Το λαθεμένο του πάπα

Θανάσης Γιαπιτζάκης
Θανάσης Γιαπιτζάκης

Σύμφωνα με την Καθολική Θεολογία, υπάρχουν αρκετές έννοιες σημαντικές για την κατανόηση της αλάθητης θείας αποκάλυψης

      Τον τίτλο του πάπα τον συναντάμε, για πρώτη φορά, όχι εκεί στη Δύση που πάει ο νους μας, αλλά εδώ στην Ανατολή! Απίστευτο - κι όμως ανατολικό!

      Σ’ αυτή λοιπόν τη μεριά την ανατολική, του τότε γνωστού Κόσμου, έτσι λέγονταν όλοι οι επίσκοποι, δηλαδή οι προϊστάμενοι των χριστιανών, στις αρχές του 2ου Αιώνα. Κι αυτό συνέβη γιατί πάπας σημαίνει «πατέρας» αλλά στα…ελληνικά και όχι στα ρωμαϊκά, όπως πάλι λανθασμένα το νομίζουμε       (πάππας, με δύο π, ήταν αρχαιοελληνική παιδική λέξη, όπως σήμερα λέμε μπαμπάς).

      Μετά απ’ αυτή τη διόρθωση στη γνώση - και γι’ αυτό και στη λαθεμένη μας αντίληψη - για το πού πρωτακούστηκε η ονομασία του πάπα, ας πάμε τώρα πέρα εκεί που τη βρίσκουμε στις μέρες μας: Στη Ρώμη. Σ’ αυτήν τη μεγάλη κοσμοκράτειρα πόλη, πρώτος ο επίσκοπος Κηρύκιος πήρε τον τίτλο του πάπα το 384. Δηλαδή, πολύ μετά από τους άλλους επισκόπους που είχαν προηγηθεί στην Ανατολή. Από τον 8ο Αιώνα και έως στα χρόνια μας, ο τίτλος αυτός πέρασε και παρέμεινε αποκλειστικό δικαίωμα του πάπα της Ρώμης που έγινε ο Πάπας (με κεφαλαίο γράμμα) στη Δύση.

      Γιατί μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Γιατί πέρα από το όνομα, αλλά και τις διάφορες δογματικές διαφορές που έχουν καθιερώσει οι καθολικοί ως ανάχωμα απέναντι στους ορθοδόξους, στους προτεστάντες, στους μονοφυσίτες και στους κάθε λογής άλλους Χριστιανούς, ενοχλεί και το περίφημο «αλάθητο του Πάπα». Μπορεί ο όρος αυτός να καθιερώθηκε στην Πρώτη Σύνοδο του Βατικανού, στα χρόνια 1869 με1870, σχετικά πρόσφατα δηλαδή, αλλά είχε υποστηριχθεί και πριν απ’ αυτήν, αφού υπήρχε ήδη στην μεσαιωνική θεολογία και αφού ήταν και γνώμη της πλειοψηφίας, στην εποχή που γινόταν η αντιμεταρρύθμιση, η προσπάθεια δηλαδή αντίδρασης των παπικών στους κάθε λογής διαμαρτυρόμενους – που τότε ήταν όνομα και πράγμα.

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/9/91/Popepiusix.jpg

Ο Πάπας Πίος Θ΄ (1846–1878), κατά το ποντιφικάτο του οποίου οριστικοποιήθηκε δογματικά το δόγμα του Αλάθητου του Πάπα από την Πρώτη Σύνοδο του Βατικανού.

     Σύμφωνα με την Καθολική Θεολογία, υπάρχουν αρκετές έννοιες σημαντικές για την κατανόηση της αλάθητης θείας αποκάλυψης: Η Αγία Γραφή, η Ιερά Παράδοση, και η Διδασκαλία της Εκκλησίας. Οι αλάνθαστες διδασκαλίες του Πάπα είναι μέρος αυτής της Διδασκαλίας, που αποτελείται από τις Οικουμενικές Συνόδους και από τη «συνήθη και γενική διδασκαλία». Έτσι, το παπικό αλάθητο πρέπει να βασίζεται, ή τουλάχιστον να μην έρχεται σε αντίθεση με την Ιερά Παράδοση ή με την Αγία Γραφή.

      Το Αλάθητο του Πάπα είναι ένα δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας που αναφέρει ότι, σύμφωνα με την υπόσχεση του Ιησού προς τον Πέτρο, ο Πάπας προστατεύεται από την πιθανότητα λάθους «όταν, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως ποιμένας και διδάσκαλος όλων των Χριστιανών, δυνάμει της ανωτάτης αποστολικής του εξουσίας, καθορίζει ένα δόγμα σχετικά με την πίστη ή με την ηθική που πρέπει να τηρείται από όλη την Εκκλησία». Το αλάθητο λοιπόν βασίζεται σ’ έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των Καθολικών, που κατά την χριστιανική παράδοση λέγεται λίθος, πέτρα: Αυτό το θέμα της υπεροχής του Πέτρου, που κληρονομεί ο εκάστοτε Πάπας, καθώς και την εξουσία του, ότι δηλαδή είναι το μόνο αρμόδιο όργανο να κρίνει τι είναι αποδεκτό στην επίσημη πίστη της Καθολικής Εκκλησίας. Η ανακήρυξη του παπικού αλάθητου πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιουλίου 1870. Από εκείνη τη στιγμή όμως, το μόνο παράδειγμα διατάγματος από καθέδρας πραγματοποιήθηκε το 1950, όταν ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ όρισε την Κοίμηση της Θεοτόκου ως άρθρο της πίστης. Εντούτοις, το Αλάθητο προβάλλεται έως τις μέρες μας και ισχύει πάντα.

      Κι όμως μετά από σχετική έρευνα, ήρθε η ώρα να παρουσιάσουμε το λαθεμένο του πάπα, με μικρό το π αυτήν την φορά. Κι ας ξεκινήσουμε από το Πρωτείο του Πέτρου, που αυτό επικαλείται και πάνω σ’ αυτό βασίζεται η  παπική εξουσία σαν αντιπρόσωπος του εν Χριστώ Θεού επί της Γης και σαν διάδοχος αποστολική προώθηση της χριστιανικής πίστης. Το θέμα αυτό το αναφέρει από τους τέσσερεις ευαγγελιστές μόνο ο Ματθαίος, με τα εξής λόγια: «Ελθών δε ο Ιησούς εις τα μέρη Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους μαθητάς αυτού λέγων - τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου; Οι δε είπον - οι μεν Ιωάννην τον βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν, ή ένα εκ των προφητών. Λέγει αυτοίς - υμείς δε τίνα με λέγετε είναι; Αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος είπε - συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος. Και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτώ - μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών…»

      «Τας κλεις». Τα κλειδιά δηλαδή. Απ’ αυτήν την τελευταία φράση έχει προκύψει ο Πέτρος να είναι και κλειδοκράτορας μπροστά στις πύλες της άλλης μας ζωής. Και παρακάτω ο Ματθαίος αναφέρει (ιθ΄18) τον απόστολο Πέτρο να λέει στον Κύριο εκ μέρους όλων των μαθητών: «Ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθησάμεν σοι. Τί άρα έσται ημίν; Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς - αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ». Εδώ γίνεται ξεκάθαρο, όμως, ότι ο Ιησούς βάζει τους δώδεκα αποστόλους στο ίδιο επίπεδο απόλυτης ισότητας και καμιά ιδιαίτερη τιμή δεν αποδίδει στον Πέτρο.

Ο Πέτρος σε Καθολική απεικόνιση

      Είναι ανεξήγητο ένα τόσο σημαντικό γεγονός να το παραβλέπουν οι υπόλοιποι ευαγγελιστές. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει τον διάλογο Ιησού Χριστού και Πέτρου, αλλά δεν δίνει αυτή τη λεπτομέρεια, ότι δηλαδή ο Χριστός ανακήρυξε τον Πέτρο επικεφαλής των Αποστόλων. Ο Λουκάς τηρεί την ίδια σιγή στο θέμα. Ο Ιωάννης στο δικό του ευαγγέλιο και στις επιστολές του ποτέ δεν αναφέρει κάτι σχετικό για την εξαιρετική τιμή και το προνόμιο στο πρόσωπο του Πέτρου. Ο Απόστολος Παύλος και, τέλος, ο ίδιος ο Απόστολος Πέτρος δεν κάνουν την παραμικρή μνεία στο συγκεκριμένο ζήτημα. Έτσι δεν

εξάγεται, κυρίως από οποιαδήποτε άλλα λόγια του ίδιου του Κυρίου, η ηθελημένη ερμηνεία της Παπικής Εκκλησίας.