Επανεξετάζοντας τους αστικούς μύθους του Ηρακλείου: η περίπτωση του Γεώργιου Δ. Φυτάκη (2ο)
Μέρος δεύτερο: ο πλούτος και η κατασκευή του Μεγάρου
Η διαπίστωση του τρόπου με τον οποίο ο Γεώργιος Δ. Φυτάκης κατάφερε στις αρχές της δεκαετίας του 1920, όχι μόνο να αυξήσει θεαματικά τον πλούτο του αλλά και να ενταχθεί στις τάξεις των μεγαλύτερων εμπόρων της πόλης, είναι εξίσου δύσκολη με την αναζήτηση των αιτιών που οδήγησαν λίγα χρόνια αργότερα στην πτώχευσή του.
Εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι μέσω της ενασχόλησής του με τη βαρελοποιία και τις επιμέρους δραστηριότητες ο Φυτάκης αποκόμιζε αξιόλογα κέρδη, ωστόσο δύσκολα αυτές οι πηγές θα του απέδιδαν τα πλούτη που φαίνεται να αποκτά αργότερα. Η εμπορική δραστηριότητα για την οποία είναι ευρύτερα γνωστός, το εμπόριο των κίτρων, για αρκετά χρόνια αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα λόγω του πολέμου. Παρόλο που μαζί με τα χαρούπια ήταν από τα λίγα προϊόντα για τα οποία δεν τέθηκαν περιορισμοί στην εξαγωγή τους, η ζήτηση από τις ευρωπαϊκές αγορές υπήρξε για χρόνια ιδιαίτερα χαμηλή μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1920.
Ενδεικτική είναι περιγραφή που δημοσίευσε στη Νέα Εφημερίδα τον Ιούλιο του 1915, ο Ιωάννης Μουρέλλος, «Εκ του λιμένος επροχώρησα προς τους επτά Μπαλτάδες προς αναζήτησιν ολίγου καθαρού αέρος […] έφτασα είς το μέρος όπου συσκευάζονται τα δια την Ευρώπην κίτρα μας, δια τα οποία φημιζόμεθα και πολύ δικαίως. Εκεί μετά χαράς μου ανυπόκριτου είδον παρεταγμένα περί τα χίλια βαρέλια κίτρα παθόντα μαρασμόν λόγω της αζητησιάς ένεκα του πολέμου. Μα είπα με το νου μου -που θα μας πάτε ψωροευρωπαίοι; θα τα φάτε· τί θα κάμετε;». Η ίδια κατάσταση φαίνεται να διατηρείται και τα επόμενα χρόνια. Στο δελτίο που εξέδωσε τον Αύγουστο του 1920 ο Εμπορικός Σύλλογος Ηρακλείου, με τις προβλέψεις για την επικείμενη εξαγωγική περίοδο, ανέφερε ότι λόγω του πολέμου οι εξαγωγές είχαν περιοριστεί από 1200 τόνους κατά μέσο όρο σε μόλις 350 το 1919, ενώ το 1920 αναμενόταν να εξαχθεί η ίδια ποσότητα.
Από το 1921 όμως και κατά τα επόμενα χρόνια, η κατάσταση άλλαξε ριζικά και απότομα. Αναλυτικά στοιχεία για τις εξαγωγές δυστυχώς είναι διαθέσιμα μόνο από το 1924 και έπειτα, συνεπώς για τα προηγούμενα χρόνια μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο αποσπασματικές ή έμμεσες πηγές. Με βάση λ.χ. τις τιμές που δημοσιεύονταν στο εμπορικό δελτίο των τοπικών εφημερίδων, τον Σεπτέμβριο του 1920 η αξία των κίτρων στην αγορά του Ηρακλείου υπολογιζόταν σε 1,6 δρχ./οκά. Στα τέλη του 1921, η τιμή είχε φτάσει τις 7,5 δρχ., ενώ έναν χρόνο αργότερα σχεδόν διπλασιάστηκε φτάνοντας τις 10-12 δρχ. και το 1923 τις 11-18 δραχμές, έναντι 8-12 δρχ. για τη σουλτανίνα και 16-16,4 δρχ. για το λάδι.
Παρόλο που η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων είναι δύσκολη χωρίς αναλυτικά δεδομένα, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η συγκυρία ευνοούσε όποιον ήταν σε θέση να την εκμεταλλευτεί. Ο Φυτάκης βρισκόταν ακριβώς σε αυτή τη θέση: διέθετε κάποιο αξιόλογο κεφάλαιο, αλλά και τα απαραίτητα μέσα αποθήκευσης. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, και με δεδομένο ότι τα τοποθετημένα στην άλμη κίτρα μπορούν να διατηρηθούν για σημαντικό χρονικό διάστημα, ακόμα και χρόνια, δεν φαντάζει απίθανο κατά τα προηγούμενα χρόνια να είχε συγκεντρώσει σημαντικές ποσότητες κίτρων, αγορασμένα σε χαμηλές τιμές, από τα οποία αποκόμισε τεράστια κέρδη μέσω της διάθεσής τους μετά την απότομη αύξηση των τιμών.
Οι νέοι επιχειρηματίες
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ ο Φυτάκης αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση, δεν είναι ο μόνος που επωφελήθηκε από τις ιδιαίτερες συνθήκες που δημιουργήθηκαν στην τοπική και την παγκόσμια οικονομία εξαιτίας του πολέμου. Χάρη στο άνοιγμα των ευρωπαϊκών αγορών στα τέλη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μετά από τέσσερα και πλέον χρόνια στερήσεων, και τη χαλάρωση των εμπορικών περιορισμών, η οικονομία του Ηρακλείου επωφελήθηκε σε μέγιστο βαθμό από τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για μεσογειακά αγροτικά προϊόντα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διαρκή αύξηση των τιμών. Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920 μέχρι το 1923 και σε μικρότερο βαθμό μέχρι το 1926, χάρη και σε άλλους παράγοντες, η τοπική οικονομία επρόκειτο να γνωρίσει τεράστια άνθηση, ανάλογη της οποίας δεν είχε υπάρξει και ούτε επρόκειτο να υπάρξει ξανά, τουλάχιστον μέχρι και την έλευση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Παράγωγο της περιόδου αυτής αποτέλεσε η εμφάνιση μιας νέας γενιάς κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών, όπως ο Φυτάκης, ο Μηνάς Γ.Χ. Γεωργιάδης και άλλοι, που δεν θέλησαν ή δεν μπορούσαν να επικεντρωθούν στην αγορά γης και στο εμπόριο των ανεπεξέργαστων τοπικών. αγροτικών προϊόντων. Αντίθετα, επένδυσαν σε νέους -για τα τοπικά δεδομένα πάντα- τομείς όπως η βιομηχανία τροφίμων και καπνού, ο τουρισμός κ.α., επιδιώκοντας να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη σε μικρότερο χρόνο. Οι περισσότερες από τις προσπάθειες αυτές δεν είχαν θετική κατάληξη, οδηγώντας σε δεύτερο χρόνο σε άλλες εναλλακτικές, όπως η επέκταση της δράσης τους στο πεδίο των δημοσίων έργων.
Η κατασκευή του Μεγάρου
Δύο γεγονότα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επισφραγίζουν την ένταξη του Φυτάκη στα ανώτερα εμπορικά στρώματα της πόλης. Η πρώτη αφορά την έναρξη της κατασκευής του περίφημου Μεγάρου και η δεύτερη την ίδρυση κατά την ίδια περίοδο της ομόρρυθμης εταιρίας Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης.
Η ιστορία της κατασκευής του Μεγάρου ξεκινάει με την αγορά πιθανόν την άνοιξη του 1923 από τον Φυτάκη του δημοσίου οικοπέδου υπ. αριθ. 57, όπως και αντίστοιχα του οικοπέδου υπ. αριθ. 56 από τον συνεργάτη του Ιώαννη Γ. Κασσαπάκη, επίσης κιτρέμπορο. Το πρώτο είχε έκταση 419,20 τ.μ. και το δεύτερο 434,20 τ.μ. και από κοινού επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή του Μεγάρου. Ωστόσο, ο σχεδιασμός θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν προγενέστερος, καθώς οι εργασίες για την εκσκαφή των θεμελίων είχαν ήδη ξεκινήσει τον Ιούνιο του 1923. Τη κατασκευή του ανέλαβε η εταιρία των μηχανικών Εμμ. Δερμιτζάκη και Σπυρ. Κατσουλίδη, ο πρώτος πρώην νομομηχανικός Ηράκλειου και ένας από τους μεγαλύτερους εργολάβους του νησιού, ενώ ο δεύτερος πρώην μηχανικός της Λιμενική Επιτροπής Ηρακλείου, υπεύθυνος για την επίβλεψη της κατασκευής του νέου λιμανιού της πόλης.
Το Μέγαρο επρόκειτο να είναι το πρώτο πολυώροφο κτήριο της πόλης, κατασκευασμένο με μπετόν, η χρήση του οποίου είχε εισαχθεί στην Κρήτη περίπου μια δεκαετία νωρίτερα. Ενδεικτικά της εντύπωσης που προκάλεσε αλλά και των επιδιώξεων των δύο συνεταίρων είναι τα σχόλια της Νέας Εφημερίδας, με αφορμή την τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου στις 16 Ιουλίου 1923. «Το μέγαρον τούτο θα είναι το μεγαλύτερον οικοδομικόν έργον εν Κρήτη, με πέντε ορόφους […]. Πλήν των καταστημάτων και των οικιών αίτινες προβλέπονται, θα γίνη πολυτελές ξενοδοχείο όμοιον με τα Ευρωπαϊκά και Καζίνο με Ευρωπαϊκήν επίπλωσιν δια τους αφικνουμένους χάριν των αρχαιοτήτων ξένους».
Ωστόσο, ο τρόπος κατασκευής, συνεπαγόταν τεράστια κόστη για τα δεδομένα της περιόδου, εφόσον έπρεπε να βρεθούν μηχανικοί και εργάτες με την κατάλληλη εμπειρία και να εισαχθούν στο νησί υλικά (τσιμέντο, χάλυβας κ.α.) με ιδιαίτερα υψηλό κόστος. Εξίσου σημαντικό πρόβλημα αποτελούσε η θέση που επελέγη, καθώς η μικρή απόσταση από τη θάλασσα και η δομή του εδάφους απαιτούσε συγκεκριμένη μεθοδολογία για την κατασκευή των θεμελίων.
Αξίζει ακόμα να αναφερθεί ότι το Μέγαρο δεν ήταν η μόνη επένδυση του Φυτάκη στο πεδίο των ακινήτων. Τον Αύγουστο του 1924, αγόρασε ένα ακόμα οικόπεδο 430 τ.μ. στη συνοικία Χουγκιάρ (Άγιος Φραγκίσκος, στη περιοχή του Αρχαιολογικού Μουσείου), όπου έχτισε μεγάλη οικοδομή με υπόγειο, ισόγεια καταστήματα, με ένα όροφο και ημιώροφο. Αντίστοιχα, στις αρχές του 1925 αγόρασε άλλο ένα ακίνητο στη θέση Σουλτάν Ιβραχήμ παρά τη Σχολή Καλογραιών (Ευαγγελισμός) που, όπως αναφέρεται, άλλοτε χρησιμοποιούνταν ως θέατρο.
Η Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης Ο.Ε.
Παράλληλα με τις επενδύσεις στον χώρο των ακινήτων, ο Φυτάκης συμμετείχε στα τέλη Ιουλίου του 1923 στην ίδρυση της Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης. Από τους δύο νέους συνεταίρους, ο Κωνσταντίνος Γεωργίου Λιοπυράκης είχε ιδρύσει την επιχείρησή του το 1898, την ίδια περίπου περίοδο με τον Φυτάκη, ωστόσο είχε καταφέρει να εδραιωθεί σε μεγαλύτερο βαθμό στον χώρο του εξαγωγικού εμπορίου, αναπτύσσοντας δραστηριότητα σε διάφορους τομείς. Όσο για τον Εμμανουήλ Μιχαήλ Γουναλάκη, ο ίδιος είχε ιδρύσει την επιχείρησή του το 1884, αποτελούσε όμως μέλος ενός ευρύτερου εμπορικού δικτύου βασισμένου στην αρχική, οικογενειακή επιχείρηση που είχε ιδρυθεί τη δεκαετία του 1830. Ένα δεύτερος κλάδος της οικογένειας Γουναλάκη, που αργότερα θα παίξει ιδιαίτερο ρόλο στην υπόθεση του Φυτάκη, είχε ως έδρα την Τεργέστη, ένα από τα κύρια λιμάνια για την εξαγωγή των κίτρων.
Η Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης ήταν μια ομόρρυθμη εταιρία. Δηλαδή, κάθε μέλος της συμμετείχε ισότιμα σε αυτήν. Βάσει του καταστατικού της, σκοπός της ήταν η αγορά, κατεργασία και πώληση κίτρων, ωστόσο ορισμένοι ειδικότεροι όροι δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα σαφώς πιο φιλόδοξο εγχείρημα από την ίδρυση μίας απλής εμπορικής εταιρίας. Αναφέρεται λ.χ. ότι έδρα της επιχείρησης επρόκειτο να είναι το Ηράκλειο, με την προοπτική όμως της επέκτασης των εργασιών σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδος ή του εξωτερικού. Επιπλέον, η διάρκειά της οριζόταν στα 10 χρόνια, χρονικό διάστημα ιδιαίτερα μεγάλο για τις συνεταιρικές επιχειρήσεις του Ηρακλείου της περιόδου. Διαχειριστής θα ήταν ο Γουναλάκης, ενώ ο Φυτάκης αναλάμβανε τον ρόλο του ταμία και παράλληλα τις διαδικασίες αγοράς, συσκευασίας και φόρτωσης των κίτρων.
Παρά την απουσία αναλυτικών δεδομένων για τη δράση της εταιρίας, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο πρώτος χρόνος δράσης της υπήρξε ιδιαίτερα επωφελής, καθώς, κατά την εξαγωγική περίοδο του 1924, οι τιμές των κίτρων έφτασαν για πρώτη φορά τις 22-24 δρχ. ανά οκά, τιμή σχεδόν διπλάσια σε σχέση με τις σταφίδες και το λάδι.
Δύο ακόμα στοιχεία αναδεικνύουν την άνθηση της επιχείρησης και ταυτόχρονα τη διαφοροποίησή της σε σχέση με τις άλλες επιχειρήσεις της πόλης. Το πρώτο ήταν η αγορά δύο οικοπέδων στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1924, με σκοπό την ανέγερση του αποκαλούμενου Μεγάρου της Κιτρικής, που θα αποτελούσε τη βάση για την επέκταση των δραστηριοτήτων τους σε νέες αγορές.
Το δεύτερο, ήταν η απόφαση για την επέκταση της δραστηριότητάς τους στην παραγωγή ζαχαρόπηκτων με βάση τα κίτρα. Αντίστοιχες βιομηχανίες που βασίζονταν στη δευτερογενή επεξεργασία των τοπικών αγροτικών προϊόντων υπήρχαν ήδη στο Ηράκλειο κυρίως στο πεδίο της σαπωνοποιίας και της παραγωγής τσιγάρων. Όμως, τα προϊόντα αυτά απευθύνονταν κυρίως στην τοπική ή την ελληνική αγορά. Αντίθετα, η Γουναλάκης, Λιοπυράκης, Φυτάκης ήταν η πρώτη επιχείρηση κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου που έθεσε ως στόχο την εξαγωγή των επεξεργασμένων προϊόντων σχεδόν αποκλειστικά προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Η συγκυρία φάνταζε ιδανική, ωστόσο οι όποιες προσδοκίες διαψεύστηκαν με δραματικό τρόπο τα επόμενα χρόνια.
