Γιώργος Μαζωνάκης: Του “Αντίο η ώρα”… όμως θα συνεχίσεις “Να περνάς”
Γνήσιος λαϊκός τραγουδιστής με τη στόφα ροκ σταρ
Με τον έναν ή με τον άλλον στίχο των τραγουδιών του, υμνούσε τη ζωή του. Συχνά την έβλεπε να περνά σαν τρέιλερ από μπροστά του – και μπροστά μας- “όπου κοιτάξεις, όπου κι αν ψάξεις”, ενώ τη γευόταν μέχρι την τελευταία της σταγόνα.
Στα καταγάλανα μάτια του, απευθείας βγαλμένα απ’ τον καμβά της ψυχής του, καθρεπτιζόταν το ησυχαστήριό του: το κρητικό πέλαγος, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σητεία.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν μία κατηγορία μόνος του: αυτό τον έκανε να ξεχωρίζει.
Στην Ελλάδα, ο Θεός – που καθημερινά επικαλούνταν και προσέτρεχε- έσπασε το καλούπι · στη Βρετανία, με την τεράστια μουσική βιομηχανία, όμοιός του σε όλα (στιλ, εμφάνιση κλπ) ήταν ο Ρόμπι Γουίλιαμς. Στο NBA προσομοίαζε με τον Ντένις Ρόντμαν: όπως ο Αμερικανός μάζευε ριμπάουντ και χρυσά δαχτυλίδια πρωταθλητή με τους Chicago Bulls, έτσι κι ο δημοφιλής καλλιτέχνης συγκέντρωνε πλατινένιους δίσκους στη συλλογή του. Αμέτρητοι θαυμαστές έπιναν νερό (και οινοπνευματώδη ποτά, φυσικά) στο όνομά του και ορκίζονταν πως “Όσο Ζω ΜαΖω”.
Με τα “Όχι και τα Ναι” του, γοήτευε γιατί ήταν μυστήριος και απροσδιόριστος...
Ένα νόμισμα με δύο όψεις, ερμηνευμένος μα και δυσερμήνευτος, όπως υπαγόρευε η “Φιλοσοφία” του: Λαϊκός μα και ροκ, εκκεντρικός μα και ταπεινός, προσιτός μα και απρόσιτος, εξωστρεφής αλλά κατά βάθος πολύ εσωστρεφής, σκληρός και ευαίσθητος, με (μουσικό) μέτρο και χωρίς (προσωπικό) μέτρο. Πρωτίστως αυθεντικός και αντισυμβατικός.
Του σαλονιού και συγχρόνως του λιμανιού (όχι όποιου κι όποιου, του μείζονος, του Πειραιά), όποτε “πνιγόταν” απ’ τα εκτυφλωτικά φώτα της δημοσιότητας ένιωθε την ανάγκη να “γυρίσει στα παλιά”, στη Νίκαια, την παλιά του γειτονιά, όπου και μεγάλωσε.
Γεννήθηκε με ένα αστέρι πάνω από το κεφάλι του. “Με λένε Γιώργο” συστήθηκε.
“Σαν ήταν παιδί”, με άγνοια κινδύνου, ακροβατώντας μεταξύ θάρρους και θράσους, τον θυμούνται – και τον θυμόταν κι ο ίδιος- με χαμηλωμένο βλέμμα, να αποκαλεί την Μαρινέλλα “συνάδελφό” του πριν καν βγει στην πίστα, κατά τη γνωριμία τους, επισκεπτόμενος το καμαρίνι της.
Επιβιβάστηκε σε ένα “τρένο που δεν σταματάει”.
Διέγραψε μία λαμπρή πορεία: φόρεσε φούστα, κρητικό σαρίκι (για να τιμήσει την καταγωγή του), άφησε μουστάκι, έβαψε τα μαλλιά του, ξύρισε το κεφάλι του, άφησε γένια, χαίτη, χάρισε “Gucci Φόρεμα” - κάνοντας πάταγο το 2004, μας ξενάγησε με τη Βικτώρια Χαλκίτη στο “Summer in Greece”, αργότερα σκεπασμένος με μια γούνα στα “Κρυφά τα μονοπάτια” του.
Σημείο - σταθμός της καριέρας του ήταν η μουσική συνάντησή του με τον Φοίβο.
Πολλές φορές έκανε τον απολογισμό του και αναρωτιόταν ποιο ήταν “το παράξενο με εμένα”.
Ήταν η παρηγοριά μας “κάθε βράδυ του Σαββάτου”, κι όχι μόνο.
Η λίστα με τις επιτυχίες του, την ασύγκριτη καλλιτεχνική παρακαταθήκη του, είναι τόσο μακρά που είναι αδύνατον να μπει φρένο. Αυτή ήταν μια άγνωστη λέξη για τον ίδιο: επέλεξε να ζήσει στα άκρα, όπως ήθελε.
Αν έβλαψε κάποιον, αυτός ήταν κυρίως ο εαυτός του. Το τίμημα της αυτοκαταστροφής είναι βαρύ, πιάνοντας “του πόνου τη συχνότητα” που “θάβουμε” μέσα μας.
Τα “Δύσκολα Φεγγάρια” του Γιώργου Μαζωνάκη πύκνωσαν για τα καλά πριν ένα χρόνο – και κάτι. Κληρονόμησε ένα “κεντρί στο χέρι βέρα”.
Η απόσχιση απ’ την οικογένειά του τού δημιούργησε σίγουρα ένα “Κενό”, τεράστιο και δυσαναπλήρωτο, όπως αυτό που αφήνει πίσω του.
Οι πληγές σαφώς δεν έκλειναν και δεν γιατρεύονταν ρίχνοντας πάνω τους “οινόπνευμα φτηνό”.
Απαλλαγμένος από βαρίδια, φορτωμένος με σκέψεις “βούτηξε” στην άβυσσο, που ευχόμαστε να τον οδηγήσει ακόμη πιο ψηλά από εκεί που ήταν: στο Φως.
Η καρδιά του, που χωρούσε τους πάντες αν και ήταν κλειδωμένη με “λουκέτο”, τον πρόδωσε νωρίς και απρόσμενα.
Είχε τα πάθη, τα λάθη και το τέλος ενός μεγάλου αστέρα, ανάλογο με του Έλβις Πρίσλεϊ, του Βλάσση Μπονάτσου και του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα: πρόωρο, γεμάτο με πολλά “γιατί”.
Του “Αντίο η Ώρα” ήρθε στα 54, όμως Γιώργο θα συνεχίσεις “Να Περνάς”, “ώρες μικρές στα σκοτεινά”...
Τα δάκρυα καίνε, ωστόσο πάντα οι πράξεις μετράνε...
- H Παναγία η Καρδιώτισσα στην Κερά
- Μισθολογική διαφάνεια: Ο νόμος που φτάνει στον τουρισμό πριν τη σεζόν του 2027
- Ποιος (δεν) φοβάται τον Κασιδιάρη;




