Ένα δημοψήφισμα για την ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης

Ας ανησυχήσουμε, λοιπόν, έστω και τώρα. Γιατί μια θεσμική υποχώρηση μπορεί να παρουσιαστεί εύκολα ως πρόοδος. Η επιστροφή όμως, όταν ένας μηχανισμός εγκατασταθεί, είναι πολύ δυσκολότερη

Όλοι αιφνιδιαστήκαμε. Πριν από τις εκλογές  της Ενωσής μας δεν είχε προαναγγελθεί ότι αμέσως μετά θα τεθεί σε ηλεκτρονικό δημοψήφισμα, μεταξύ των δικαστών και εισαγγελέων, ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα για τη συνταγματική αναθεώρηση και ιδίως για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Και δεν είχε προαναγγελθεί, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς γιατί, αν είχαν φανεί εγκαίρως οι πραγματικές προθέσεις πίσω από τα ερωτήματα, το δικαστικό σώμα θα μπορούσε να τις αξιολογήσει πριν από την ψήφο του.

Ξαφνικά, λοιπόν, μετά τις εκλογές, βλέπουμε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα και μια ηλεκτρονική ψηφοφορία, χωρίς προηγούμενη ουσιαστική συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου για τη διατύπωση των ερωτημάτων. Όχι ότι, με τους σημερινούς συσχετισμούς, θα άλλαζε κατ’ ανάγκην το αποτέλεσμα. Θα φαινόταν όμως καθαρά η στόχευση. Θα μπορούσαν να τεθούν και άλλα ερωτήματα. Θα μπορούσε η μειοψηφία να καταθέσει τις δικές της προτάσεις. Θα μπορούσε να γίνει μια πραγματική συζήτηση για τα ευρωπαϊκά μοντέλα και όχι να εμφανιστεί αιφνιδιαστικά ένα έτοιμο πλαίσιο επιλογών.

Η επίκληση του ψηφίσματος της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της 14ης Δεκεμβρίου 2024 δεν αρκεί για να καλύψει αυτή τη διαδικασία. Η Γενική Συνέλευση δεν αποφάσισε τα συγκεκριμένα ερωτήματα. Εξουσιοδότησε απλώς το Διοικητικό Συμβούλιο να θέσει σε ηλεκτρονική ψηφοφορία «τα άρθρα που αφορούν τη Δικαιοσύνη». Άλλο, όμως, η γενική εξουσιοδότηση και άλλο η συγκεκριμένη διατύπωση των ερωτημάτων, η επιλογή των άρθρων, η σειρά με την οποία τίθενται και ο τρόπος με τον οποίο οδηγείται το σώμα να απαντήσει.

Αυτό δεν ήταν κάτι που δεν το γνώριζε το προεδρείο. Το γνώριζε πολύ καλά. Και το γνώριζαν όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Ακριβώς επειδή η Γενική Συνέλευση έδωσε γενική εξουσιοδότηση και δεν διατύπωσε συγκεκριμένα ερωτήματα, το Διοικητικό Συμβούλιο όφειλε να συνεδριάσει, να εξειδικεύσει την απόφαση και να αποφασίσει ρητά ποια ερωτήματα θα τεθούν προς ψήφιση. Αυτό θα ήταν το στοιχειώδες δημοκρατικό και συλλογικό δικαίωμα όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, όχι μόνο της πλειοψηφίας.

Δεν συνέβη όμως αυτό. Και δεν συνέβη, κατά τη γνώμη μου, όχι από αμέλεια, αλλά από σχεδιασμό. Ο στόχος ήταν να αιφνιδιαστεί το υπόλοιπο Διοικητικό Συμβούλιο, να μη δοθεί η δυνατότητα στη μειοψηφία να θέσει δικά της ερωτήματα, να μην υπάρξει πραγματική συζήτηση και να εμφανιστεί τελικά το αποτέλεσμα ως δήθεν αυτονόητη εφαρμογή της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης. Λες και δεν υπάρχει Διοικητικό Συμβούλιο δεκαπέντε μελών, αλλά μόνο μια ομάδα οκτώ.

Το λέω αυτό και για όσους δεν ανησύχησαν όταν είδαν τον Πρέσβη της Βενεζουέλας στο γραφείο της Ένωσης. Ίσως είναι ώρα να ανησυχήσουν τώρα. Διότι δεν μπορεί κανείς να πιστεύει ότι όλοι οι συνάδελφοι που ψηφίζουν μια συγκεκριμένη ομάδα έχουν αναγκαστικά τις ίδιες αρχές, τα ίδια ένστικτα και την ίδια αντίληψη για τη δημοκρατική λειτουργία ενός συλλογικού οργάνου.

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται  είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο κρίσιμο. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι τρεις επιλογές που τίθενται σε αυτό είναι και οι τρεις, όχι συμπτωματικά, εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου. Δεν τίθεται ως επιλογή ένα πραγματικό ευρωπαϊκό μοντέλο. Δεν τίθεται, για παράδειγμα, το γαλλικό, το γερμανικό, το ολλανδικό ή το δανικό σύστημα, δηλαδή μοντέλα χωρών με ισχυρή Δικαιοσύνη, θεσμική παράδοση και πραγματικά αντίβαρα. Αντιθέτως, τίθενται τρεις εκδοχές εσωτερικής προεπιλογής: από το σύνολο του δικαστικού σώματος, από τα μέλη των ανωτάτων δικαστηρίων ή από όσους έχουν τον βαθμό του εφέτη και άνω.

Πριν, λοιπόν, αναλύσουμε οτιδήποτε άλλο, ας μας πουν κάτι απλό: σε ποιο ευρωπαϊκό κράτος ισχύει κάποια από αυτές τις λύσεις; Σε ποια έννομη τάξη η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων προεπιλέγεται δεσμευτικά από το σύνολο του δικαστικού σώματος, από τα μέλη των ανωτάτων δικαστηρίων ή από τους εφέτες και άνω, και στη συνέχεια οδηγείται σε ειδική επιτροπή της Βουλής για τελική κρίση;

Αν υπάρχει τέτοιο παράδειγμα, ας μας το υποδείξουν. Αν δεν υπάρχει, τότε μιλάμε για μια ακόμη ελληνική πρωτοτυπία, η οποία βαφτίζεται «δημοκρατικότητα», αλλά μπορεί στην πράξη να οδηγήσει σε εσωτερική πολιτικοποίηση, κλειστά συστήματα, φατρίες, μηχανισμούς και εξαρτήσεις μέσα στο ίδιο το δικαστικό σώμα.

Η πραγματική στόχευση φαίνεται να βρίσκεται ακριβώς εκεί. Να απομακρυνθεί η επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου από το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή από ένα πολιτειακό όργανο που, με όλες τις αδυναμίες του, έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, ελέγχεται πολιτικά και κρίνεται τελικά από το εκλογικό σώμα. Και να μεταφερθεί η επιλογή σε ένα πεδίο εσωτερικών δικαστικών συσχετισμών, όπου μπορεί να οργανωθεί επιρροή, πίεση και έλεγχος. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ξαφνική ευαισθησία υπέρ της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για προσπάθεια μεταφοράς της διαδικασίας από έναν χώρο που δεν μπορεί να ελεγχθεί ιδεολογικά από το προεδρείο, ακριβώς επειδή οι αντιλήψεις του δεν έχουν αντίστοιχη κοινωνική απήχηση, σε έναν χώρο όπου μπορεί να αποκτήσει αποφασιστικό λόγο μέσω εσωτερικών πλειοψηφιών και μηχανισμών. Με άλλα λόγια, αφού δεν μπορεί να ελεγχθεί η επιλογή μέσα από την κυβερνητική ευθύνη και τη δημοκρατική εναλλαγή, επιχειρείται να μεταφερθεί η επιλογή σε ένα σύστημα που μπορεί να καταστεί εσωτερικά ελεγχόμενο με αποφασιστικό ρόλο του ιδίου.

Αυτό ακριβώς θέλουν να αποφύγουν τα σοβαρά ευρωπαϊκά θεσμικά μοντέλα. Διότι στην Ευρώπη η επιλογή της δικαστικής ηγεσίας δεν ανατίθεται, κατά κανόνα, σε ένα αμιγώς εσωτερικό δικαστικό σώμα, κλειστό και αυτοαναφορικό. Αντιθέτως, όπου προβλέπονται συμβούλια ή ειδικά όργανα επιλογής, αυτά συγκροτούνται με μικτό και θεσμικά ισορροπημένο τρόπο: με συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, αλλά και δικηγόρων, πανεπιστημιακών, προσώπων εγνωσμένου κύρους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πολιτειακών ή κοινοβουλευτικών εκπροσώπων. Η λογική αυτή δεν είναι τυχαία. Αποβλέπει ακριβώς στο να μη μετατραπεί η Δικαιοσύνη σε κλειστό σύστημα εσωτερικών συσχετισμών και προσωπικών εξαρτήσεων.

Θα μου πείτε ότι υπάρχει και η επιλογή διατήρησης του ισχύοντος συστήματος. Θεωρητικά ναι. Πρακτικά όμως αυτή η επιλογή δεν φαίνεται να φοβίζει κανέναν από όσους σχεδίασαν τα ερωτήματα. Διότι το ισχύον σύστημα έχει δυσφημιστεί επί χρόνια τόσο πολύ, από τόσες πλευρές και με τόση επιμονή, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να «περπατήσει» σε μια τέτοια ψηφοφορία. Και ακόμη και αν επιλεγεί, είναι αμφίβολο αν θα γίνει δεκτό από το πολιτικό σύστημα, το οποίο επίσης δεν φαίνεται να το θέλει. Αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη μου, το σημερινό σύστημα, με όλες τις ανάγκες βελτίωσης, παραμένει θεσμικά ασφαλέστερο και δημοκρατικότερο από τις τρεις προτεινόμενες λύσεις εσωτερικής εξάρτησης.

Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στο δεύτερο θέμα, για τα όρια αφυπηρέτησης. Εκεί λείπει η σοβαρή ευρωπαϊκή λύση της εθελοντικής παράτασης ή της προαιρετικής αξιοποίησης δικαστικών λειτουργών μετά το όριο ηλικίας, όπως συμβαίνει σε διάφορες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις. Δεν τίθεται δηλαδή ένα ερώτημα που να λέει: συμφωνούμε με προαιρετική παραμονή ή αξιοποίηση όσων το επιθυμούν, υπό όρους και εφόσον το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας; Αντιθέτως, τίθεται ωμά το ζήτημα της γενικής αύξησης των ορίων ηλικίας. Και επειδή κανείς σχεδόν δεν θέλει γενική αύξηση των ορίων ηλικίας, ενώ όλοι εύλογα ενδιαφέρονται περισσότερο για αξιοπρεπείς συντάξεις και πραγματική στήριξη μετά την αποχώρηση, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο.

Άρα και εδώ δεν τίθεται το πραγματικό ερώτημα. Δεν τίθεται η ευρωπαϊκή λύση. Τίθεται μια εκδοχή που είναι εύκολο να απορριφθεί, ώστε να εμφανιστεί μετά ότι το σώμα δήθεν απέρριψε συνολικά κάθε μορφή παράτασης ή αξιοποίησης της δικαστικής εμπειρίας. Και αυτό είναι παραπλανητικό.

Το τρίτο θέμα, για την ανάληψη δημοσίων θέσεων μετά την αφυπηρέτηση, κινείται στην ίδια λογική. Αντί να συζητηθούν κανόνες, εγγυήσεις, ασυμβίβαστα, χρονικοί περιορισμοί όπου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων, προτείνεται μια γενική απαγόρευση. Δηλαδή, για ακόμη μία φορά, η λύση δεν είναι θεσμική εξισορρόπηση, αλλά οριζόντιος αποκλεισμός. Και έτσι η δικαστική ιδιότητα μετατρέπεται από προσόν δημόσιας εμπειρίας σε τεκμήριο υποψίας.Ενα ερώτημα που οποιαδήποτε απάντηση της κινείται εκτός ευρωπαϊκου θεσμικού πλαισίου.

Στο τέταρτο θέμα, για τη δίωξη των μελών της κυβέρνησης, η διατύπωση είναι επίσης προβληματική. Τίθεται το δίλημμα ανάμεσα στην κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος και στην πλήρη διατήρησή του ως έχει. Δεν τίθεται όμως ένα ενδιάμεσο ή συγκριτικά σοβαρότερο μοντέλο, όπως ένα ειδικό θεσμικό σώμα ή ειδική διαδικασία, κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, που θα μπορούσε να εξασφαλίζει και δικαστική εγγύηση και θεσμική σοβαρότητα και αποφυγή κομματικής εργαλειοποίησης.

Και εδώ οι συνέπειες είναι τεράστιες. Διότι, αν προηγουμένως έχει ψηφιστεί ένα σύστημα εσωτερικού ελέγχου της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, τότε η μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων στην τακτική Δικαιοσύνη δεν θα γίνεται μέσα σε ουδέτερο περιβάλλον. Θα επαφίεται σε ένα σύστημα του οποίου η ηγεσία μπορεί να έχει ήδη περάσει μέσα από μηχανισμούς εσωτερικής επιρροής. Φανταστείτε τις συνέπειες για τη Δημοκρατία.

Το πέμπτο θέμα, για τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας, είναι ίσως το μόνο που τίθεται κάπως καθαρότερα ως θεσμικό δίλημμα. Ακόμη και εκεί όμως το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει ή όχι Συνταγματικό Δικαστήριο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι θα το συγκροτούν, πώς θα επιλέγονται, από ποιους θα προτείνονται, με ποια θητεία, με ποιες εγγυήσεις και με ποια αντίβαρα. Διότι ένα Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να είναι θεσμική εγγύηση, μπορεί όμως και να γίνει κέντρο συγκέντρωσης υπερβολικής εξουσίας, αν δεν σχεδιαστεί με απόλυτη προσοχή.

Αυτό είναι το συνολικό πρόβλημα των ερωτημάτων. Δεν ανοίγουν μια πραγματική, ώριμη, ευρωπαϊκή συζήτηση για τη Δικαιοσύνη. Δεν παρουσιάζουν καθαρά τα συγκριτικά μοντέλα. Δεν δίνουν στο δικαστικό σώμα όλες τις σοβαρές θεσμικές επιλογές. Αντιθέτως, σε κρίσιμα σημεία διατυπώνονται έτσι ώστε να οδηγούν το σώμα σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις ή να αποκλείουν εξαρχής τις πραγματικά ισορροπημένες λύσεις.

Και γι’ αυτό το πρώτο ερώτημα είναι πιο επικίνδυνο από όσο φαίνεται. Δεν είναι ένα αθώο ερώτημα για περισσότερη δημοκρατικότητα. Είναι το ερώτημα-κλειδί. Αν περάσει η λογική του, ανοίγει ο δρόμος για την εσωτερική ποδηγέτηση της δικαστικής ηγεσίας. Και από εκεί και πέρα οι συνέπειες μπορεί να αγγίξουν τις προαγωγές, τις μεταθέσεις, τις πειθαρχικές διαδικασίες, τη λειτουργία των ανωτάτων δικαστηρίων και τελικά την ίδια την ισορροπία της Δημοκρατίας.

Ας ανησυχήσουμε, λοιπόν, έστω και τώρα. Γιατί μια θεσμική υποχώρηση μπορεί να παρουσιαστεί εύκολα ως πρόοδος. Η επιστροφή όμως, όταν ένας μηχανισμός εγκατασταθεί, είναι πολύ δυσκολότερη.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση