Από την αμνήμονα Περιφέρεια στο μνησιπήμων πόνο
Η Εθνική Μνήμη στην Κρήτη ως μνησιπήμων πόνος. Μια ελεγεία για τους Ταγούς που δεν πρόλαβαν, και για τους νεκρούς που περιμένουν ακόμη
Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ
«Η νύχτα των θεσμών είναι ατέλειωτη, γι' αυτό δεν συναντά τη μέρα». Θα μπορούσε να είναι η επιγραφή από τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ στην είσοδο του εγκαταλειμμένου μνημειακού συγκροτήματος της Μάχης της Κρήτης στο Γαλατά των Χανίων. Όχι επειδή στην Κρήτη δεν ξημερώνει. Ξημερώνει και μάλιστα με την γνώριμη εκθαμβωτική φωτοπλημμύρα της Μεσογείου.
Απλώς, εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, φαίνεται ότι η μέρα δεν έχει καταφέρει ακόμη να φωτίσει τα βαθιά σκοτάδια των θεσμικών στην Κρήτη για να προτάξουν την κατασκευαστική ολοκλήρωση της κιβωτού της Εθνικής Μνήμης του νησιού. Ομολογώ ότι το αγνοούσα, γιατί από το 1991 το είχα ξεχάσει. Η διάβρωση της λήθης είναι πάντα ισχυρότερη και από την πιο αμυδρή αντίσταση της μνήμης.
Εκείνη τη χρονιά το 1991, στην πεντηκοστή επέτειο της Μάχης της Κρήτης, τοποθετήθηκε ο θεμέλιος λίθος για ένα μνημειακό συγκρότημα, ένα παλίμψηστο, ένα σύμβολο με όλη τη μεγαλοπρέπεια της διεθνούς επισημότητας για να καταλήξει 35 χρόνια μετά ένα στοιχειωμένο και εγκαταλελειμμένο κουφάρι. Ήταν μια λαμπρή στιγμή.
Εκεί εξακολουθεί σήμερα να στέκει ο σκελετός του έργου, σαν ένα ιδιότυπο αρχιτεκτονικό μνημείο της ελληνικής διοικητικής αιωνιότητας και της θεσμικής ανεπάρκειας που έχουν μάθει να κρύβουν επιμελώς τα νεκροταφεία των στοιχειωμένων έργων τους. Ένα μνημείο όχι των νεκρών του 1941, αλλά της αντοχής των ζωντανών στην αναβολή.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά, το πιο σύγχρονο μνημείο ανεπάρκειας, που θα μπορούσε να παράξει η εποχή μας.
Ένα ερείπιο που δεν άφησε πίσω του κάποιος κατακτητής, κάποιος πόλεμος ή κάποια φυσική καταστροφή. Ένα κουφάρι που το δημιούργησε η ίδια η αδράνεια εκείνων που υποτίθεται ότι έχουν αναλάβει να διαχειρίζονται τη μνήμη, την ιστορία και την αξιοπρέπεια ενός τόπου.
Στον Γαλατά Χανίων, εκεί όπου δόθηκαν από τις σκληρότερες μάχες της Μάχης της Κρήτης, στέκει εδώ και 35 χρόνια ένας τσιμεντένιος σκελετός. Θα έπρεπε να είναι Μνημειακό Συγκρότημα της Μάχης της Κρήτης. Ένα σημείο αναφοράς για τους Έλληνες, τους Κρητικούς και τους Συμμάχους που πολέμησαν και σκοτώθηκαν στο νησί. Μια κιβωτός μνήμης, περισυλλογής και ιστορικής παιδείας.
Το 1991, παρόντες ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Χέλμουτ Κολ, ο Δούκας του Κεντ και εκπρόσωποι των συμμαχικών χωρών που πολέμησαν στο νησί. Η Ιστορία είχε προσκληθεί, και ήλθε. Ίσως μάλιστα να είχε την αίσθηση ότι θα παρακολουθούσε την έναρξη ενός σημαντικού μνημειακού έργου. Δεν γνώριζε ακόμη την ελληνική τεχνογνωσία της διάρκειας.
Αγνοούσε ότι στην Ελλάδα ένα έργο μπορεί να αρχίσει το 1991, να προχωρήσει λίγο το 2004, να «επανεξεταστεί» το 2021 και να εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια κατάσταση δημιουργικής εκκρεμότητας το 2026. Η Ιστορία, ως γνωστόν, έχει υπομονή. Οι Έλληνες και Κρήτες Ταγοί έχουν περισσότερη.
Σύμφωνα με την ειδησεογραφία, η μελέτη είχε εκπονηθεί από το γραφείο του εμβληματικού έλληνα αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Τομπάζη και ο αρχικός προϋπολογισμός ανερχόταν περίπου στα πέντε εκατομμύρια ευρώ.
Το 2004 εξασφαλίστηκαν 1,76 εκατομμύρια ευρώ και περίπου 1,355 εκατομμύρια χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του σκελετού. Ήταν που μόλις το έργο άρχιζε να έβρισκε τον προορισμό του, ως σκελετού. Ένα μνημείο που απέκτησε οστά χωρίς ποτέ να αποκτήσει σώμα. Από τότε ακολούθησαν, όπως ήταν φυσικό, οι γνώριμες ελληνικές διαδικασίες.
Μελέτες, συζητήσεις, επανεξετάσεις, προτάσεις, αναθεωρήσεις, διαβουλεύσεις, εξαγγελίες. Όλα εκείνα τα μικρά και ευγενή βήματα με τα οποία η ελληνική δημόσια διοίκηση κατορθώνει να αποδεικνύει ότι εργάζεται, χωρίς να χρειάζεται απαραιτήτως να ολοκληρώνει ποτέ κάτι.
Το 2021 πληροφορηθήκαμε ότι η παλιά μελέτη ήταν «φαραωνικού τύπου». Ενδιαφέρουσα διαπίστωση από θεσμικό της Περιφέρειας της δυτικής Κρήτης.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, βέβαια, είχαν ένα ελάττωμα που σήμερα δεν συναντάται συχνά. Ολοκλήρωναν τα μνημεία τους. Ίσως λοιπόν η σύγκριση να ήταν κάπως άδικη, και ατυχής για τους συμπαθείς Φαραώ.
Πέντε χρόνια αργότερα, ο Γαλατάς εξακολουθεί να διαθέτει το κουφάρι. Το μόνο που φαίνεται να έχει αλλάξει είναι ότι η «φαραωνική» μελέτη έχει πλέον μετατραπεί σε ένα είδος δεικτικής ντροπής της νεότερης Κρήτης.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η Καβαφική πλευρά της ιστορίας. Όχι στους στίχους.Στην ατμόσφαιρα.
Στους ανθρώπους που περιμένουν. Στους ανθρώπους που γνωρίζουν ότι κάτι πρόκειται να γίνει. Στους ανθρώπους που αναμένουν την κατάλληλη στιγμή. Και η κατάλληλη στιγμή πάντοτε βρίσκεται λίγο παρακάτω.
Όπως ακριβώς στους «Βαρβάρους» του Καβάφη, υπάρχει μια ολόκληρη πόλη που οργανώνει τη ζωή της γύρω από κάτι που πρόκειται να συμβεί.
Και τελικά δεν συμβαίνει. Μόνο που εδώ οι βάρβαροι έχουν μια μικρή διαφορά. Δεν χρειάζεται να έλθουν. Είναι ήδη εδώ. Ενίοτε, έχουν ελκυστικούς επιθετικούς προσδιορισμούς στις λέξεις:
«Επόμενη χρηματοδότηση», «νέα μελέτη», «επανεκκίνηση του έργου», «θεσμική συνεργασία», «ωρίμανση της μελέτης», «δρομολογημένες ενέργειες». Πολύ ευγενικοί οι βάρβαροι. Έρχονται πάντα, απλώς δεν φθάνουν ποτέ.
Και οι Ταγοί; Και οι Ταγοί είναι ασφαλώς παρόντες. Αλίμονο, κάθε Μάιο με δάφνινα στεφάνια και στυλιζαρισμένα χαμόγελα.
Με κατάλληλη ενδυμασία. Με συγκινητικά λογίδρια. Με αναφορές στη θυσία. Με αναφορές στην Ελευθερία. Με αναφορές στη μνημοσύνη και στα πανανθρώπινα ιδανικά.
Με την απαραίτητη φράση ότι «χρέος όλων μας είναι να μην ξεχάσουμε».
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η λεπτή ειρωνεία της υπόθεσης: Δεν την ξεχνούν. Απλά την θυμούνται με εξαιρετική συνέπεια μία φορά το χρόνο. Αυτό είναι ήδη η πιο αξιοθαύμαστη διοικητική επίδοση.
Υπάρχει ωστόσο, ένα μικρό πρόβλημα με τις επετείους. Οι νεκροί δεν είναι επετειακοί. Δεν πέθαναν το Μάιο για να τους θυμόμαστε το Μάιο. Πέθαναν μια φορά. Και εμείς τους θυμόμαστε όταν μας το υπενθυμίζει το ημερολόγιο. Ακόμη χειρότερα: Οι τελευταίοι ζωντανοί μάρτυρες δεν διαθέτουν την πολυτέλεια της διοικητικής παράτασης.
Η 95χρονη Ιωάννα Κανταράκη, επιζώσα του Ολοκαυτώματος της Καντάνου, δεν ζητά άλλη μία επιτροπή. Ζητά να μη σβήσει η μνήμη.
Και η απαίτησή της έχει μια αξιοσημείωτη απλότητα και αγέρωχη υπερηφάνεια: «Δεν επαιτούμε, απαιτούμε».
Είναι ίσως η πιο αυστηρή φράση που ειπώθηκε για το μνημείο. Και συγχρόνως η πιο ευγενική. Γιατί δεν ζητά τίποτε περισσότερο από το αυτονόητο.
Η Κρήτη, βεβαίως, αγαπά τη μνήμη της. Τόσο πολύ ώστε την έχει καταστήσει μέρος της τουριστικής της οικονομίας. Η Μάχη της Κρήτης είναι ντοκιμαντέρ, βιβλία, μουσεία, εκθέσεις, διαδρομές, επέτειοι, εκδηλώσεις, ξεναγήσεις. Και είναι απολύτως σωστό. Μόνο που υπάρχει μια μικρή αμηχανία:
Το κεντρικό μνημειακό συγκρότημα της Μάχης της Κρήτης στον ίδιο τον τόπο της μάχης παραμένει ημιτελές. Είναι σαν να έχουμε φροντίσει σχολαστικά την αφήγηση και να έχουμε αφήσει αφρόντιστο το τεκμήριό της. Σαν να έχουμε διασώσει τη φωτογραφία και να έχουμε ξεχάσει τον άνθρωπο.
Αλλά ας μη γινόμαστε υπερβολικοί. Οι Ταγοί έχουν ασφαλώς σοβαρότερα ζητήματα να αντιμετωπίσουν. Η Κρήτη έχει τουρισμό. Έχει ανάπτυξη. Έχει υποδομές. Έχει επενδύσεις. Έχει αεροδρόμια. Έχει δρόμους. Έχει μεγάλα έργα. Έχει στρατηγικά σχέδια. Έχει οράματα.
Η μνήμη μπορεί να περιμένει λίγο. Άλλωστε, η μνήμη δεν οργανώνει εγκαίνια.
Δεν κόβει κορδέλες. Δεν παράγει εύκολα φωτογραφίες. Δεν έχει εργολάβο να παραδώσει έργο και πολιτικό να παραλάβει.
Η μνήμη έχει μια πολύ ενοχλητική ιδιότητα: Ζητά διάρκεια. Και η διάρκεια είναι δυσκολότερη από μια πρόσκαιρη τελετή.=
Έτσι φθάνουμε στο πραγματικό ερώτημα. Υπάρχει άραγε άλλος πάτος στην παρακμή; Βεβαίως. Υπάρχει πάντα.
Είναι η στιγμή κατά την οποία παύουμε να ντρεπόμαστε. Όχι όταν εγκαταλείπεται ένα μνημείο. Αλλά όταν η εγκατάλειψή του γίνεται οικεία. Όταν περνάμε από δίπλα του και λέμε: «Ε, αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα».
Όταν τα χόρτα γίνονται φυσικό μέρος της μνημειακής σύνθεσης. Όταν οι σπασμένες πλάκες δεν μας προκαλούν πλέον οργή. Όταν ο σκελετός του κτιρίου παύει να μας φαίνεται προσβλητικός. Τότε έχει συντελεστεί το σημαντικότερο: η παρακμή έχει γίνει κανονικότητα. «Όταν συνηθίσεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις» έλεγε αν θυμάμαι καλά ο Μάνος Χατζηδάκις.
Και εδώ επιστρέφει η νύχτα. «Η νύχτα είναι ατέλειωτη, γι' αυτό δεν συναντά τη μέρα». Μόνο που στον Γαλατά η νύχτα δεν είναι σκοτάδι. Είναι αναβολή. Είναι εκείνη η αδιόρατη, διοικητική νύχτα που δεν έχει κανείς την ευθύτητα να ονομάσει νύχτα. Δεν λέει κανείς: «Δεν θα το κάνουμε». Λένε: «Θα το δούμε». Δεν λέει κανείς: «Δεν υπάρχει χρηματοδότηση». Λένε: «Αναζητείται χρηματοδοτικό εργαλείο». Δεν λέει κανείς: «Δεν έχουμε αποφασίσει». Λένε: «Το θέμα βρίσκεται σε εξέλιξη». Και έτσι η νύχτα μπορεί να διαρκεί για πάντα. Γιατί κανείς δεν την ανακοινώνει ως νύχτα, ως σκοτάδι.
Ίσως γι' αυτό η ιστορία του Γαλατά να είναι πολύ σημαντικότερη από το ίδιο το μνημείο. Γιατί δείχνει κάτι από εμάς όλους. Δείχνει ότι μπορούμε να τιμούμε τους νεκρούς χωρίς να φροντίζουμε τη μνήμη τους.
Να μιλάμε για ιστορική συνέχεια χωρίς να προστατεύουμε τα υλικά της ίχνη.
Να καταθέτουμε στεφάνια μπροστά σε έναν εγκαταλειμμένο χώρο και να θεωρούμε ότι εκπληρώσαμε το καθήκον μας.
Να έχουμε Ταγούς που γνωρίζουν πολύ καλά τι πρέπει να γίνει και εξίσου καλά πώς να μην γίνει ακόμη. Ένα επίτευγμα, καθαρά ελληνικό.
Ο Καβάφης είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να βλέπει το μεγαλείο να μετατρέπεται σε ειρωνεία χωρίς να υψώνει τη φωνή του. Δεν χρειαζόταν να καταγγείλει.
Αρκούσε να περιγράψει. Κι ίσως αυτή να είναι η σωστή στάση απέναντι στους σημερινούς Ταγούς της Κρήτης, σε εκείνους που έχουν μετατρέψει την διακονία στον τόπο σε επάγγελμα.
Να μην τους φωνάξουμε. Να μην τους προσβάλουμε. Να μην τους κατηγορήσουμε καν.
Ας τους αφήσουμε απλώς να εξηγήσουν. Με ημερομηνίες. Με ποσά. Με αποφάσεις. Με μελέτες. Με χρονοδιαγράμματα. Με ονόματα φορέων. Με υπευθύνους.
Και κυρίως με ένα ερώτημα τόσο απλό, ώστε να γίνεται σχεδόν αμείλικτο:
Πότε θα ολοκληρωθεί;
Γιατί υπάρχει μια στιγμή στην οποία η πολιτική παύει να είναι τέχνη της διαχείρισης και γίνεται τέχνη της λογοδοσίας. Και αυτή η στιγμή έχει προ πολλού φθάσει στον Γαλατά Χανίων.
Οι Έλληνες και Σύμμαχοι που πολέμησαν το 1941 δεν περίμεναν να ωριμάσουν οι συνθήκες.
Δεν περίμεναν την επόμενη χρηματοδοτική περίοδο. Δεν περίμεναν την αναμόρφωση της μελέτης. Δεν περίμεναν την κατάλληλη θεσμική συναρμοδιότητα για να υπερασπιστούν τη γη και τις πανανθρώπινες αξίες. Δεν είχαν την πολυτέλεια της αναβολής. Έπρεπε να αποφασίσουν να γράψουν Ιστορία. Και την έγραψαν.
Εμείς, ογδόντα πέντε χρόνια αργότερα, έχουμε όλες τις πολυτέλειες που εκείνοι δεν είχαν. Χρήματα. Τεχνολογία. Μηχανικούς. Αρχιτέκτονες. Επιστήμονες. Υπηρεσίες. Νόμους. Ευρωπαϊκά προγράμματα. Και, κυρίως, ειρήνη.
Κι όμως δυσκολευόμαστε να κάνουμε το απλούστερο: να ολοκληρώσουμε ένα Μνημείο με πανανθρώπινους συμβολισμούς.
Ίσως τελικά οι Ταγοί μας να έχουν δίκιο. Ίσως η Ιστορία πράγματι μπορεί να περιμένει.
Ίσως και «οι νεκροί να μπορούν να περιμένουν» όπως έγραψε η Διδώ Σωτηρίου. Ίσως οι τελευταίοι μάρτυρες να μπορούν να περιμένουν. Ίσως και η μνήμη να μπορεί να περιμένει.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η λήθη δεν περιμένει. Και η νύχτα, όταν γίνεται ατέλειωτη, δεν χρειάζεται πια να φοβάται τη μέρα. Γιατί απλά την έχει κάνει να ξεχάσει το δρόμο. Και τότε είναι που θα ‘χουμε μοιάσει στο τέρας. Γιατί απλά θα το έχουμε συνηθίσει.
Διαβάστε σχετικά:
Το Μεγάλο Κάστρο, η Μνήμη και οι νέοι Αλεξανδρείς
Αφασία για ένα μνησιπήμων πόνο
Κεντρική φωτογραφία επιφυλλίδας: Διασκευή του έργου René Magritte «La mémoire» , 1948 (Μνήμη) με φόντο χάρτη της Κρήτης (1640-1642) του Ολλανδού Joan (Johannes) Blaeu.
- Η 3η Σεπτέμβρη στο Ηράκλειο: 52 χρόνια ιστορίας, με το βλέμμα στο μέλλον
- ΟΦΗ: Από μια επαρχιακή ομάδα γίνεται project… διδασκαλίας και πρότυπο αναπαραγωγής!
- Θανατώσεις ζώων και οργή στη Λέσβο: Η καταστροφή δεν είναι πολύ μακριά από την Κρήτη!




