Το τέλος ενός θρύλου που έγινε σύμβολο για την Ελλάδα

Το τέλος ενός θρύλου που έγινε σύμβολο για την Ελλάδα

Διακόσια είκοσι δυο χρόνια μας χωρίζουν από τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα Βελεστινλή

Δύο αιώνες, για την ακρίβεια διακόσια είκοσι δυο χρόνια, μας χωρίζουν από τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα Βελεστινλή το 1798 στο φρούριο Νεμπόισα του Βελιγραδίου, όπου βασανίστηκε και θανατώθηκε διά στραγγαλισμού μαζί με τους επτά Έλληνες συντρόφους του, από τις οθωμανικές αρχές.

Γιατί είναι τόσο σημαντικός σήμερα; Γιατί είναι ο πρώτος που συνέλαβε με τέτοια ένταση και τόλμη το όραμα της απελευθέρωσης των υπόδουλων λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης και τις μεταλαμπάδευσε στα Βαλκάνια, είναι ο άνθρωπος που με το πληθωρικό του παράδειγμα ζωής, έργου και θυσίας ενσάρκωσε ιδανικά το πρότυπο του πατριώτη, δημοκράτη, επαναστάτη, ποιητή. Είναι ο μάρτυρας της ελευθερίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη του τέλους του 18ου αιώνα της δεσποτείας και ο Νεοέλληνας που εκφράζει καθολικά την είσοδο στη νεωτερικότητα...όπως πολύ σωστά περιγράφει ο Νίκος Ξυδάκης.

Για τον ίδιο τον Ρήγα, ο θρυλικός Γέρος του Μωριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει: «Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας. Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του Θεού, όσο το αίμα του άγιο.»

Ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) υπήρξε πρόδρομος και πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο της Μαγνησίας. Το θεωρούμενο ως πραγματικό του επώνυμο Αντώνιος Κυριαζής ή Κυρίτζης δεν επιβεβαιώνεται από τη σύγχρονη έρευνα. Ο ίδιος προτιμούσε να χρησιμοποιεί ως επώνυμο αυτό της γενέτειράς του, ενώ οι Έλληνες διανοούμενοι που ζούσαν στην εξορία τον αποκαλούσαν Φεραίο, επειδή στην αρχαιότητα η πόλη του ονομαζόταν Φεραί.

Ο νεαρός Ρήγας εγκατέλειψε το Βελεστίνο πολύ νωρίς, αφού πρώτα πήρε τη βασική του μόρφωση. Το 1785 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνέχισε τις σπουδές του κι εντάχθηκε στο περιβάλλον των Φαναριωτών, ενώ το 1788 εγκαταστάθηκε στη Βλαχία ως διοικητικός υπάλληλος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν διακρίθηκε ως λόγιος και συγγραφέας. Το 1790 και το 1796 ταξίδεψε στη Βιέννη για να τυπώσει τα βιβλία του, μεταξύ αυτών το «Σχολείο των ντελικάτων εραστών», το «Φυσικής Απάνθισμα», ο «Ηθικός Τρίποδας» και ο «Ανάχαρσις».

Ως κορυφαίο έργο του, πάντως, θεωρείται η «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας» που περιείχε:

Τον Θούριο, γνωστό επαναστατικό άσμα

Μία επαναστατική προκήρυξη

Τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου σύμφωνα με τα πρότυπα των Γάλλων Διαφωτιστών

Το Σύνταγμα του Ρήγα

Το πολιτικό όραμα του Ρήγα συνίστατο στη δημιουργία μιας πολυεθνικής βαλκανικής επικράτειας που θα ήταν απαλλαγμένη από τις αγκυλώσεις της οθωμανικής πολιτικής και στην οποία οι Έλληνες θα είχαν κυρίαρχη θέση. Για την πραγματοποίηση αυτού του στόχου προσπάθησε να εξεγείρει όλους τους υπόδουλους στους Οθωμανούς λαούς της Βαλκανικής εναντίον του κοινού τυράννου.

Επεδίωξε, μάλιστα, να συναντήσει τον Μεγάλο Ναπολέοντα για να ζητήσει τη βοήθειά του. Συνελήφθη, όμως, στις 8 Δεκεμβρίου του 1797 από τους Αυστριακούς στην Τεργέστη και παραδόθηκε στους Τούρκους, οι οποίοι τον σκότωσαν δια στραγγαλισμού στις 24 Ιουνίου του 1798 στο Βελιγράδι.

Τι συνέβη…

Ο Ρήγας συνελήφθη στην Τεργέστη, σε ξενοδοχείο που είχε καταλύσει μαζί με τον Περραιβό από έναν Αυστριακό αξιωματικό στις 19 Δεκεμβρίου του 1797. Σκόπευε την ίδια εκείνη ημέρα να επισκεφθεί τον Γάλλο πρόξενο της πόλης Brechet, από τον οποίο θα ζητούσε προστασία, αλλά δεν πρόλαβε. Ακολούθως, ο Ρήγας υποβλήθηκε σε ανάκριση που διήρκεσε περίπου ένα 10ήμερο, με την ολοκλήρωση δε της οποίας θα οδηγούνταν σιδηροδέσμιος στη Βιέννη, κατόπιν εντολής του αστυνομικού διοικητή της.

Ο ανδριάντας του Ρήγα Βελεστινλή, αριστερά της εισόδου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ανεγέρθηκε το 1871 με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ. Έργο του γλύπτη Ι. Κόσσου

Τη νύκτα όμως της 30-31 Δεκεμβρίου 1797, ο Βελεστινλής, συνειδητοποιώντας τη δυσχερή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο ίδιος, αλλά και το αδιέξοδο των επαναστατικών του σχεδιασμών, ίσως γιατί φοβήθηκε μήπως δεν αντέξει στα βασανιστήρια -που γνώριζε ότι θα υποβληθεί- και για να μην προδώσει τους συνεργάτες του, είτε από απελπισία για τη λιποψυχία του Περραιβού (όπως υποστηρίζει ο Κορδάτος) επιχείρησε να αυτοκτονήσει με ένα μικρό μαχαιρίδιο, καταφέροντας ένα πλήγμα στο υπογάστριό του, αλλά απέτυχε. Τραυματισμένος αρκετά σοβαρά όπως ήταν, οδηγήθηκε σε νοσοκομείο όπου παρέμεινε έως τις αρχές του Φεβρουαρίου του 1798. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην Τεργέστη φαίνεται ότι, υπό την ανοχή των φυλάκων του, κατόρθωσε να ειδοποιήσει με επιστολή το Γάλλο πρόξενο ζητώντας την επέμβασή του για να αφεθεί ελεύθερος, όμως εκείνος καθυστέρησε αρκετά να ενεργήσει, αφού θεώρησε σκόπιμο να πληροφορήσει πρώτα τους ανωτέρους του και να ζητήσει τη σχετική άδεια.

Μόλις μαθεύτηκε η σύλληψη του Ρήγα πολλοί έκαναν έκκληση, στο σουλτάνο Σελίμ Γ΄, για την απελευθέρωση του.Ωστόσο, οι εχθροί του Βελεστινλή έπεισαν το Σουλτάνο πως έπρεπε να θανατωθεί χωρίς διαδικασία, πριν οι επαναστατικές ενέργειές του οδηγήσουν σε εξέγερση στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τον Κορδάτο, οι εχθροί αυτοί του Ρήγα, οι οποίοι με αυτό τον τρόπο τον εκδικήθηκαν για την επαπειλούμενη ανατροπή της κρατούσας κατάστασης, που πιθανότατα θα προέκυπτε εάν υλοποιούνταν οι επαναστατικές του προετοιμασίες, ήταν τόσο ο τότε οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ όσο και οι Φαναριώτες της Πόλης, με πρώτο το διερμηνέα της Πύλης Κ. Υψηλάντη

Ο ηγεμόνας του Βιδινίου, Οσμάν Πασβάνογλου, που ήταν φίλος του Ρήγα προσπάθησε να πετύχει την απελευθέρωσή του αλλά μάταια. Την εκδοχή αυτή ενισχύει και η μαρτυρία κάποιου Ναούμ Αχριδηνού, επαγγέλματος διφθερουργού, ο οποίος διηγείτο ότι «Μίαν πρωΐαν ήκουσεν ότι ερρίφθησαν από του φρουρίου εις το Καλέμεγδα εξ ακέφαλα πτώματα, του Ρήγα και των περί αυτών, αλλά πόσον χρόνον έμειναν ούτως ερριμένα και εάν κατόπιν ετάφησαν ή άλλως τι απέγειναν, ουδ' αυτός εγίνωσκε να είπη τι...»

Κατόπιν οδηγήθηκε στη Βιέννη, στις 14 Φεβρουαρίου 1798, όπου ανακρίθηκε μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους του. Το κτίριο της αστυνομίας όπου κρατήθηκε ήταν ένα παλιό γυναικείο μοναστήρι του τάγματος των Καρμελιτών. Είχε ιδρυθεί από την αυτοκράτειρα Ελεωνόρα το 1624. Το 1782 καταργήθηκε η μονή από τον αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ για να στεγασθεί η κεντρική αστυνομία της Βιέννης το έτος 1783 μέχρι τον Οκτώβριο του 1882. Τα κρατητήρια των πολιτικών κρατουμένων, όπως ήταν ο Ρήγας, βρίσκονταν στο πρώτο και δεύτερο υπόγειο, χώροι άλλοτε σωφρονισμού των καλογραιών.

Μετά το πέρας των ανακρίσεων, και αφού υπήρξαν συνεννοήσεις με τον Σουλτάνο, απελάθηκαν στην Αυστροουγγαρία όσοι από τους συλληφθέντες ήταν Αυστριακοί υπήκοοι ή υπήκοοι άλλων χωρών εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για να δικαστούν από τις Αυστριακές αρχές. Αντίθετα όσοι ήταν Οθωμανοί υπήκοοι απελάθηκαν στην Οθωμανική επικράτεια για να υποστούν τις κυρώσεις του Σουλτάνου.

Ο Ρήγας (41 χρονών) και οι επτά σύντροφοί του που ανήκαν στην ίδια κατηγορία, ο Ευστράτιος Αργέντης (31 χρονών, έμπορος από τη Χίο), ο Δημήτριος Νικολίδης (32 χρονών, γιατρός από τα Ιωάννινα), ο Αντώνιος Κορωνιός (27 χρονών, έμπορος και λόγιος από τη Χίο), ο Ιωάννης Καρατζάς (31 χρονών, λόγιος από τη Λευκωσία της Κύπρου), ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζιας (22 χρονών, έμπορος από την Σιάτιστα), ο Ιωάννης Εμμανουήλ (24 χρονών, φοιτητής της ιατρικής από τη Καστοριά) και ο Παναγιώτης Εμμανουήλ (22 χρονών, αδερφός του προηγούμενου και υπάλληλος του Αργέντη), με συνοδεία των αυστριακών αρχών (έπειτα από κοπιαστικό ταξίδι μιας εβδομάδας μέσω Σεμλίνου και μετά με ποταμόπλοιο) παραδόθηκαν στις 10 Μαΐου 1798 στους Τούρκους του Βελιγραδίου και φυλακίστηκαν στον πύργο Νεμπόισα (Небојша), παραποτάμιο φρούριο του Βελιγραδίου. Εκεί, ύστερα από συνεχή βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου του 1798, στραγγαλίστηκαν και τα σώματά τους ρίχτηκαν στον Δούναβη, σύμφωνα με τα επίσημα Αυστριακά έγγραφα (έκθεση Λεγκράν - Λαμπρού, σελ. 167).

Οι Οθωμανικές Αρχές, όπως υποστηρίζεται, διέδωσαν ψευδώς ότι οι οκτώ έγκλειστοι είχαν δραπετεύσει, ενώ προς επίρρωσιν του ισχυρισμού τους εξαπέλυσαν εικονικές έρευνες για την ανεύρεσή τους και τελικά δηλώθηκε ότι οι δραπέτες είχαν πνιγεί στον ποταμό.

Είχε προηγηθεί αλληλογραφία με την Υψηλή Πύλη δια της οποίας δόθηκε από το Σουλτάνο η εντολή της δολοφονίας τους, χωρίς δίκη.

Εικάζεται ότι αιτία για τη θανάτωσή τους υπήρξε η πεποίθηση των Αυστριακών και Τουρκικών Αρχών πως ο Ρήγας και οι σύντροφοί του είχαν στενές σχέσεις με το Ναπολέοντα Α΄, θεωρούμενοι έτσι ως άκρως επικίνδυνοι. Οι διαδόσεις περί διαφυγής των εγκλείστων, τις οποίες «κατεσκεύασε» ο καϊμακάμης, είχαν σκοπό να παραπλανήσουν τις κυβερνήσεις της Ευρώπης, προς τις οποίες η Οθωμανική Αρχή της Πόλης είχε παράσχει διαβεβαιώσεις ότι δε θα σκότωνε τους οκτώ Έλληνες φυλακισμένους χωρίς ανάκριση. Πέρα από αυτό, η Οθωμανική κυβέρνηση ανησυχούσε για τις διασυνδέσεις του Ρήγα με τον Πασβάνογλου, φοβούμενη ακόμη και επίθεση του τελευταίου κατά του Βελιγραδίου, ενώ επιπλέον, δίσταζε να διατάξει τη μεταφορά τους από το Βελιγράδι προς την Πόλη, από την πιθανότητα να σταλούν δυνάμεις του Πασβάνογλου στο δρόμο και να τους απελευθερώσουν. Για τον ακριβή γεωγραφικό εντοπισμό-τοποθεσία του αγάλματος του Ρήγα στο Βελιγράδι, καθώς και της οδού Riga od Fere (Ρήγας Φεραίος στα Σέρβικα).

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ