Η οικονομία του φόβου και ο χάρτης του μέλλοντος
Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο η κατανομή των πόρων, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική του μέλλοντος.
Ο πλανήτης το 2025 δαπάνησε σχεδόν τρία τρισεκατομμύρια δολάρια για στρατιωτικούς σκοπούς. Ο αριθμός, έτσι όπως δηλώνεται, είναι τόσο μεγάλος που δεν χωρά στην καθημερινή εμπειρία, περνάει από μπροστά μας σαν κάτι που καταλαβαίνουμε χωρίς να το νιώθουμε. Κι όμως, η πραγματική του σημασία δεν βρίσκεται στο μέγεθος, αλλά στη λειτουργία του. Δεν είναι απλώς ένα άθροισμα δαπανών, αλλά ένας σιωπηλός τρόπος με τον οποίο ο κόσμος αποφασίζει τι έχει μεγαλύτερη σημασία.
Διότι κάθε προϋπολογισμός, όταν φτάνει σε αυτή την κλίμακα, παύει να είναι τεχνικό εργαλείο και μετατρέπεται σε πολιτισμικό συμβάν. Δεν κατανέμει μόνο πόρους, αλλά κατανέμει πραγματικότητες. Καθορίζει τι θεωρείται επείγον, τι αναγκαίο, τι πιθανό. Και ακόμη πιο βαθιά, καθορίζει τι μπορεί να φανταστεί μια κοινωνία χωρίς να θεωρηθεί αφελής. Με αυτή την έννοια, τα τρία τρισεκατομμύρια δεν αγοράζουν μόνο εξοπλισμούς. Αγοράζουν ένα καθεστώς αλήθειας, την πεποίθηση ότι η σύγκρουση δεν είναι ενδεχόμενο, αλλά δομική και αναγκαία συνθήκη του κόσμου.
Η ένσταση είναι γνωστή και σε ένα επίπεδο αδιαμφισβήτητη, η ασφάλεια έχει κόστος. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό λειτουργεί συχνά ως ρητορική ασπίδα που αποκρύπτει το ουσιώδες. Διότι δεν τίθεται το ερώτημα αν πρέπει να υπάρχει στρατιωτική δαπάνη, αλλά πώς αυτή εγγράφεται σε μια ιεραρχία προτεραιοτήτων που σιωπηρά ανακηρύσσει τον φόβο σε κυρίαρχη αρχή οργάνωσης του μέλλοντος.
Αν μετατοπιστεί η ματιά από την αναγκαιότητα στη δυνατότητα, η εικόνα αποκτά μια διαφορετική υφή. Το ίδιο ποσό θα μπορούσε να επιταχύνει ριζικά την έρευνα στην ιατρική, να μετασχηματίσει τα εκπαιδευτικά συστήματα, να αναδιαμορφώσει την ενεργειακή μετάβαση, να επεκτείνει την ανθρώπινη παρουσία πέρα από τη Γη. Ακόμη και μια μερική ανακατεύθυνση θα αρκούσε για να αναδιατάξει τους όρους του εφικτού. Το γεγονός ότι αυτό δεν συμβαίνει δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά ένδειξη επιλογής.
Εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας του προβλήματος, στο επίπεδο του φαντασιακού, εκεί όπου διαμορφώνεται αυτό που μια κοινωνία θεωρεί φυσικό πριν ακόμη το σκεφτεί. Οι κοινωνίες δεν επενδύουν απλώς σε ό,τι χρειάζονται. Επενδύουν σε ό,τι μπορούν να φανταστούν ως αναπόφευκτο. Το χρήμα φανερώνει μια βαθύτερη προδιάθεση, χρηματοδοτούμε μαζικά αυτό που φοβόμαστε ότι θα συμβεί, όχι αυτό που θα θέλαμε να συμβεί.
Έτσι, η στρατιωτική δαπάνη αποκτά έναν διπλό χαρακτήρα. Από τη μία εμφανίζεται ως εργαλείο αποτροπής και από την άλλη λειτουργεί ως μηχανισμός επιβεβαίωσης του ίδιου του σεναρίου που υποτίθεται ότι αποτρέπει. Η συνεχής επένδυση στη σύγκρουση δεν μειώνει μόνο τον κίνδυνο, τον μετατρέπει σε κάτι αναμενόμενο, φυσικό και σχεδόν αναπόφευκτο. Με άλλα λόγια τον ενσωματώνει ως βασική παράμετρο της πραγματικότητας.
Αντίθετα, οι τομείς της γνώσης, της υγείας ή της εξερεύνησης του διαστήματος παραμένουν σε ένα καθεστώς καθυστέρησης. Όχι επειδή στερούνται σημασίας, αλλά επειδή δεν εγγράφονται στη σφαίρα του άμεσου και δεν εντάσσονται στον λόγο της απειλής. Δεν ενεργοποιούν την ίδια ένταση του αναγκαίου. Παραμένουν στο περιθώριο ενός μέλλοντος που διαρκώς αναβάλλεται.
Σε αυτό το σημείο, η διάκριση ανάμεσα σε ρεαλισμό και όραμα αποκαλύπτεται ως προβληματική. Ο λεγόμενος ρεαλισμός της στρατιωτικής επένδυσης δεν είναι ουδέτερος. Είναι ήδη μια επιλογή φαντασιακής τάξης, μια επιλογή που προκρίνει την αποτροπή της καταστροφής έναντι της παραγωγής δυνατοτήτων. Το όραμα δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, αλλά μια εναλλακτική διαμόρφωσή της.
Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο η κατανομή των πόρων, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική του μέλλοντος. Αν ένα μέρος αυτών των τρισεκατομμυρίων διοχετευόταν συστηματικά σε άλλους τομείς, δεν θα άλλαζαν μόνο οι δείκτες ανάπτυξης ή τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Θα μεταβαλλόταν το ίδιο το πεδίο των προσδοκιών. Θα άρχιζε να διαμορφώνεται ένας διαφορετικός ορίζοντας κανονικότητας.
Διότι κάθε επένδυση είναι και μια υπόθεση για το τι αξίζει να υπάρξει. Και σήμερα, η πιο ισχυρή υπόθεση που χρηματοδοτείται είναι ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να οργανώνεται γύρω από την απειλή. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτή η υπόθεση είναι αληθής. Το ερώτημα είναι μήπως, επενδύοντας τόσο μαζικά σε αυτήν, τη μετατρέπουμε ήδη σε πραγματικότητα.
Έτσι, τα τρία τρισεκατομμύρια δεν είναι απλώς ένα ποσό. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος διαλέγει το μέλλον του, χωρίς να το λέει ανοιχτά. Μια επιλογή που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Και ό,τι επαναλαμβάνεται, στο τέλος γίνεται πραγματικότητα.
Δεν μας λείπουν οι πόροι. Μας λείπει η κατεύθυνση. Κάθε δισεκατομμύριο που ξοδεύεται είναι ένα βήμα προς έναν κόσμο που ήδη σχηματίζεται. Και ο κόσμος αυτός δεν θα μας βρει απροετοίμαστους. Δυστυχώς, θα τον έχουμε ήδη χτίσει μόνοι μας.
