ΑΠΟΨΕΙΣ

Επανεξετάζοντας τους αστικούς μύθους του Ηρακλείου: η περίπτωση του Γεώργιου Δ. Φυτάκη

Μέρος πρώτο: η πρώιμη επιχειρηματική δραστηριότητα

megaro fytaki

Του Δημήτρη Κυπριωτάκη*

 

Παρά το πλούσιο παρελθόν, ελάχιστοι είναι οι ευρέως διαδεδομένοι αστικοί μύθοι για την πόλη του Ηρακλείου. Ο πιο γνωστός ανάμεσα τους, είναι ίσως η ιστορία του μεγαλέμπορου του Μεσοπολέμου, Γεώργιου Δημητρίου Φυτάκη. Σύμφωνα με αυτόν, ο Φυτάκης πλούτισε στις αρχές της δεκαετίας του 1920 από το εμπόριο κίτρων, επιλέγοντας στη συνέχεια να επενδύσει σημαντικό μέρος της περιουσίας του στην κατασκευή του πρώτου πολυώροφου κτηρίου στην πόλη, που από τότε έμεινε γνωστό ως Μέγαρο Φυτάκη. Ωστόσο, προβλήματα που συνήθως αποδίδονται στον περιορισμό της ζήτησης των κίτρων στο εξωτερικό ή την καταστροφή της παραγωγής λόγω κάποιας ασθένειας, τον οδήγησαν στη χρεοκοπία, με αποτέλεσμα να χάσει όχι μόνο το Μέγαρο αλλά και όλη του την περιουσία, καταλήγοντας στην αυτοκτονία. Ανάλογα την περίπτωση, η ιστορία διανθίζεται με διάφορες λεπτομέρειες. Η χρεοκοπία του λ.χ. αποδίδεται στο πάθος του για τα χαρτιά, ενώ η αυτοκτονία του αποκτά ενίοτε τραγικό χαρακτήρα, καθώς οι διάφορες αφηγήσεις τον θέλουν να πέφτει από τη κορυφή του μεγάρου, σε κάποιες από αυτές μαζί με τη σύζυγό του. 

Image
Fytakis
Photo Credits: @Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών - Αρχείο Βαλλιώς Κατεχάκη – Μαλαγαρδή
Ο Γεώργιος Δημητρίου Φυτάκης 


Αναμφίβολα, τόσο στην επιβίωση όσο και στη διαμόρφωση του μύθου, καθοριστικό ρόλο έχει η διατήρηση του επιβλητικού μεγάρου που ακόμα και σήμερα δεσπόζει στην παραλιακή ζώνη του Ηρακλείου και φέρει το όνομα του. Ωστόσο, πέρα από το στοιχείο αυτό, και δεδομένου ότι έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από την εποχή κατά την οποία, πράγματι, μεγαλούργησε και πτώχευσε ο Γεώργιος Δ. Φυτάκης, είναι πρακτικά αδύνατον να εντοπιστεί η αρχική μορφή του μύθου ή να διαπιστωθεί ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε, πότε έγιναν οι διάφορες προσθήκες, γιατί και ποιες ήταν αυτές κ.α.
Ένας άλλος τρόπος προσέγγισης είναι η αξιοποίηση των ποικίλων, διαθέσιμων αρχειακών πηγών: συμβολαιογραφικά, νομικά, οικονομικά αρχεία, όπως και οι εφημερίδες προσφέρουν αρκετές πληροφορίες. Στο κείμενο αυτό, όπως και σε όσα ακολουθήσουν, θα επιχειρηθεί μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη αφήγηση της ιστορίας του Γεώργιου Δ. Φυτάκη με βάση ορισμένα πρώτα συμπεράσματα μιας ευρύτερης έρευνας, επιδιώκοντας την επανεξέταση των διαφόρων όψεων του μύθου, την επαναδιαπραγμάτευση, την επιβεβαίωση ή την κατάρριψη τους. 

Σύμφωνα με αίτημα που είχε υποβάλει προς τον Δήμο την άνοιξη του 1900 η μητέρα του Κατερίνα, ο Γεώργιος Δ. Φυτάκης γεννήθηκε πιθανότατα το 1886. Το 1888 γεννήθηκε η αδελφή του Ιωάννα και τον επόμενο χρόνο ο αδελφός του Μιχάλης, μετέπειτα διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας και αργότερα της Τράπεζας της Ελλάδος στο Ηράκλειο. Κατά τα γεγονότα του Αυγούστου του 1898, η οικογένεια κατέφυγε στην Αθήνα. Εκεί πέθανε λίγο αργότερα ο πατέρας του, έμπορος, Δημήτριος Φυτάκης, λόγω των τραυμάτων του, γεγονός που τον κατατάσσει ανάμεσα στα θύματα της σφαγής.
Δεν είναι σαφές πότε η οικογένεια Φυτάκη επιστρέφει στην Κρήτη. Σύμφωνα με μεταγενέστερη εγγραφή στο Εμπορικό Μητρώο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου, ο ίδιος ανέφερε ότι ίδρυσε την προσωπική του επιχείρηση το 1899, με αντικείμενο το Γενικό Εμπόριο. Το γεγονός ότι κατά την περίοδο αυτή ήταν μόλις 13 ετών δεν αποτελεί αντίφαση, καθώς ήταν συνηθισμένο, σε περιπτώσεις απρόσμενου θανάτου του πατέρα, η επιχείρηση να περνάει στο μεγαλύτερο αγόρι, ενώ μέχρι την ενηλικίωσή του τη διαχείριση αναλάβανε συνήθως η μητέρα ή κάποιος άλλος κοντινός συγγενής. 
Με βάση μετέπειτα πηγές, ο Φυτάκης δραστηριοποιούνταν σε δύο παράλληλα πεδία: η ενασχόλησή του με το εμπόριο συνεχίστηκε μέσω της δικής του επιχείρησης, αλλά και με διάφορες συνεργασίες. Το 1913 λ.χ. αναφέρεται η ίδρυση της ετερόρρυθμης εταιρίας Γ. Δ. Φυτάκης και Σία, με μέλη τον ίδιο και τον Φραγκίσκο Βερβεράκη και σκοπό την εξαγωγή φυσικών προϊόντων. Στη δράση του ως εμπόρου συγκλίνουν άλλες πηγές, όπως η παρουσία του στις λίστες με τις εισφορές των μελών του Εμπορικού Συλλόγου, στους εράνους που διεξήχθησαν το 1913 υπέρ των τραυματιών του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου ή το 1914 υπέρ της Ναυαρχίδας Βασιλεύς Κωνσταντίνος.
Ωστόσο, η δράση του Φυτάκη δεν επικεντρωνόταν μόνο στο καθ’ αυτό εμπόριο. Σε ένα σημαντικό αριθμό από συμβόλαια που καλύπτουν την περίοδο από το 1909 και τουλάχιστον μέχρι και τα μέσα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αναφέρεται ως εμποροβαρελοποιός. Οι ίδιες αυτές πηγές περιγράφουν με σαφήνεια τη δράση του: το 1909 λ.χ. λαμβάνει ένα τρίμηνο δάνειο 4.500 δρχ. από την Τράπεζα Αθηνών με εγγυητή κάποιον Αυγούστο Σβένδ και προσφέροντας ως υποθήκη «…800 ελαιοβάρελα καινούρια αποθηκευμένα όλα είς την ενταύθα παρά τον λιμένα υπ’ αριθμό 23 αποθήκη του Δημοσίου…». 

Image
fytaki
Photo Credits: @Από την ταινία των René Zuber και Roger Leenhardt, En Crete sans les dieux
Εμπορεύματα έτοιμα προς φόρτωση στο λιμάνι του Ηρακλείου το 1935


Ο ίδιος δεν φαίνεται να αναμιγνύεται στην κατασκευή, συνάπτει όμως συμφωνίες με διάφορα πρόσωπα, βαρελοποιούς και άλλους τεχνίτες. Ενδεικτική είναι η συμμετοχή του ως ετερόρρυθμο μέλος τον Ιούλιο του 1911 στην Ι. Γ. Τσιριγωτάκης & Σία, που σκοπό είχε την κατασκευή και εμπορία βαρελιών. Λίγο αργότερα προσλαμβάνει τον νεαρό Εμμανουήλ Πετράκη, τεχνίτη βαρελοποιό, ενώ δύο μόλις μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ιδρύει και μια δική του αντίστοιχη επιχείρηση, με την επωνυμία Γ. Δ. Φυτάκης & Σία και συνεταίρους τους βαρελοποιούς Κωνσταντίνο Αντ. Παπαδάκης και Νικόλαο Κ. Μακράκη.
Η ιδιότητά του ως εμποροβαρελοποιού θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι υπήρξε ιδιαίτερα επωφελής κατά την ταραγμένη περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα βαρέλια αποτελούσαν πάντα ένα πολύτιμο μέσο για το εξαγωγικό εμπόριο της Κρήτης, εφόσον από τα τρία κύρια εξαγόμενα είδη-λάδι, κρασί και σταφίδες-τα δύο πρώτα απαιτούσαν σημαντικές ποσότητες βαρελιών για την αποθήκευση και τη μεταφορά τους. Παρά τα προβλήματα που προκάλεσε στο εμπόριο ο πόλεμος-τα οποία εντάθηκαν μετά τον Διχασμό-και η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στις πολεμικές συγκρούσεις το καλοκαίρι του 1917, τα διάφορα αγροτικά προϊόντα συνέχισαν να παράγονται, ακόμα και σε μικρές ποσότητες, με ένα σημαντικό όμως μέρος τους να μην εξάγεται, αλλά να αποθηκεύεται. 
Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι το εμπόριο βαρελιών αποτελούσε μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα δραστηριότητα. Πράγματι, ορισμένες έμμεσες αναφορές δείχνουν ότι κατά την περίοδο αυτή ο Φυτάκης βρισκόταν σε μάλλον καλή οικονομική κατάσταση. Τον Αύγουστο του 1916 λ.χ. αποπληρώνει ένα δάνειο 6.000 χρυσών δραχμών που είχε λάβει το 1910, καταβάλοντας σχεδόν άλλες 3.000 δρχ. για τόκους. 
Δύο μόλις χρόνια αργότερα, το 1918, επιχείρησε να επεκτείνει τη δράση του σε ένα ακόμα πεδίο. Στα τέλη Ιουνίου η Νέα Εφημερίς, έκανε αναφορά στην ενοικίαση της διαχείρισης των θαλάσσιων λουτρών από τον Φυτάκη έναντι 1.700 δρχ., επικροτώντας τις αλλαγές που σχεδίαζε και καταλήγοντας ότι «Τοιούτοι πράγματι ρέκται άνθρωποι ως ο κ. Φυτάκης χρειάζονται είς παρομοίου είδους επιχειρήσεις δια να παρέχουν είς του το πελάτας των όλα τα μέσα τα συντελούντα είς την υπηρέτησιν των αναγκών των». 
Υπάρχουν συνεπώς αρκετές ενδείξεις ότι στα τέλη της ταραγμένης δεκαετίας του 1910 ο Φυτάκης είχε καταφέρει να εδραιωθεί σε σημαντικό βαθμό σε επιμέρους επιχειρηματικά πεδία, αναζητώντας νέες εναλλακτικές για την επέκταση της δραστηριότητάς του. Αυτό θα συμβεί τα επόμενα χρόνια, αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες που προσέφερε στην οικονομία του Ηρακλείου το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

 

*Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, μεταδιδακτορικός ερευνητής Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση