ΚΡΗΤΗ
Απολογήθηκαν οι πρώτοι τέσσερις για την απάτη-μαμούθ: μία ελεύθερη υπό όρους, τρεις στη φυλακή
Αύριο και μεθαύριο η συνέχεια των απολογιών για την ασύλληπτη κομπίνα με τα κρυπτονομίσματα
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Τρεις προσωρινά κρατούμενοι και μία ελεύθερη με περιοριστικούς όρους είναι το «ταμείο» των πρώτων τεσσάρων κατηγορουμένων που απολογήθηκαν σήμερα, Δευτέρα, ως εμπλεκόμενοι στην υπόθεση της απάτης-μαμούθ με τα κρυπτονομίσματα. Όπως είναι ήδη γνωστό, τα στελέχη του Τμήματος Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης προχώρησαν συνολικά σε 12 συλλήψεις, 9 προσώπων σε Ρέθυμνο και Ηράκλειο και τριών εκτός Κρήτης. Οι απολογίες των άλλων 8 κατηγορουμένων έχουν οριστεί για αύριο και την Τετάρτη ενώπιον του ανακριτή Ρεθύμνου.
Ειδικότερα, προσωρινά κρατούμενοι κρίθηκαν ένας 44χρονος και ένας 33χρονος από το Ρέθυμνο καθώς και μία 54χρονη Μολδαβή. Οι δύο τελευταίοι σχετίζονται άμεσα με τον 58χρονο Ρεθυμνιώτη, ο οποίος δήλωνε άνεργος και σκηνίτης και διέμενε σε πολυτελή βίλα. Κατά την ΕΛ.ΑΣ ήταν ψηλά στην ιεραρχία της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης με αρχηγό τον 36χρονο Ιταλό που εδρεύει στο Ντουμπάι.
Την φυλακή γλίτωσε μία 32χρονη, σύζυγος 35χρονου βασικού κατηγορουμένου, ο οποίος αναμένεται να απολογηθεί αύριο. Στην 32χρονη επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισης κάθε μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής της. Η εμπλοκή της μεταξύ άλλων φέρεται να συνδέεται με τη διακίνηση χρήματος μέσω λογαριασμών που είχαν ανοιχθεί στο όνομα της. «Η εντολέας μας εξήγησε ότι όλες οι συναλλαγές που έγιναν στο όνομα της πραγματοποιήθηκαν από τον σύζυγο της κι επίσης ότι ολόκληρη η οικογένεια της είχε επενδύσει στα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα» δήλωσαν στο Cretalive.gr οι συνήγοροι υπεράσπισης, κ. Φραγκίσκος Λαμπρινός και Γιώργος Κουρμούλης.
Η διαδικασία ήταν πολύωρη αφού ξεκίνησε γύρω στις 12.30 το μεσημέρι και ολοκληρώθηκε μετά τις 7 το απόγευμα. Τα θύματα, όπως έγραψε εξ αρχής το Cretalive.gr, είναι πολύ περισσότερα από τους 73 παθόντες που αρχικώς ταυτοποιήθηκαν. Η υπόθεση έχει τεράστιες διαστάσεις και ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο, το οποίο θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται στην πορεία. Στην κορυφή της εγκληματικής οργάνωσης τοποθετείται ένας 36χρονος Ιταλός, με έδρα το Ντουμπάι. Εμφανίζεται στην προσωπική του ιστοσελίδα-ακόμα και σήμερα--ως ένας άκρως επιτυχημένος επιχειρηματίας και επενδυτικός σύμβουλος. Μάλιστα, τον Νοέμβριο του 2025 είχε φιλοξενηθεί άρθρο του σε ένα από τα γνωστότερα επιχειρηματικά media στην περιοχή, στο οποίο παρουσιάζεται και ως opinion leader.
Η έρευνα ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2024, όταν στο Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης έφτασαν σχετικές αναφορές για ομάδα προσώπων που φέρονταν ύποπτα για απάτες μέσω επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα. Τον Φεβρουάριο του 2025 ξεκίνησε με εισαγγελική παραγγελία προκαταρκτική εξέταση για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Από την ανάλυση στοιχείων, καταθέσεων μαρτύρων και ειδικών ανακριτικών πράξεων – όπως άρση τραπεζικού και τηλεφωνικού απορρήτου – προέκυψε, σύμφωνα με τη δικογραφία, ότι ήδη από το 2019 είχε συγκροτηθεί εγκληματική οργάνωση με τουλάχιστον 14 βασικά μέλη. Η ομάδα λειτουργούσε με πυραμιδική δομή και σαφείς ρόλους, με στόχο τη διάπραξη κακουργηματικών απατών και τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.
Οι «επενδυτές», βασιζόμενοι σε παραπλανητικές δηλώσεις και διαβεβαιώσεις για κερδοφορία, πείθονταν να τοποθετήσουν κεφάλαια στο σύστημα, αφού τους δημιούργησαν την πλάνη ότι τα κρυπτονομίσματα ήταν αξιόπιστα, ότι το κεφάλαιο τους ήταν ασφαλές και ότι οι αποδόσεις ήταν εγγυημένες. Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για αγορά κρυπτονομισμάτων αλλά για tokens (ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία που λειτουργούν σε ένα υπάρχον blockchain), τα οποία στερούνταν ανταλλακτικής αξίας και δεν είχαν καμία χρησιμότητα εκτός του κλειστού οικοσυστήματος των εταιρειών που τα εξέδωσαν.
Η εναλλασσόμενη και συνεχής λειτουργία των νομιμοφανών επενδυτικών εταιριών βασίζονταν αποκλειστικά στην αναδιανομή των εισροών από τους νεοεισερχόμενους επενδυτές προς τους παλαιότερους. Τα χρηματικά ποσά που εισπράττονταν από τα θύματα μεταφέρονταν αρχικά σε ανώνυμες δημόσιες διευθύνσεις κρυπτονομισμάτων, οι οποίες λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι κόμβοι συγκέντρωσης κεφαλαίων. Στη συνέχεια πραγματοποιούνταν διαμοιρασμός μικρών ποσών προς διευθύνσεις ανταλλακτηρίων (exchanges), ενώ ταυτόχρονα μεγαλύτερα ποσά μεταφέρονταν σε άλλες, μη επισημασμένες διευθύνσεις του εκάστοτε δικτύου - πλατφόρμας. Επιπλέον, προκειμένου προσδώσουν νομιμοφάνεια στα έσοδα που αποκτούσαν από την παράνομη δράση τους, επεδίωξαν την ίδρυση υπεράκτιων εταιριών στη Βουλγαρία και την πολιτεία Γουαϊόμινγκ της Αμερικής.
Διαβάστε περισσότερες ειδήσεις από την Κρήτη
