«Ποιος χτίζει, στην πραγματικότητα, την ελληνική οικονομία»
Η δημοσιονομική ελάφρυνση που διαφαίνεται να έρχεται, από την προκαταβολή φόρου έως το τεκμαρτό σύστημα και τις ασφαλιστικές εισφορές, δεν είναι απλώς μια δημοσιονομική χειρονομία απέναντι σε μια εκλογική βάση.
Του Λευτέρη Αυγενάκη, πρ. Υπουργός – Βουλευτής Ηρακλείου
Εννέα στις δέκα θέσεις εργασίας στην Ελλάδα δεν δημιουργούνται από πολυεθνικές ή εισηγμένους ομίλους, αλλά από επιχειρήσεις που απασχολούν λίγους ανθρώπους και δανείζονται με δυσκολία. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συγκροτούν περίπου το 99% του συνόλου των ελληνικών επιχειρήσεων, παράγουν πάνω από το 19% του ΑΕΠ και απασχολούν το 86,9% του εργατικού δυναμικού της χώρας, ποσοστό υψηλότερο από οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια δεκαετία αντοχής, αναδιάταξης και, τα τελευταία χρόνια, σταδιακής ανάκαμψης.
Η αφετηρία δεν ήταν ευνοϊκή. Η μακρά ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας άφησε βαθιά χαρακώματα σε ολόκληρους κλάδους: η κλωστοϋφαντουργία και η δερμάτινη βιοτεχνία συρρικνώθηκαν πάνω από 50%, η ξυλεία και η χαρτοποιία ακολούθησαν παρόμοια πορεία, ενώ χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις έκλεισαν οριστικά τα ρολά τους. Η ανασυγκρότηση που ακολούθησε δεν στηρίχθηκε σε ένα ενιαίο θαύμα, αλλά σε μια σειρά επάλληλων παρεμβάσεων: αναδιάρθρωση χρέους, σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, και προοδευτική επαναφορά της πρόσβασης σε ρευστότητα.
Η πραγματική καμπή, ωστόσο, ήρθε με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Έως τα μέσα του 2026 είχε ολοκληρωθεί πάνω από το μισό των οροσήμων του ελληνικού προγράμματος, ενώ οι διαθέσιμοι πόροι αντιστοιχούσαν στο 16% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις δανειακές συμβάσεις που είχαν υπογραφεί έως τον Μάρτιο του 2026, έξι στις δέκα αφορούσαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κινητοποιώντας επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ σε πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες μονάδες. Και το ενδιαφέρον δεν σταματά με τη λήξη του προγράμματος: δύο δισεκατομμύρια ευρώ μεταφέρονται στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ειδικά για τη χρηματοδότηση ΜμΕ μετά το 2026, ποσό που, με τραπεζική μόχλευση, μπορεί να μετουσιωθεί σε δανεισμό ύψους οκτώ δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η αναπτυξιακή αυτή δυναμική αποτυπώνεται και στην εξωστρέφεια της οικονομίας. Το μερίδιο των τροφίμων και ποτών στο σύνολο των ελληνικών εξαγωγών ανήλθε το 2025 στο 15%, έναντι 11% το 2015: ρεκόρ δεκαετίας που μαρτυρά πως ο πρωτογενής και ο μεταποιητικός τομέας, πεδία όπου κυριαρχεί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, καταφέρνουν πλέον να ανταγωνίζονται πέρα από τα εθνικά σύνορα.
Η εικόνα, όμως, δεν είναι μονοδιάστατα αισιόδοξη. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όσες απασχολούν λιγότερα από δέκα άτομα, αποτελούν το 96,9% του συνόλου, όμως συνεισφέρουν μόλις 9,3% του ΑΕΠ: ένδειξη ενός χρόνιου παραγωγικού και τεχνολογικού ελλείμματος που δεν αναιρείται εύκολα. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει το πιο επίμονο εμπόδιο, καθώς οι τράπεζες διατηρούν σχετικά αυστηρή πιστοληπτική στάση απέναντι στις μικρές, ατομικές και οικογενειακές επιχειρήσεις, που συχνά δεν διαθέτουν επαρκή εξασφαλιστικά περιθώρια. Ακόμη και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων παρέμεινε ανομοιόμορφη ανάμεσα σε κλάδους και περιφέρειες.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το διακύβευμα της επόμενης ημέρας. Η δημοσιονομική ελάφρυνση που διαφαίνεται να έρχεται, από την προκαταβολή φόρου έως το τεκμαρτό σύστημα και τις ασφαλιστικές εισφορές, δεν είναι απλώς μια δημοσιονομική χειρονομία απέναντι σε μια εκλογική βάση. Είναι συνέχεια μιας αναπτυξιακής λογικής που ξεκίνησε με την αναδιάρθρωση και τη σταθεροποίηση, προχώρησε με τη μόχλευση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων, και τώρα καλείται να κλείσει τον κύκλο απελευθερώνοντας πραγματική ρευστότητα στην αγορά. Η ΔΕΘ, ως θεσμικό σημείο ανακοίνωσης πολιτικής, δεν δημιουργεί αυτή τη δυναμική· την επισφραγίζει και της δίνει ορίζοντα. Το ζητούμενο για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα δεν είναι πια η επιβίωση, αλλά η μετάβαση σε ένα πρότυπο υψηλότερης παραγωγικότητας και προστιθέμενης αξίας, εκεί όπου, τελικά, κρίνεται το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.
- Μία φάση στο 73' έδειξε όλο τον ΟΦΗ του Κόντη
- Η εστίαση δεν ζητά προνόμια - Ζητά φορολογία που να αντέχεται
- Το «δις εξαμαρτείν» της ελληνικής ξενοδοχίας




