ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Δάνεια νόμου Κατσέλη: Δημοσιονομικός κίνδυνος από κατάπτωση εγγυήσεων
H άμυνα του οικονομικού επιτελείου
Διπλή απειλή αναδεικνύεται από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Άρειου Πάγου για τα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη, καθώς, σύμφωνα με κυβερνητικές και τραπεζικές εκτιμήσεις, αφενός αυξάνει τον κίνδυνο δημοσιονομικής επιβάρυνσης μέσω κρατικών εγγυήσεων και αφετέρου ανατρέπει τις οικονομικές παραδοχές σε χαρτοφυλάκια τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Το θέμα τέθηκε σε έκτακτη σύσκεψη που έγινε χθες υπό τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, με συμμετοχή του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, του υφυπουργού Οικονομικών, Θάνου Πετραλιά, της Γ.Γ. Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Θεώνης Αλαμπάση και του γενικού διευθυντή του ΟΔΔΗΧ, Δημήτρη Τσάκωνα.
Η απόφαση κλείνει μια πολυετή νομική εκκρεμότητα, καθορίζοντας ότι ο εκτοκισμός των δανείων του νόμου Κατσέλη πρέπει να γίνεται επί της μηνιαίας δόσης που ορίζει η δικαστική ρύθμιση και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου.
Η αλλαγή αυτή έχει άμεσο και μετρήσιμο όφελος για περίπου 300.000 έως 350.000 ευάλωτους δανειολήπτες, μειώνοντας το συνολικό κόστος αποπληρωμής και ενισχύοντας τη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων σε βάθος χρόνου.
Την ίδια στιγμή, όμως, η νέα ερμηνεία μεταβάλλει κρίσιμες οικονομικές παραμέτρους πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων με κρατική εγγύηση, αλλά και επιχειρησιακά πλάνα τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Σύμφωνα με αρχικούς υπολογισμούς της αγοράς, η απόφαση οδηγεί σε συνολική «ζημιά» που προσεγγίζει τα 1,3 δισ. ευρώ για τα funds με σημαντική έκθεση σε δάνεια νόμου Κατσέλη, καθώς περιορίζονται δραστικά οι προσδοκώμενες εισπράξεις τόκων.
Η διαφορά που δημιουργούν οι δύο μέθοδοι υπολογισμού αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε ένα τυπικό παράδειγμα. Για δάνειο 100.000 ευρώ, με επιτόκιο 3% και διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών, ο εκτοκισμός επί του συνόλου του κεφαλαίου ανεβάζει τη συνολική οφειλή περίπου στα 135.000 ευρώ, με μηνιαία δόση κοντά στα 560 ευρώ.
Με τον εκτοκισμό μόνο της μηνιαίας δόσης, η δόση περιορίζεται στα περίπου 416 ευρώ, οι τόκοι ανά δόση διαμορφώνονται σε μόλις 12,5 ευρώ και το συνολικό ποσό τόκων για όλη την εικοσαετία δεν υπερβαίνει τις 3.000 ευρώ. Η απόκλιση αυτή εξηγεί γιατί η απόφαση μεταφράζεται σε σημαντική απώλεια εσόδων για όσους διαχειρίζονται τα σχετικά χαρτοφυλάκια.
Κίνδυνος κατάπτωσης εγγυήσεων
Η άλλη διάσταση της «διπλής απειλής» αφορά τα δημόσια οικονομικά. Η μείωση των ανακτήσεων στα τιτλοποιημένα δάνεια αυξάνει την πιθανότητα ενεργοποίησης των κρατικών εγγυήσεων που έχουν παρασχεθεί στο πλαίσιο του προγράμματος Ηρακλής για τα senior ομόλογα.
Σύμφωνα με οικονομοτεχνική μελέτη της KPMG, η δυνητική επιβάρυνση για το Δημόσιο υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ, εφόσον οι χαμηλότερες εισπράξεις οδηγήσουν σε κατάπτωση εγγυήσεων.
Το ζήτημα αποκτά πρόσθετο βάρος, καθώς για το 2026 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 359,3 δισ. ευρώ ή στο 138,2% του ΑΕΠ. Μια τέτοια επιβάρυνση, ακόμη και περιορισμένου μεγέθους, επηρεάζει τις μεσοπρόθεσμες δημοσιονομικές προβλέψεις και την προσπάθεια διατήρησης της αξιοπιστίας της χώρας στις αγορές, σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Η διαχείριση ιδιωτικού χρέους
Η δεύτερη διάσταση αφορά την ίδια την αγορά διαχείρισης ιδιωτικού χρέους. Τα δάνεια νόμου Κατσέλη θεωρούνταν χαρτοφυλάκια χαμηλού ρίσκου, με σταθερές αλλά περιορισμένες εισπράξεις σε βάθος χρόνου.
Η μείωση των τόκων υποχρεώνει πλέον ορισμένους παίκτες να επανεξετάσουν αποτιμήσεις, επιχειρησιακά πλάνα και στόχους απόδοσης, ιδίως σε τιτλοποιήσεις με υψηλή συγκέντρωση τέτοιων δανείων.
Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι οι επιπτώσεις δεν είναι ομοιόμορφες και εξαρτώνται από τη σύνθεση κάθε χαρτοφυλακίου και τον τρόπο με τον οποίο είχαν γίνει οι λογιστικοί υπολογισμοί έως σήμερα.
Δεν υπάρχει συστημικός κίνδυνος
Παρά τις ανησυχίες, κυβερνητικές και τραπεζικές πηγές εκτιμούν ότι δεν τίθεται ζήτημα συστημικής αποσταθεροποίησης. Το τραπεζικό σύστημα διαθέτει πλέον ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση και σαφώς μειωμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε σχέση με το παρελθόν, ενώ το Δημόσιο διατηρεί σημαντικό ταμειακό απόθεμα στην Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας έναντι βραχυπρόθεσμων κραδασμών.
Στο οικονομικό επιτελείο εξετάζονται σενάρια περιορισμού της άμεσης επιβάρυνσης, με βασικό εργαλείο τις ρήτρες «εξαιρετικών περιστάσεων» του σχήματος «Ηρακλής». Οι ρήτρες αυτές επιτρέπουν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την αναβολή της κατάπτωσης των εγγυήσεων ή την επιμήκυνση των υποχρεώσεων προς τους επενδυτές, μειώνοντας τη βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική πίεση.
Καθοριστικός παράγοντας για τις τελικές αποφάσεις θα είναι το πλήρες σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου και το εύρος εφαρμογής της.
Παράλληλα, στην αγορά δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο νέου κύματος δικαστικών προσφυγών από δανειολήπτες που δεν έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη.
Σύμφωνα με κύκλους του χρηματοπιστωτικού τομέα, ενδέχεται να υπάρξουν προσπάθειες διεύρυνσης της εφαρμογής της νομολογίας, με οφειλέτες να επικαλούνται ότι είναι οικονομικά ευάλωτοι.
Μια τέτοια εξέλιξη θα άνοιγε νέο κύκλο αβεβαιότητας, καθιστώντας ακόμη πιο κρίσιμες τις επόμενες κινήσεις κυβέρνησης, τραπεζών και εποπτικών αρχών.
