Γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε στους ανθρώπους που έχουν πεθάνει;

Η σχέση με όσους έφυγαν δεν αφορά μόνο στο πένθος. Αφορά στη μνήμη, στις ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά και στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε ποιοι είμαστε.

Η καλύτερή μου φίλη με πήρε ένα καλοκαίρι μαζί της στην Πάρο. Πήγαμε και ξαναπήγαμε τα επόμενα χρόνια στο νησί και, χάρη στην Κατερίνα και στην Τζένη που ζούσαν εκεί, περνούσαμε σχεδόν σαν Παριανές.

Ένα πρωί ετοιμαζόμασταν να πάμε για μπάνιο και η Τζένη καθυστέρησε να έρθει. Τότε μάθαμε ότι είχε πάει στο νεκροταφείο να πιει τον καφέ της με τον πατέρα της. Ναι, κάθε πρωί επισκεπτόταν τον μπαμπά της. Καθόταν κοντά του, έπινε το καφεδάκι της, του μιλούσε και μετά ξεκινούσε τη μέρα της ήρεμη και χαρούμενη.

Η Τζένη, βέβαια, δεν είναι η μόνη που συνεχίζει να μιλά σε έναν άνθρωπο που έχει χάσει. Με διαφορετικούς τρόπους, οι άνθρωποι το κάνουν εδώ και αιώνες.

Πολλοί πολιτισμοί σε όλο τον κόσμο διατηρούν ενεργά σχέσεις με τους νεκρούς μέσω της αφήγησης ιστοριών, της προσευχής και των τελετουργιών. Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, τα πνεύματα των νεκρών καλωσορίζονται στη διάρκεια της γιορτής Ομπόν (Obon). Για τέσσερις ημέρες κάθε χρόνο, οι οικογένειες θυμούνται τους προγόνους τους φροντίζοντας τους τάφους, ανάβοντας μικρές φωτιές και κάνοντας προσφορές.

Γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε στους ανθρώπους που έχουν πεθάνει

Φαναράκια φωτίζουν τη γιορτή Μπον Οντόρι, με την οποία οι Ιάπωνες τιμούν τη μνήμη των προγόνων τους και διατηρούν ζωντανό τον δεσμό μαζί τους. (AP Photo/Lai Seng Sin)
Παρόμοιες πρακτικές συναντώνται κατά την Ημέρα των Νεκρών (Día de los Muertos) στο Μεξικό, τη γιορτή Τσουσόκ (Chuseok) στην Κορέα και την ινδουιστική περίοδο μνήμης Πίτρου Πάκσα (Pitru Paksha).

Και στην Ελλάδα έχουμε τη δική μας μακρά παράδοση. Ψυχοσάββατα τα οποία είναι αφιερωμένα στη μνήμη όσων έχουν πεθάνει. Οι οικογένειες δίνουν τα ονόματα των νεκρών για να μνημονευθούν, ετοιμάζουν κόλλυβα και συχνά επισκέπτονται τους τάφους των δικών τους ανθρώπων. Πίσω από τις μεγάλες θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές υπάρχει κάτι κοινό: οι άνθρωποι, εδώ και αιώνες, αναζητούν τρόπους να διατηρούν έναν δεσμό με εκείνους που έφυγαν.

Και δεν χρειάζεται να πιστεύουμε ότι οι νεκροί μπορούν να μας ακούσουν για να τους μιλήσουμε.

Δεν περιμένουμε απάντηση

Η επικοινωνία με έναν άνθρωπο που έχει πεθάνει δεν χρειάζεται να έχει μεταφυσική διάσταση. Μπορεί να είναι μια νοητή συνομιλία που ενώνει το παρελθόν με το παρόν και μας συνδέει με την οικογενειακή μας ιστορία.

Μπορεί να μιλήσουμε σε έναν νεκρό γονιό όταν βρισκόμαστε μπροστά στον τάφο του. Να πούμε κάτι σε μια γιαγιά κοιτάζοντας μια παλιά φωτογραφία. Να σκεφτούμε τι θα λέγαμε σε έναν άνθρωπο που χάσαμε εάν βρισκόταν για λίγο απέναντί μας.

Η ψυχολογία χρησιμοποιεί τον όρο «συνεχιζόμενος δεσμός» (continuing bond) για τη σχέση που μπορεί να διατηρούμε με έναν άνθρωπο μετά τον θάνατό του. Πρόκειται για μια διαφορετική προσέγγιση από την παλαιότερη αντίληψη ότι, για να προχωρήσουμε μετά την απώλεια, πρέπει να αποδεσμευτούμε συναισθηματικά από εκείνον.

Ωστόσο, υπάρχει και άλλη εξήγηση για το γιατί μπορεί να συνεχίζουμε να μιλάμε σε εκείνους που έφυγαν. Όταν έχουμε ζήσει για χρόνια με κάποιον που αγαπάμε, ο εγκέφαλός μας έχει μάθει ότι αυτός ο άνθρωπος υπάρχει, ακόμη και όταν δεν βρίσκεται μπροστά μας. Ο θάνατος ανατρέπει αυτή τη βαθιά ριζωμένη γνώση και ο εγκέφαλος χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Γι’ αυτό μπορεί να εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε τι θα μας έλεγε, πώς θα αντιδρούσε ή ακόμη και να του μιλάμε νοερά.

Αυτή η συνέχιση του δεσμού δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι δεν έχουμε αποδεχθεί την απώλεια. Το ζητούμενο δεν είναι να ξεχάσουμε εκείνον που πέθανε για να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Μπορούμε να προχωρήσουμε έχοντας βρει έναν διαφορετικό τρόπο να τον κρατάμε μέσα σε αυτήν.

Οι ιστορίες που μάς λένε ποιοι είμαστε

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά. Η σχέση με τους νεκρούς δεν αφορά μόνο στο πένθος. Αφορά και στην οικογενειακή μνήμη. Όταν ρωτάμε ποιος ήταν ο παππούς μας πώς έζησε η προγιαγιά μας ή τι πέρασε η οικογένειά μας πριν γεννηθούμε δεν μαθαίνουμε απλώς ιστορίες άλλων ανθρώπων. Ανακαλύπτουμε κομμάτια της ιστορίας που προηγήθηκε της δικής μας.

Έρευνες δείχνουν ότι η αφήγηση ιστοριών για προηγούμενες γενιές μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση συνέχειας ανάμεσα στις γενιές και την αίσθηση του εαυτού. Μελέτες σε εφήβους έχουν επίσης συνδέσει τη γνώση και την αφήγηση οικογενειακών ιστοριών με καλύτερη συναισθηματική κατάσταση. Οι ιστορίες αυτές μπορεί να είναι ευχάριστες, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν και απώλειες, πολέμους, ξεριζωμούς ή οικογενειακά γεγονότα για τα οποία επί χρόνια κανείς δεν μιλούσε.

Ωστόσο, όταν κάποια γεγονότα αποσιωπώνται μέσα σε μια οικογένεια, αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται. Ο Γάλλος ψυχίατρος Σερζ Τισερόν (Serge Tisseron), που έχει μελετήσει τα οικογενειακά μυστικά, υποστηρίζει ότι ένα μυστικό μπορεί να εξακολουθεί να επηρεάζει τις επόμενες γενιές, ακόμη και όταν αυτές δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη.

Το τραύμα που περνά από γενιά σε γενιά

Πόλεμοι, απώλειες και βία μπορεί να αφήσουν το αποτύπωμά τους όχι μόνο σε όσους τα έζησαν, αλλά και στις γενιές που ακολουθούν. Αυτό περιγράφεται ως διαγενεακό τραύμα.

Η ψυχοθεραπεύτρια Μαριέλ Μπουκέ (Mariel Buqué) υποστηρίζει ότι η συγγραφή επιστολών προς ανθρώπους που έχουν πεθάνει μπορεί να βοηθήσει στην επεξεργασία του διαγενεακού τραύματος, στρέφοντας την προσοχή όχι μόνο στις δύσκολες εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά και στους τρόπους με τους οποίους τις αντιμετώπισαν οι προηγούμενες γενιές.

Σε πολλές οικογένειες, κομμάτια της ιστορίας τους χάνονται με το πέρασμα του χρόνου ή παραμένουν άγνωστα στις νεότερες γενιές. Η αναζήτηση αυτών των χαμένων ιστοριών μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα όσα προηγήθηκαν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επηρέασαν τη ζωή των επόμενων γενεών.

Γιατί τους μιλάμε ακόμα

Μπορεί να είναι μια επίσκεψη στο νεκροταφείο, λίγα λόγια μπροστά σε μια παλιά φωτογραφία ή κάτι που λέμε νοερά σε κάποιον που δεν είναι πια εδώ.

Δεν περιμένουμε απάντηση. Απλώς αναζητούμε με διαφορετικούς τρόπους, μια σύνδεση με τους ανθρώπους της οικογένειάς μας που έζησαν πριν από εμάς. Και όταν επιστρέφουμε στις δικές τους ιστορίες, μπορεί να καταλαβαίνουμε λίγο καλύτερα και τη δική μας.

Πηγή:ertnews.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση