Social media: Η απαγόρευση και το πραγματικό ερώτημα που δεν απαντήθηκε

Πόσο θα βοηθήσει η απαγόρευση χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών που θα εφαρμοστεί στην Ελλάδα;

Η απαγόρευση των social media στους εφήβους προβάλλεται όλο και συχνότερα ως η αναγκαία απάντηση απέναντι στις σοβαρές επιπτώσεις που φαίνεται να έχουν οι ψηφιακές πλατφόρμες στην ψυχική υγεία των νέων. Η Ελλάδα έβαλε και αυτή στο «κάδρο» την απαγόρευση στα παιδιά κάτω των 15 ετών, όπως ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ τη Μ.Τετάρτη έγινε η εξειδίκευση των μέτρων και δόθηκε στη δημοσιότητα ο οδηγός με σημαντικές ερωτοαπαντήσεις.

Πόσο, όμως, θα βοηθήσει πραγματικά η απαγόρευση; Όπως εξηγεί ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Λέστερ, Jeremy Howick, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν τα στοιχεία που συνδέουν τη χρήση των social media με αυξημένα επίπεδα μοναξιάς, άγχους, κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η απαγόρευση πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τους ανήλικους κερδίζει έδαφος. Ωστόσο, το ερώτημα που θέτει ο Howick είναι αν ένα τέτοιο μέτρο μπορεί πράγματι να λειτουργήσει στην πράξη.

Η εμπειρία δείχνει ότι οι νέοι σπάνια μένουν αδρανείς απέναντι σε απαγορεύσεις. Όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες με το αλκοόλ ή άλλες συμπεριφορές, έτσι και στο ψηφιακό περιβάλλον οι νεότεροι χρήστες συχνά βρίσκουν τρόπους να παρακάμπτουν τους περιορισμούς.

Στην περίπτωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το εμπόδιο είναι ακόμη μεγαλύτερο: οι έφηβοι είναι συνήθως πιο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία από τους ενήλικες που θεσπίζουν ή επιβλέπουν τους κανόνες. Η χρήση VPN ή άλλων τεχνικών παράκαμψης των συστημάτων επαλήθευσης ηλικίας είναι ήδη μια υπαρκτή πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι κανόνες μπορεί να υπάρχουν, αλλά η συμμόρφωση να είναι ανεπαρκής και δύσκολα ελέγξιμη. Και όσοι έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη ή την ισχυρότερη εξάρτηση από τις πλατφόρμες μπορεί να είναι και εκείνοι που θα καταφέρουν να βρουν «διεξόδους» πιο εύκολα.

Ακόμη, όμως, και αν μια απαγόρευση εφαρμοζόταν πλήρως, κατά τον Howick, θα άγγιζε μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Γιατί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν λειτουργούν αποκομμένα από τη συσκευή που τα φιλοξενεί: το κινητό τηλέφωνο.

Τα smartphones δεν είναι απλώς ουδέτερες συσκευές επικοινωνίας. Είναι σχεδιασμένα, ώστε να διεκδικούν συνεχώς την προσοχή του χρήστη, μέσα από ειδοποιήσεις, αδιάκοπη ροή περιεχομένου και μηχανισμούς επιβράβευσης. Έρευνες έχουν συνδέσει τη χρήση τους – και όχι μόνο των social media – με διαταραχές ύπνου, προβλήματα συγκέντρωσης, αυξημένο άγχος, αλλά και σωματικές επιβαρύνσεις, όπως χρόνιο πόνο.

Με αυτή την έννοια, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν μόνο ένα κομμάτι ενός πολύ ευρύτερου «οικοσυστήματος». Αν κλείσει μία εφαρμογή, το κενό είναι πιθανό να καλυφθεί από άλλες μορφές ψηφιακής κατανάλωσης: παιχνίδια, ομαδικές συνομιλίες ή απλώς αδιάκοπη περιήγηση σε άλλες πλατφόρμες.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκο, επειδή η σύγχρονη ζωή προϋποθέτει όλο και περισσότερο τη συνεχή χρήση smartphone. Το σχολείο, οι τραπεζικές συναλλαγές, οι μετακινήσεις, ακόμη και η εργασία οργανώνονται πλέον γύρω από ψηφιακές πλατφόρμες.

Όταν η αποχή από μια οθόνη αρχίζει να ισοδυναμεί με αποκλεισμό από βασικές λειτουργίες της καθημερινότητας, τότε ο περιορισμός μιας μόνο κατηγορίας εφαρμογών μοιάζει όλο και περισσότερο με συμβολική παρέμβαση και λιγότερο με ουσιαστική λύση.

Αν ο στόχος είναι να μειωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις, τότε η παρέμβαση πρέπει να είναι ευρύτερη, υποστηρίζει ο Howick. Αυτό μεταφράζεται ως καθυστέρηση απόκτησης smartphone από μικρότερα παιδιά, ενίσχυση της χρήσης απλούστερων συσκευών, επανασχεδιασμό των εθιστικών χαρακτηριστικών σε όλες τις εφαρμογές και, κυρίως, αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο βασικές υπηρεσίες (π.χ. μετακινήσεις, τράπεζες κ.λπ.) θεωρούν δεδομένο ότι όλοι είναι διαρκώς συνδεδεμένοι.

 

Πηγή:ygeiamou.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση