Ο τρύγος του Σεπτέμβρη ή ποιος σκότωσε τον Ικάριο
"Η ιστορία του Ικάριου και της κόρης του, Ηριγόνης, αποτελεί έναν αιτιολογικό μύθο, δηλαδή μία αφήγηση που εξηγεί την έλευση της καλλιέργειας του αμπελιού στην Αττική"
Σεπτέμβρης, ο μήνας του τρύγου. Γι αυτό άλλωστε λέγεται κάποτε και Τρυγητής. Είναι ο μήνας που οι αμπελουργικές εργασίες βρίσκονται σε πλήρη αναβρασμό, από την συγκομιδή των σταφυλιών μέχρι την πολτοποίησή τους στα «πατητήρια» για την παραγωγή του κρασιού. Εμείς βρεθήκαμε στο οινοποιείο του Μηνά Φουρναράκη, στην Επισκοπή Πεδιάδος, όπου είχαμε την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε εκ του σύνεγγυς τις πυρετώδεις εργασίες του Μηνά και της ομάδας του κάτω από το άτεγκτο φως του ήλιου. Εκεί, περιδιαβαίνοντας στον αμπελώνα, η σκέψη μας πήγε στον Ικάριο, τον πρώτο αμπελουργό, κατά τον μύθο, ο οποίος έμαθε την αμπελουργική τέχνη από τον ίδιο τον Διόνυσο. Την γνώση αυτήν, όμως, την πλήρωσε τελικά με το ίδιο του αίμα.
Μία εκτενή εκδοχή της ιστορίας του Ικάριου σώζει ο Νόννος Πανοπολίτης, ποιητής του 5ου αι. μ. Χ., στα περίφημα Διονυσιακά του, ένα μακροσκελές έργο 48 βιβλίων και 21.286 στίχων, το οποίο αφηγείται την ζωή του Διονύσου. Η ιστορία του Ικάριου και της κόρης του, Ηριγόνης, αποτελεί έναν αιτιολογικό μύθο, δηλαδή μία αφήγηση που εξηγεί την έλευση της καλλιέργειας του αμπελιού στην Αττική.
Κάποτε ο θεός Διόνυσος, ή Βάκχος, έφτασε στο φτωχικό σπίτι του Ικάριου, όπου ο γέροντας αγρότης τού πρόσφερε ένα λιτό γεύμα φιλοξενίας. O θεός επέλεξε να επισκεφτεί τον Ικάριο, γιατί ο τελευταίος υπερτερούσε των άλλων γεωργών στην εισαγωγή νέων, διαφορετικών καλλιεργειών (47.36: φέρτερος […] ἑτερότροπα δένδρα φυτεύειν). Ο Διόνυσος του έδωσε να πιει ένα ποτό που επιφέρει λυσίπονον μέθην, εκείνη την μέθη που απαλύνει τον πόνο. Δελεάζει έτσι τον Ικάριο παρουσιάζοντας τα σταφύλια που παράγουν το κρασί ως παιήονες ἀνδρομέης ἀνίης (47.55), ως θεραπευτές δηλαδή της θλίψης και της βαρυθυμίας των ανθρώπων, κι ως ανώτερα απ’ τα στάχια, που δεν απαλύνουν τις έγνοιες που κατατρώγουν την ψυχή μας. Τα στάχια παραπέμπουν στη θεά Δήμητρα κι ο Διόνυσος δηλώνει πως την φθονεί που κάποτε δέχτηκε την φιλοξενία ενός άλλου αγρότη, του Κελεού, και που εις ανταπόδοσιν η θεά μύησε τον γιο του, τον Τριπτόλεμο, στην καλλιέργεια του σιταριού (47.49-51). Λέει, λοιπόν, στον Ικάριο πως αν δεχόταν το θεϊκό δώρο του κρασιού, οι άνθρωποι θα τον δόξαζαν περισσότερο κι απ’ τον Τριπτόλεμο. Ο οίνος χαρακτηρίζεται ἐγερσίνοος και ἀμερσίνοος, ως ποτό δηλαδή που ξεσηκώνει το μυαλό, αλλά και το τρελαίνει, δημιουργώντας οἶστρον ἀκόρητον (47.59), ακόρεστη επιθυμία, μαζί με πόθο και πάθος. Πράγματι, η αλλεπάλληλη οινοποσία μέθυσε τον Ικάριο.
Φεύγοντας ο θεός, ευγνώμων για την φιλοξενία, του χάρισε κλήματα και του δίδαξε την τέχνη της αμπελουργίας, να σκάβει και να φυτεύει το αμπέλι για να παράγει κρασί (47.66-69). Ο Ικάριος, όμως, δεν κράτησε τα δώρα για τον εαυτό του. Γρήγορα δίδαξε την αμπελουργική και στους άλλους αγρότες της περιοχής. Όταν το αμπέλι έβγαλε σταφύλια, ο Ικάριος έφτιαξε κρασί και το μοίρασε στους συγχωριανούς του, προσφέροντάς τους την θυόεσσαν χύσιν (47.75), το μυρωδάτο υγρό, του οποίου η ευωδία απλώθηκε στον χώρο.
Την στιγμή που οι αγρότες δοκιμάζουν το ποτό από το νέο φυτό, εκστασιάζονται, μαγεύονται. Κάποιος συμποσιαστής ρωτά τον Ικάριο πού βρήκε αυτό το νέκταρ Ὀλύμπου, αφού τέτοιο ξανθόχροον ὕδωρ δεν έχει ούτε ο Κηφισός, ούτε άλλη πηγή μπορεί να αναδύσει αυτά τα μελίρρυτα ποτά, ούτε κι οι Ναϊάδες δεν μπορούν να χαρίσουν τέτοια μελιηδέα – υπέργλυκα – δῶρα, αφού ο οίνος είναι το γλυκερώτερον ὕδωρ, πιο γλυκό κι από το μέλι (μέλιτος γλυκεροῖο) και πιο νόστιμο απ’ το γάλα (λαρότερον δὲ γάλακτος) (47.78-87). Ο οίνος είναι τελικά μελίκρητος κυκεών (47.88), ένα «κοκτέιλ», θα λέγαμε, αναμεμιγμένο με τις πιο θεϊκές γλυκές γεύσεις. Ρωτούν επίμονα τον Ικάριο που βρήκε αυτό το θεϊκό ποτό και είναι βέβαιοι πως κάποιος ουράνιος θεός κατέβηκε από τον Όλυμπο και του το δώρισε.
Τα λόγια, όμως, σταματούν γιατί οι δαιτυμόνες αρχίζουν να βιώνουν τα συμπτώματα της μέθης. Τα μάτια τους στριφογυρνούν, οι παρειές του προσώπου τους κοκκινίζουν, τα στήθη τους βράζουν, το κεφάλι τους βαραίνει κι αρχίζουν να διαφαίνονται οι φλέβες στο πρησμένο τους πρόσωπο. Νιώθουν τη γη να σείεται, τα δέντρα να χορεύουν και τα βουνά να αναπηδούν (47.108-113). Ένας άνδρας πέφτει λιπόθυμος στο έδαφος.
Η ιστορία εξελίσσεται τραγικά για τον Ικάριο. Οι συμποσιαστές σε κατάσταση μεθυστικής βακχικής λύσσας θαρρούν ότι ο Ικάριος τους φαρμάκωσε μ’ αυτό το νέο ποτό, και πέφτουν πάνω του να ξεσκίσουν τις σάρκες του. Άλλος με τσεκούρι, άλλος με την τσάπα, με δρεπάνι, με πέτρες, μαγκούρες και μαστίγια, κατακρεουργούν το σώμα του ανυπεράσπιστου Ικάριου. Ο ίδιος βάζει τις φωνές, μήπως οι γύρω βοσκοί τον ακούσουν και σπεύσουν προς βοήθεια. Μα μόνο η Ηχώ ανταποκρίνεται στα ουρλιαχτά του. Απ’ τα φονικά χτυπήματα ο γέρος πέφτει στο έδαφος, μα προτού πέσει σταγόνες απ’ το αίμα του χύνονται μέσα στο κρασί και το βάφουν ακόμα πιο κόκκινο… Τα τελευταία λόγια του ετοιμοθάνατου είναι σπαρακτικά:
„οἶνος ἐμοῦ Βρομίου, βροτέης ἄμπαυμα μερίμνης,
ὁ γλυκὺς εἰς ἐμὲ μοῦνον ἀμείλιχος· εὐφροσύνην γὰρ
ἀνδράσι πᾶσιν ὄπασσε, καὶ Ἰκαρίῳ πόρε πότμον·
ὁ γλυκὺς Ἠριγόνῃ πολεμήιος· ἡμετέρην γὰρ
νηπενθὴς Διόνυσος ἐθήκατο πενθάδα κούρην.“ (47.132-136)
Αχ, το κρασί του Βρόμιου θεού μου, ανάπαυλα στις έγνοιες των ανθρώπων,
γλυκό μεν, αλλά σε μένα μόνον αμείλικτο. Γιατί ευφροσύνη
χάρισε σ’ όλους τους ανθρώπους, μα σε μένα τον Ικάριο έδωκε θάνατο.
Ο γλυκύς εχθρός της Ηριγόνης. Αφού την κόρη μου
ο άπονος Διόνυσος την έριξε στο πένθος.
(μετάφραση του γράφοντος)
Δεν τέλειωσε τον λόγο του γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος. Όταν οι αγρότες ξύπνησαν και συνήλθαν από την μέθη, συνειδητοποίησαν την φρικτή τους πράξη και θρήνησαν πικρά. Σήκωσαν το πτώμα του Ικάριου, το ανέβασαν σε μια δασώδη πλαγιά, καθάρισαν τις πληγές του στις εκεί πηγές, κι οι ίδιοι οι φονιάδες του τον έθαψαν με τα ἀνδροφόνα χέρια τους (47.141-147), εκείνον που στάθηκε ο ευεργέτης τους.
Η ιστορία συνεχίζεται τραγικά και για την κόρη του Ικάριου, την Ηριγόνη, αφότου μαθαίνει τον θάνατο του πατέρα της (47.148-245). Όμως, αυτό θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας άλλης αφήγησης. Η μεταθανάτια μοίρα του Ικάριου ήταν σαφώς καλύτερη, αφού ο Δίας τον σπλαχνίστηκε και τον μετέτρεψε στον λαμπρό αστερισμό του Βοώτη στο βόρειο ουράνιο ημισφαίριο, να συμπορεύεται με την άμαξα της Μεγάλης Άρκτου (47.250-252), γι αυτό λέγεται και Αρκτοφύλακας.
Έτσι κλείνει την ιστορία του ο Νόννος. Εμείς, στο μεταξύ, κάθε φορά που απολαμβάνουμε ένα εκλεκτό κρασί, ας θυμόμαστε πως το χρώμα του έχει κάτι από το αδικοχυμένο αίμα του Ικάριου, του γέροντα που δίδαξε στην ανθρωπότητα την τέχνη της αμπελουργίας.
* Ο Βασίλης Καρανδινάκης είναι φιλόλογος, υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης
- Πώς θα γίνουμε "άνθρωποι" για να έχουμε μέλλον
- ΟΦΗ: Τα συν, τα πλην και οι επόμενες προκλήσεις στον απόηχο των υποθέσεων Αποστολάκη - Νους
- Για μια γενναία μεταρρύθμιση του θεσμού της φυλακής




