την Ένωση Λιμένων Ελλάδος.

Το αίτημα για σταθερούς κανόνες

Η διευθύντρια Ανατολικής Μεσογείου της Διεθνούς Ένωσης Εταιρειών Κρουαζιέρας (CLIA), Μαρία Δεληγιάννη, υπογράμμισε την ανάγκη δημιουργίας ενός σαφούς και προβλέψιμου επιχειρησιακού περιβάλλοντος.

Οι εταιρείες κρουαζιέρας σχεδιάζουν τα δρομολόγιά τους αρκετά χρόνια νωρίτερα, ενώ ο στρατηγικός προγραμματισμός τους μπορεί να φτάνει ακόμη και σε βάθος πενταετίας. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τη CLIA, οι αλλαγές στα λιμενικά τέλη και στις υπόλοιπες επιβαρύνσεις θα πρέπει να τίθενται σε διαβούλευση 18 έως 24 μήνες πριν από την εφαρμογή τους και να οριστικοποιούνται τουλάχιστον έναν χρόνο νωρίτερα.

Το πρόβλημα, όπως επισήμανε η κ. Δεληγιάννη, δεν είναι μόνο το ύψος μιας νέας χρέωσης, αλλά και ο χρόνος που διαθέτουν οι εταιρείες για να την εντάξουν στον προϋπολογισμό και στην εμπορική πολιτική τους. Όταν τα πακέτα έχουν ήδη τιμολογηθεί και πωληθεί, το πρόσθετο κόστος δεν μπορεί να μεταφερθεί στην τελική τιμή.

Ειδική αναφορά έγινε στο τέλος κρουαζιέρας, το οποίο, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να αυξήσει έως και κατά 200 ευρώ το συνολικό κόστος ενός ταξιδιού για μια τετραμελή οικογένεια.

Στην τρίτη θέση της Ευρώπης η Ελλάδα

Παρά τις πιέσεις, η θέση της χώρας παραμένει ισχυρή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της CLIA, η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη μεταξύ των ευρωπαϊκών προορισμών, πίσω από την Ιταλία και την Ισπανία, καταγράφοντας περίπου 6.000 προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων και περισσότερες από 8 εκατ. επιβατικές επισκέψεις τον χρόνο.

Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια επιβατική κίνηση στην κρουαζιέρα βρίσκεται περίπου 25% πάνω από τα επίπεδα του 2019. Για φέτος αναμένεται νέα αύξηση κατά 4%, με τον αριθμό των επιβατών να φτάνει τα 38,3 εκατομμύρια.

Μέσα στην επόμενη δεκαετία υπολογίζεται ότι θα ενταχθούν στον παγκόσμιο στόλο περίπου 60 νέα κρουαζιερόπλοια, μέσα από επενδύσεις συνολικού ύψους 71 δισ. δολαρίων.

«Πώς τα τρία λιμάνια θα γίνουν οκτώ»

Την απουσία μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής ανέδειξε ο εκπρόσωπος της MSC Cruises στην Ελλάδα, Κυριάκος Αναστασιάδης. Όπως υποστήριξε, το τέλος κρουαζιέρας δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τον τρόπο αξιοποίησης των εσόδων του.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ένα μέρος αυτών των πόρων μπορεί να επιστρέφει στους προορισμούς και στον κλάδο μέσω επενδύσεων, προβολής, βελτίωσης των λιμενικών υποδομών και κινήτρων για νέες προσεγγίσεις.

«Το ερώτημα είναι πώς τα τρία λιμάνια θα γίνουν οκτώ», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας την ανάγκη να αναπτυχθούν νέοι ελληνικοί προορισμοί.

Η Θεσσαλονίκη και η Καβάλα αποτελούν δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις λιμανιών που θα μπορούσαν να προσελκύσουν περισσότερα κρουαζιερόπλοια. Απαιτείται, όμως, συγκεκριμένη πολιτική κινήτρων, καθώς η γεωγραφική τους θέση συνεπάγεται μεγαλύτερη απόσταση, αυξημένο χρόνο και πρόσθετη κατανάλωση καυσίμων για τα πλοία που ξεκινούν επταήμερα ταξίδια από λιμάνια της Ιταλίας.

Μία από τις προτάσεις που διατυπώθηκαν είναι να αξιοποιείται μέρος των εσόδων από το τέλος κρουαζιέρας για την προσωρινή στήριξη νέων προορισμών, μέχρι αυτοί να αποκτήσουν τη δυναμική που απαιτείται για να ενταχθούν σταθερά στα προγράμματα των εταιρειών.

Τα πλοία αλλάζουν γρηγορότερα από τα λιμάνια

Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη πρόκληση. Τα κρουαζιερόπλοια αποκτούν νέες περιβαλλοντικές και ενεργειακές δυνατότητες, όμως οι υποδομές στη στεριά δεν αναπτύσσονται με αντίστοιχο ρυθμό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το shore power, δηλαδή η δυνατότητα σύνδεσης ενός πλοίου με το ηλεκτρικό δίκτυο της στεριάς όσο βρίσκεται δεμένο στο λιμάνι, ώστε να περιορίζεται η λειτουργία των μηχανών του.

Το 2018 μόλις 55 πλοία εταιρειών-μελών της CLIA διέθεταν αυτή τη δυνατότητα. Σήμερα έχουν φτάσει τα 193, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 65% των πλοίων και το 72,5% της δηλωθείσας χωρητικότητας. Έως το 2039 ο αριθμός τους αναμένεται να ανέλθει στα 279.

Στην απέναντι πλευρά, μόλις 40 λιμάνια παγκοσμίως στα οποία προσεγγίζουν κρουαζιερόπλοια διαθέτουν τουλάχιστον μία θέση ηλεκτροδότησης από τη στεριά. Το ποσοστό παραμένει χαμηλότερο από 3%.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα συγκεκριμένο χρονικό ορόσημο, καθώς το ευρωπαϊκό πλαίσιο «Fit for 55» προβλέπει την ανάπτυξη σχετικών υποδομών στους κύριους ευρωπαϊκούς λιμένες έως το 2030.

Λιγότερο μαζούτ, περισσότεροι κινητήρες πολλαπλών καυσίμων

Σημαντικές αλλαγές καταγράφονται και στα καύσιμα. Η χρήση βαρέος μαζούτ στα κρουαζιερόπλοια μειώθηκε από 74,2% το 2019 σε 60,6% το 2024. Αντίστοιχα, η χρήση άλλων καυσίμων αυξήθηκε από 25,8% σε 39,4%, ενώ το 2025 έφτασε, σύμφωνα με τη CLIA, το 40,3%.

Παράλληλα, τα πλοία με κινητήρες πολλαπλών καυσίμων αυξήθηκαν από μόλις ένα το 2018 σε 30 σήμερα. Υπολογίζεται ότι θα φτάσουν τα 56 το 2030 και τα 69 το 2039.

Τα στοιχεία της EMSA δείχνουν, επίσης, ότι από το 2018 έως το 2025 η μέση κατανάλωση καυσίμων ανά κρουαζιερόπλοιο μειώθηκε κατά περίπου 18,5%, ενώ οι μέσες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα υποχώρησαν κατά 19,4%.

Νερό και απόβλητα στην περιβαλλοντική εξίσωση

Η βιωσιμότητα της κρουαζιέρας δεν αφορά μόνο τις εκπομπές. Για την Ελλάδα, όπου αρκετά νησιά δοκιμάζονται από τη λειψυδρία, ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα των πλοίων να καλύπτουν αυτόνομα τις ανάγκες τους.

Σήμερα, 293 κρουαζιερόπλοια μπορούν να παράγουν πόσιμο νερό εν πλω, ενώ 218 έχουν θεωρητικά τη δυνατότητα να καλύπτουν το σύνολο των αναγκών τους χωρίς να ανεφοδιάζονται από τους προορισμούς.

Παράλληλα, 249 πλοία διαθέτουν προηγμένα συστήματα επεξεργασίας λυμάτων, έναντι 136 το 2018, ενώ 124 μπορούν να ανταποκριθούν ακόμη και στα αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα της Βαλτικής.

Η τεχνολογική αναβάθμιση των πλοίων, ωστόσο, αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της εξίσωσης. Η άλλη βρίσκεται στις λιμενικές εγκαταστάσεις, στα συστήματα υποδοχής και ανακύκλωσης αποβλήτων, στην ηλεκτροδότηση και στον συνολικό σχεδιασμό κάθε προορισμού.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι, επομένως, να καταγράψει απλώς ένα ακόμη ρεκόρ αφίξεων. Είναι να μετατρέψει τη σημερινή ισχυρή θέση της σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, με περισσότερους προορισμούς, σταθερούς κανόνες, σύγχρονα λιμάνια και ανταποδοτική αξιοποίηση των εσόδων του κλάδου.

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση