ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Τουρισμός: Συντομότερες διακοπές και υψηλότερη ημερήσια δαπάνη
Νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ φωτίζει τις τάσεις δεκαετίας και τη σύγκριση με την Ισπανία για Ελλάδα
Η εικόνα των διακοπών στην Ελλάδα αλλάζει σταθερά την τελευταία δεκαετία και μαζί της αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο «γράφει» ο τουρισμός στο οικονομικό ισοζύγιο της χώρας.
Οι ξένοι τουρίστες πραγματοποιούν πλέον συντομότερης διάρκειας ταξίδια, ωστόσο αυξάνουν αισθητά την ημερήσια δαπάνη τους, επιβεβαιώνοντας ότι η διάρκεια παραμονής αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για τη Μέση Κατά Κεφαλή Δαπάνη.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα, 2015–2024», η οποία βασίζεται στα επίσημα στοιχεία της Έρευνας Συνόρων της Τράπεζα της Ελλάδος και εξετάζει τη δαπάνη των εισερχόμενων τουριστών (εκτός κρουαζιέρας).
Σύμφωνα με τα στοιχεία, από το 2015 έως το 2024 η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 20,6%, φθάνοντας τα 89,1 ευρώ από 73,9 ευρώ. Την ίδια στιγμή, όμως, η Μέση Κατά Κεφαλή Δαπάνη υποχώρησε οριακά κατά 1,2%, στα 572,8 ευρώ από 579,6 ευρώ, εξέλιξη που αποδίδεται αποκλειστικά στη μείωση της Μέσης Διάρκειας Παραμονής κατά 1,4 διανυκτερεύσεις, από 7,8 σε 6,4 νύχτες.
Όπως διευκρινίζεται στη μελέτη, τα ποσά αφορούν μόνο τη δαπάνη που πραγματοποιείται εντός Ελλάδας και δεν περιλαμβάνουν μεταφορικά εισιτήρια ή προμήθειες ενδιάμεσων επιχειρήσεων με έδρα στο εξωτερικό. Συνεπώς, η κατά κεφαλή δαπάνη δεν αποτυπώνει το συνολικό κόστος ταξιδιού, αλλά το οικονομικό αποτύπωμα που μένει στη χώρα.
Τρεις φάσεις μέσα στη δεκαετία
Η δεκαετία χωρίζεται σε τρεις διακριτές περιόδους. Στην προ πανδημίας φάση (2015–2019), η διάρκεια παραμονής είχε ήδη αρχίσει να μειώνεται, συμπαρασύροντας τη συνολική δαπάνη ανά επισκέπτη, παρά τη μικρή άνοδο της ημερήσιας δαπάνης. Η άνοδος των city break, κυρίως στην Αθήνα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο, ενισχύοντας τον αστικό τουρισμό αλλά περιορίζοντας τις διανυκτερεύσεις.
Κατά την οξεία φάση της πανδημίας (2020–2021), οι δείκτες ανέκαμψαν εντυπωσιακά, αν και με σαφώς λιγότερους επισκέπτες. Η Μέση Διάρκεια Παραμονής αυξήθηκε στις 8,9 διανυκτερεύσεις, η ημερήσια δαπάνη ενισχύθηκε και η Μέση Κατά Κεφαλή Δαπάνη εκτοξεύθηκε στα 702,4 ευρώ το 2021. Η εξέλιξη αυτή συνδέθηκε με το επιτυχημένο άνοιγμα της χώρας και το αίσθημα ασφάλειας που δημιούργησε η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης.
Από το 2022 και μετά, με την επιστροφή στην κανονικότητα, οι προ πανδημίας τάσεις επανεμφανίστηκαν εντονότερες. Η διάρκεια των ταξιδιών μειώθηκε περαιτέρω, φθάνοντας το 2024 στο χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη της Έρευνας Συνόρων το 2005.
Παρά την αύξηση της ημερήσιας δαπάνης, η συνολική δαπάνη ανά επισκέπτη υποχώρησε κατά 18,5% σε σχέση με το 2021.
Οι βασικοί λόγοι είναι τρεις: η μεταβολή του μείγματος αγορών υπέρ των βαλκανικών και ανατολικοευρωπαϊκών χωρών χαμηλότερης δαπάνης, η περαιτέρω ενίσχυση των ταξιδιών σύντομης διάρκειας και οι πληθωριστικές πιέσεις που περιορίζουν κυρίως τη διάρκεια των διακοπών.
Και μια διεθνής σύγκριση
Σε περιφερειακό επίπεδο, ξεχωρίζει η Αττική, η οποία αύξησε θεαματικά το μερίδιο επισκέψεων και τη μέση δαπάνη ανά επίσκεψη, επηρεάζοντας θετικά τον εθνικό μέσο όρο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση με την Ισπανία.
Μετά την προσαρμογή της μεθοδολογίας ώστε να είναι συγκρίσιμα τα στοιχεία, προκύπτει ότι το 2024 «άνοιξε» η ψαλίδα υπέρ της Ισπανίας, τόσο λόγω μεγαλύτερης διάρκειας παραμονής όσο και ταχύτερης αύξησης της ημερήσιας δαπάνης.
Όπως σημειώνει ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, η στρατηγική απάντηση για την Ελλάδα βρίσκεται στη στόχευση ταξιδιών μεγαλύτερης διάρκειας και υψηλότερης αξίας, στην ανάπτυξη εμπειριών ποιότητας και στο άνοιγμα προς τις long haul αγορές. Ένα στοίχημα που, όπως δείχνουν τα στοιχεία, θα κρίνει και το επόμενο κεφάλαιο του ελληνικού τουρισμού.
