Οι ακρίτες κρατούν ακόμη
Οι γενναίοι βορρά και νότου
Μια συγχορδία αισθήσεων επαναφέρει τους μουντούς και μελαγχολικούς φθινοπωρινούς ρυθμούς, την πολύμηνη καθημερινότητα, στο ακριτικό νησί του βορρά.
Με βήμα ταχύ, συντονισμένο – σαν σε παρέλαση- οι ταξιδιώτες “καβαλούν” το κύμα και παρασύρονται από το ρεύμα: τρέχουν να προλάβουν το πλοίο που προσάραξε στο λιμάνι, ένα ταλαίπωρο σκαρί που προσπαθεί συνέλθει απ’ το ανηλεές μαστίγωμα της θάλασσας.
Είναι η κανονικότητα που “φουσκώνει”, αναδύεται, αφρίζει κι ετοιμάζεται να εγκλωβίσει τους απομακρυσμένους: την άγονη γραμμή με τις γόνιμες σκέψεις, το καϊμάκι των παραπόνων και της αγανάκτησης.
Ήχοι μπλέκονται: κορναρίσματα, φωνές, “κουμάντα” για τις μανούβρες, βαλίτσες τρόλεϊ που πάνε με τη ροή και μπαίνουν στο αυλάκι, πριν η μπουκαπόρτα σηκωθεί και η αυλαία της σεζόν πέσει. Χαχανίσματα, μειδιάματα, κλεφτές νοσταλγικές ματιές πίσω, πριν πάμε μπροστά. Κεφάλια μέσα, σκυμμένα και σκυθρωπά. Ποικιλία ζηλευτή.
Περί ορέξεως...
Ο ευτραφής ιδιοκτήτης – σερβιτόρος της ψησταριάς στην προβλήτα, με την βραχνή φωνή, τη βαριά προφορά με το χαρακτηριστικό παχύ “λ”, και τα “σε(α)” και τα “με(α)” του, πασχίζει να απολογηθεί για την έλλειψη ποικιλίας επιλογών στις μπίρες, αν και στα αισθηματικά άσματα που τραγουδά ενώ ταυτόχρονα σερβίρει, η γκάμα του είναι μεγαλύτερη.
Η τσίκνα απ’ τα κρέατα, που’ ναι στα κάρβουνα απλωμένα, αναγκάζει τους εκδρομείς να κάνουν μεταβολή και να αναβάλουν για μερικά λεπτά αργότερα τις αγορές σουβενίρ.
Στο βάθος το βουνό, κυκλωμένο από τα σύννεφα, έτοιμο να κλάψει από χαρμολύπη. Ένα συναίσθημα λιγωτικό.
Μερικά χιλιόμετρα πιο έξω, σε έναν οικισμό ο οποίος λειτουργεί με τις δικές του ταχύτητες, ο κλειδοκράτωρ των δωματίων που’ ναι χωμένα (και χαμένα) στο δάσος, καλωσορίζει τους τελευταίους αμύητους - ακατήχητους και προπαντός “γενναίους” πελάτες του.
Η ενδυμασία τους δεν προσιδιάζει στο τοπίο και στο δόγμα “επιστροφή στη φύση”, με όποιες λέξεις – προτροπές συνοδεύουν το ξεκίνημα της φράσης – ας αφήσει καθείς εξ ημών τη φαντασία του να τον οδηγήσει.
Τα ζουζούνια δεν έχουν “πέσει” ακόμα σε χειμερία νάρκη. Οι ανυποψίαστοι βάζουν τα πόδια στην πλάτη και δεν ξεστομίζουν (ούτε) “γεια σας” – αφού δεν υπήρχε κανείς να τους ξεπροβοδίσει.
Ο παράδεισος κάποιων είναι η κόλαση ορισμένων άλλων. Διαλέγετε και παίρνετε. Της κάπνας έπονται οι θεριακλήδες.
Ο μεσήλικας που ανεβαίνει με το ποδήλατο , με αμφίεση πρωτόπλαστου, περισσότερο γυμνάζεται και συντηρεί τις δυνάμεις του, για τις ανηφοριές της ζωής, παρά προσπαθεί να μεταπείσει τους “όπου φύγει – φύγει”.
Ο φευγάτος και ζαμάν φου κλειδοκράτωρ ούτε ανησυχεί, ούτε αγχώνεται: οι πόρτες άλλωστε δεν κλείνουν και τα μπαλκόνια είναι διαρκώς μισάνοιχτα. “Απ’ τον Μάιο μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει διαμαρτυρηθεί ότι έχασε κάτι” είναι η άμεση δικαιολογία του.
Δεν έχουμε λόγο να μην τον πιστέψουμε: η κοινοκτημοσύνη αυτά έχει και υπάγεται σε άγραφους κανόνες συμπεριφοράς και αλληλοσεβασμού.
Μόνο μην προλάβει και κάτσει κανείς στο σβέρκο μας, πριν τα έντομα τουλάχιστον.
Όλα είναι δρόμος (και μάθημα)
Ο πολυάσχολος και πολυμήχανος οδηγός του λεωφορείου που μετέφερε τη συγκεκριμένη παρτίδα μουσαφιραίων, προερχόμενων από αστικά κέντρα, με το ένα χέρι κρατούσε το τιμόνι, με το άλλο το μικρόφωνο, εκτελώντας και χρέη ξεναγού. Παρέλειψε, όμως, να τους ενημερώσει για τους “κανόνες” διαμονής.
Τί να πρωτοπεί και πού να πρωτοπάει το μυαλό του, όταν ακόμα και στα ρεπό του, ο εν λόγω φιλόξενος και καλόκαρδος ντόπιος, εποπτεύει και τα δωμάτια της συζύγου του, επιθεωρώντας και το κοπάδι με τα κατσίκια του.
“Ό,τι μπορούμε κάνουμε παιδιά, το μεροκάματο να βγαίνει. Εδώ ο χειμώνας είναι δύσκολος. Υγεία να’ χουμε” θέλησε να (τούς) εκμυστηρευτεί. “Καθημερινά πηγαίνω-φέρνω παιδάκια και παιδιά στα σχολεία. Έχουμε ακόμα μαθητές, κρατάμε” καμάρωσε. “Οι ψαράδες, ωστόσο, μαραζώνουν και τείνουν να εξαφανιστούν” ήταν η επιπρόσθετη πληροφορία του.
Πάμε τώρα στα του οίκου του: “Κάθε βοσκός εδώ έχει τον τόπο του. Τα κατσίκια μας είναι μαθημένα και κινούνται σε συγκεκριμένα σημεία. Αφήστε που τ’ αναγνωρίζουμε απ’ τις φάτσες τους! Όπως ξεχωρίζεις τους ανθρώπους, έτσι ξεχωρίζουμε κι αυτά!”. Το ξέρατε; Να που’ το μάθατε και μάθαμε!
Αστέρια και κουφάρια
Στην άλλη άκρη του νησιού, κυρία με ανεπιτήδευτη ευγένεια, φιλότιμο και προθυμία, εξυπηρετεί τους πάντες, με χαμόγελο, στα καταλύματα που διαχειρίζεται. Τα σπαστά ελληνικά της και η προφορά της παραπέμπουν σε γειτονική χώρα. Είναι ένα τρανό παράδειγμα προκοπής.
Τα πέντε αστέρια που λαμβάνει σωρηδόν, σε σελίδες στο ίντερνετ, είναι απολύτως δικαιολογημένα.
Κάπου στο ενδιάμεσο, ένα Κέντρο Υγείας – κουφάρι, σκιάχτρο με το πέρασμα των ετών, περιμένει ακόμα να φτιαχτεί για να πάψουν να λειτουργούν διάσπαρτοι οικίσκοι, για τις σοβαρές – αυστηρές και ανελαστικές- ανάγκες της πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης.
Σχεδόν δέκα χρόνια απ’ τη “βιβλική” καταστροφή, οι πληγές παραμένουν ανεπούλωτες και οι εκκρεμότητες ανοιχτές. Η θεομηνία αποκάλυψε ότι διάφοροι εκ των αρμοδίων δεν έχουν τον… Θεό τους.
Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας σήκωσε τα μανίκια, φόρεσε γαλότσες, έκανε 2-3 μερεμέτια, αλλά ουδείς συγκινήθηκε και τον ακολούθησε!
Οι μόνιμοι κάτοικοι απευθύνουν τα παράπονά τους στον δήμαρχο, που κι αυτός απ’ το 2017 μέχρι σήμερα είναι άστεγος: το (νέο, ανοικοδομημένο) δημαρχείο του αγνοείται! Το πήρε ο αέρας, μαζί με τα πολλά λόγια.
Κρίση στην ταυτότητα και στο περιβάλλον
Με την παρέλευση ενός εύλογου χρονικού διαστήματος, οι υποσχέσεις των πολιτικών υποπίπτουν στην κατηγορία των παραγραφέντων αδικημάτων.
Ό,τι συμβαίνει στη Σαμοθράκη, παρατηρείται και απέναντί της στον Έβρο: οικισμοί εκκενώνονται, τα προβλήματα εντούτοις παραμένουν, χρόνια μετά από μια φυσική καταστροφή: είτε πρόκειται για πυρκαγιά, είτε για πλημμύρα, είτε για έναν σεισμό όπως συμβαίνει απ’ το 2021 μέχρι σήμερα, νοτιότερά τους, στο Αρκαλοχώρι του Δήμου Μινώα Πεδιάδας στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου.
Η κρίση στην ταυτότητα των κοινωνιών, με ευθύνη του κεντρικού κράτος, μετακυλίεται και στο περιβάλλον. Νομοτελειακό είναι.
Απ’ την ερημοποίηση δεν μαραζώνουν μονάχα τα χωριά, με την υποβάθμιση της “μάνας γης” που τους θρέφει, αλλά και τα αστικά κέντρα. “Δεν γεννούν τα νέα ζευγάρια εδώ πάνω! Πώς να κάνουν οικογένεια με τόση ακρίβεια και τόσα έξοδα; Το δημογραφικό, παιδιά, είναι ο νούμερο ένα κίνδυνος, το νούμερο ένα πρόβλημα” ήταν η υπόκωφη κραυγή αγωνίας τοπικού φορέα της Αλεξανδρούπολης, σε φιλική συζήτηση.
Προσγείωση στην πραγματικότητα
Τα σπίτια και τα φιλέτα που “αδειάζουν” ή πωλούνται αντί πινακίου φακής στη Θράκη και στην Μακεδονία, “γεμίζουν” από επενδυτές όμορων κρατών.
Εύκολη λύση, άμεση, βολική. Η μονοκαλλιέργεια, βεβαίως, του τουρισμού και της ευρέως διαδεδομένης τάσης, "σίγουρης" πηγής εσόδων, απ' το real estate είναι εύθραυστη και καθόλου πανάκεια, ούτε ελιξήριο ανεξάντλητου πλουτισμού, προς τέρψιν της εσωτερικής ροπής αδηφαγίας και ικανοποίησης του εγωισμού.
Είναι ένα συμπέρασμα που ακουμπά όλη την ελληνική επικράτεια, πολλώ δε μάλλον περιφέρειες που παραδόθηκαν άνευ όρων στις προσταγές ενός απρόσωπου -μη επανδρωμένου- μονοκινητήριου αεροσκάφους ανάπτυξης. Η ανώμαλη προσγείωση, μόλις σκάσει η φούσκα, είναι σαρωτική. Γιατί όλα κάνουν τον κύκλο τους.
Άνθρωποι, ντόπιοι, ξεσπιτώνονται, γίνονται ξένοι στον τόπο τους και η οικονομία υφίσταται έναν διαρκή αφελληνισμό. Άλλοι, όσο το επιτρέπουν οι δυνάμεις τους, διαθέτουν πάνω από τον μισό μισθό στο νοίκι. Πόσο ακόμα ν' αντέξουν; Πώς να κάνουν ένα βήμα μπροστά, να πατήσουν γερά στα πόδια τους και να σηκώσουν στους ώμους τους την περηφάνια και την κληρονομιά της γενέτειράς τους;
Η δύσκολη κι ουσιαστικότερη, παρά ταύτα, επιλογή είναι οι άνθρωποι που θέλουν να μείνουν και να στηρίξουν τον τόπο τους, να το πράττουν, με τ' αντίστοιχα κίνητρα και τους κατάλληλους φραγμούς της συντεταγμένης Πολιτείας, αντί να αναγκάζονται να τον εγκαταλείψουν, εξωθούμενοι επί της ουσίας σε ξεριζωμό.
- Όταν η Πλάκα καταρρέει, η Αθήνα δεν επιτρέπεται να κοιτάζει αλλού
- Νάνοι βρε, αλλά τι νάνοι… με κάτι φρύδια να!
- Ο Ντόριαν Γκραίυ στην Ελλάδα




