Όταν ο νόμος ρυθμίζει το τέλος της ζωής: το γαλλικό παράδειγμα και τα διδάγματα για την Ελλάδα
"...εάν επιθυμούμε ποτέ να ανοίξει στην Ελλάδα ένας στιβαρός και με σοβαρές αξιώσεις διάλογος για το δικαίωμα στον αξιοπρεπή θάνατο, αυτό δεν είναι εφικτό χωρίς να μελετηθεί η διεθνής πρακτική..."
Μετά από έντονη και πολυετή κοινωνική και πολιτική διαβούλευση, δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα στη γαλλική Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο νόμος για τον υποβοηθούμενο θάνατο (droit à l' aide à mourir). Η αναγνώριση του δικαιώματος αφορά ενήλικες Γάλλους υπηκόους ή διαμένοντες στη χώρα σταθερά και μόνιμα, που πάσχουν από σοβαρή, ανίατη πάθηση σε τελικό στάδιο ή σε προχωρημένο στάδιο κατά το οποίο η υγεία τους να παρουσιάζει μη αναστρέψιμη επιδείνωση και να επηρεάζεται η ποιότητα ζωής τους. Απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά με τις υπόλοιπες, είναι το άτομο να βιώνει οδύνη εξαιτίας της πάθησης, η οποία είναι είτε ανθεκτική στις θεραπείες, είτε - σε περίπτωση που έχει επιλέξει να μην λάβει ή να διακόψει τη θεραπεία – αφόρητη, και η απόφασή του να είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης.
Η υποβοήθηση αναφέρεται στην λήψη άδειας από μέρους του ατόμου, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, ώστε να προσφύγει στη χρήση και να χορηγήσει το ίδιο στον εαυτό του, θανατηφόρο ουσία. Η εμπλοκή του ιατρού ή του νοσηλευτή στην διαδικασία χορήγησης αφορά μόνον τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες το άτομο δεν είναι σωματικά σε θέση να προχωρήσει το ίδιο σε αυτοχορήγηση, σημειώνεται δε ότι η διάταξη προβλέπει το ποινικά ανεύθυνο των επαγγελματιών υγείας που συνδράμουν στην άσκηση του δικαιώματος, εφόσον κινούνται στο πλαίσιο του νόμου.
Σημαντικά, επίσης, σημεία της νομοθεσίας που αξίζει κανείς να σταθεί, είναι η συλλογικότητα στη διαδικασία αξιολόγησης της συνδρομής των προϋποθέσεων προκειμένου εν συνεχεία να εγκριθεί το αίτημα, η οποία επιτυγχάνεται με τη συγκρότηση διεπιστημονικής επιτροπής – διαδικασία την οποία ενεργοποιεί ο ιατρός που υποδέχεται το αίτημα, καθώς και η έμφαση που δίδει ο νομοθέτης στον ελεύθερο χαρακτήρα της βούλησης, η οποία πρέπει να έχει σχηματιστεί κατόπιν ενημέρωσης του ατόμου που αιτείται να υποβληθεί στη διαδικασία. Το περιεχόμενο της ενημέρωσης από τον ιατρό ορίζεται αναλυτικά στον νόμο και δεν καταλαμβάνει μόνον τις προϋποθέσεις πρόσβασης στον υποβοηθούμενο θάνατο και τον τρόπο με τον οποίο η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα ⋅ περιλαμβάνει τόσο την κατάσταση της υγείας του ατόμου, τις προοπτικές εξέλιξής της και τις διαθέσιμες θεραπείες, όσο και τις υφιστάμενες δομές υποστήριξης και την διαθέσιμη παρηγορητική φροντίδα, καθώς και πρόταση να απευθυνθούν το άτομο και οι οικείοι του σε επαγγελματία ψυχικής υγείας, μαζί με μέριμνα για τη σχετική παραπομπή τους – εφόσον το επιλέξουν. Από την ενημέρωση δεν θα μπορούσε, ασφαλώς, να λείπει και η υπόμνηση ότι το άτομο μπορεί ανά πάσα στιγμή, ελεύθερα, να ανακαλέσει τη συναίνεσή του, παραιτούμενο από το αίτημα που το ίδιο υπέβαλε.
Εξόχως σημαντική είναι διάταξη του άρθρου 14 του γαλλικού νόμου, η οποία προβλέπει την δυνατότητα αποχής για συνειδησιακούς λόγους, των ιατρών, νοσηλευτών και λοιπών επαγγελματιών που εμπλέκονται στη διαδικασία χορήγησης της θανατηφόρου ουσίας και στις οριζόμενες διεπιστημονικές επιτροπές αξιολόγησης. Η αξία της συγκεκριμένης διάταξης είναι διπλή ⋅ εξαιρεί από τη συγκεκριμένη διαδικασία τον επαγγελματία υγείας που δεν επιθυμεί να συμμετέχει σε μια πράξη που ενδέχεται να προκαλέσει έντονο συνειδησιακό βάρος, διασφαλίζει όμως παράλληλα ότι στο άτομο που αιτείται πρόσβαση στον υποβοηθούμενο θάνατο θα γνωστοποιηθούν από τον απέχοντα, τα στοιχεία έτερων επαγγελματιών υγείας που είναι διατεθειμένοι να συμμετέχουν στη συγκεκριμένη διαδικασία, ώστε να μπορεί νόμιμα και απαρεμπόδιστα να ασκήσει το κατοχυρωμένο δικαίωμά του.
Για τον ερμηνευτικό εμπλουτισμό του νόμου 2026 – 794, παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον και η απόφαση 2026 – 910 DC του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας, με την οποία το Συμβούλιο αποφάνθηκε θετικά για τη συνταγματικότητα του νόμου υπό συγκεκριμένες ερμηνευτικές επιφυλάξεις που το ίδιο διατύπωσε. Οι επισημάνσεις αυτές αφορούν ζητήματα σχετικά με τα εχέγγυα κατά την διαμόρφωση της βούλησης στην περίπτωση ενηλίκων που τελούν υπό καθεστώς δικαστικής προστασίας, την συμπερίληψη των φαρμακοποιών στους επαγγελματίες που μπορούν να αρνηθούν να συμπράξουν στην διαδικασία για συνειδησιακούς λόγους (στο σκέλος της προμήθειας της θανατηφόρου ουσίας), καθώς και τη δυνατότητα άρνησης ιδιωτικού ιδρύματος να πραγματοποιηθεί η διαδικασία στις εγκαταστάσεις του – μόνον όμως όταν άλλα ιδρύματα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις τοπικές ανάγκες.
Κατά την άποψη της γράφουσας, τόσο οι διατάξεις του γαλλικού νόμου, όσο και η απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου που συμπληρώνει αυτές ερμηνευτικά, καθιστούν σαφές ότι δεν αρκεί μόνον η θεσμοθέτηση μιας δυνατότητας. Πρέπει παράλληλα αυτή να μπορεί να ασκηθεί από όσους το επιθυμούν και πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ρήτρα συνείδησης του επαγγελματία υγείας δεν ενεργοποιείται εν λευκώ χωρίς παρεπόμενες υποχρεώσεις του, ούτε μπαίνει στην εξίσωση το δικαίωμα εναντίωσης μιας δομής χωρίς να καλύπτονται τα σχετικά αιτήματα από άλλους φορείς σε τοπικό επίπεδο. Το παράδειγμα αυτό είναι χρήσιμο και για τα καθ’ ημάς. Μεταφερόμενοι στην τεχνητή διακοπή της κύησης, σε ένα διαφορετικό μεν αλλά με εξίσου έντονες νομικές και βιοηθικές προεκτάσεις ζήτημα, ο Έλληνας νομοθέτης στο άρθρο 31 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) προβλέπει ομοίως δυνατότητα άρνησης σύμπραξης του ιατρού για ηθικούς και συνειδησιακούς λόγους, χωρίς όμως να καθιερώνει υποχρέωσή του για παραπομπή της γυναίκας σε άλλον, διαθέσιμο προς τούτο, επαγγελματία υγείας. Η μη ύπαρξη τέτοιας πρόβλεψης για τον ιατρό, δεν αναιρεί, βέβαια, την υποχρέωση που έχει η πολιτεία να εξασφαλίζει στην γυναίκα περίθαλψη σε οργανωμένες νοσηλευτικές μονάδες κατά την τεχνητή διακοπή της κύησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ν. 1609/1986, όπως ισχύει, και άρα, κατά την άποψη της γράφουσας, την υποχρέωση παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας υγείας από άλλον ιατρό στο ίδιο νοσηλευτικό ίδρυμα ή, εάν τέτοιος δεν υπάρχει, την υποχρέωση παραπομπής της γυναίκας (και διευκόλυνση αυτής κατά την παραπομπή) σε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα της περιοχής, στο οποίο να λαμβάνει χώρα η παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Η ανάγκη, όμως, για συνθετική νομική ανάγνωση και συστηματική ερμηνεία διατάξεων που αναζητούνται σε διαφορετικά νομοθετήματα, οδηγεί συνήθως σε επισφάλεια ως προς την ενδεδειγμένη, ορθή εφαρμογή του νόμου – επισφάλεια η οποία θα μπορούσε να αποτραπεί με την ύπαρξη ρητής πρόβλεψης. Μια επισφάλεια, την οποία, διαπιστώσαμε πρόσφατα στη χώρα μας, με αφορμή ειδησεογραφική έρευνα για την παροχή ή μη υπηρεσιών τεχνητής διακοπής κύησης στα δημόσια νοσοκομεία.
Και αν αναρωτιέται κανείς για ποιον λόγο το νομικό case study της Γαλλίας πρέπει να ενδιαφέρει την συζήτηση στην ελληνική δημόσια σφαίρα και την εθνική έννομη τάξη, η απάντηση, κατά την άποψη της γράφουσας, είναι προφανής: εάν επιθυμούμε ποτέ να ανοίξει στην Ελλάδα ένας στιβαρός και με σοβαρές αξιώσεις διάλογος για το δικαίωμα στον αξιοπρεπή θάνατο, αυτό δεν είναι εφικτό χωρίς να μελετηθεί η διεθνής πρακτική, τα τυχόν ανακύψαντα προβλήματα και οι προβλεπόμενες σε άλλες έννομες τάξεις δικλείδες ασφαλείας – έτσι ώστε να δομηθεί ένα νομικό σχήμα που θα προστατεύει την αξιοπρέπεια του ατόμου στο τέλος της ζωής, διασφαλίζοντάς το ταυτοχρόνως έναντι εγγενών κινδύνων, καθώς και έναντι της καταχρηστικής εκμετάλλευσης των διατάξεων από τρίτους. Μόνο έτσι θα μπορέσει να λάβει αποτελεσματική νομική περιβολή κάθε ζήτημα που συναρτάται με την αυτονομία και την ευαλωτότητα του ατόμου.
*Η κ. Μαρία Δαμανάκη είναι δικηγόρος
- Κρεμλίνο και Άγκυρα, απειλές αστάθειας και αναθεωρητισμού
- Ο ΟΦΗ, η ευρωπαϊκή πρόκληση και το όραμα του νέου γηπέδου που είναι ζωντανό !
- Η Κρήτη των ρεκόρ και των ορίων της



