ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Γ. Στουρνάρας: Η διαχείριση της κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μ. Ανατολή πιο δύσκολη από εκείνη του 2021-22
Όπως υπογράμμισε ο διοικητής της ΤτΕ, «εάν εμφανιστούν ενδείξεις εδραίωσης των δευτερογενών επιδράσεων ή μεταβολής των πληθωριστικών προσδοκιών, η ΕΚΤ θα πρέπει να αντιδράσει γρήγορα για να διασφαλίσει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν θα παγιωθούν στις προσδοκίες».
Δυσκολότερη μπορεί να αποδειχθεί η παρούσα κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή από εκείνη της περιόδου 2021-22 όπου είχαμε και πάλι έξαρση του πληθωρισμού, σύμφωνα με το διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα.
Όπως ανέφερε μιλώντας στο Economist Romania Government Roundtable «η διαχείριση του τρέχοντος επεισοδίου (έξαρσης του πληθωρισμού) μπορεί να αποδειχθεί από ορισμένες απόψεις δυσκολότερη, σε σύγκριση με εκείνη του επεισοδίου του 2021-22»
Η εκτίμηση αυτή όπως εξήγησε ο ίδιος, εδράζεται πρώτον, στο ότι το το επεισόδιο πληθωρισμού την περίοδο 2021-2022, οι οικονομικές μονάδες δεν είχαν πρόσφατη μνήμη υψηλού πληθωρισμού. Οι προσδοκίες τους βασίζονταν σε δεκαετίες πολύ χαμηλού – ακόμη και αρνητικού – πληθωρισμού. Έτσι, δεν είχαν κανέναν λόγο να αναμένουν ότι ο πληθωρισμός θα αυξανόταν σε επίπεδο άνω του 10% – όπως τελικά συνέβη. Αυτή τη φορά όμως, η μνήμη του διψήφιου πληθωρισμού είναι νωπή και έτσι οι παραγωγοί και οι μισθωτοί είναι απίθανο να αντιδράσουν τόσο αργά όπως τότε. Έχουν πλέον εξοικειωθεί πολύ περισσότερο με τον υψηλότερο πληθωρισμό.
Δεύτερον, κατά την περίοδο 2021-2022 η νομισματική πολιτική θεωρήθηκε το βασικό σημείο πρόσδεσης των μεσοπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό, κάτι στο οποίο συνέβαλε η υψηλή αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών.
Τώρα όμως που ο πόλεμος στο Ιράν ήρθε σχεδόν αμέσως μετά τη μεταπανδημική πληθωριστική διαταραχή, την εισβολή στην Ουκρανία και τους κραδασμούς που προκάλεσαν οι επιθέσεις του Ιουνίου 2025 κατά του Ιράν, οι οικονομικές μονάδες – συνέχισε ο ίδιος – μπορεί να μην είναι τόσο πρόθυμες να θεωρήσουν τις κεντρικές τράπεζες ως τον κυρίαρχο του παιχνιδιού.
Οι πολίτες μπορεί να αρχίσουν να πιστεύουν ολοένα και περισσότερο ότι ο πληθωρισμός καθορίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, από επαναλαμβανόμενες παγκόσμιες διαταραχές από την πλευρά της προσφοράς στην παγκόσμια οικονομία, και ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι σε θέση να προφυλάξουν την οικονομία πλήρως.
Όπως υπογράμμισε ο διοικητής της ΤτΕ, «εάν εμφανιστούν ενδείξεις εδραίωσης των δευτερογενών επιδράσεων ή μεταβολής των πληθωριστικών προσδοκιών, η ΕΚΤ θα πρέπει να αντιδράσει γρήγορα για να διασφαλίσει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν θα παγιωθούν στις προσδοκίες».
Παρά τις δυσκολίες αυτές, ο κ Στουρνάρας εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για την αντιμετώπιση του προβλήματος που έχει προκύψει, καθώς όπως είπε, σε σύγκριση με το επεισόδιο του 2021-2022: ξεκινάμε από ισχυρότερη αρχική θέση. Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ είναι όπως είπε είναι καλύτερα εξοπλισμένο αυτή τη φορά.
«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια βελτιώσαμε τα αναλυτικά μας εργαλεία, επαναξιολογήσαμε τη στρατηγική μας και εστιάσαμε περισσότερο στους κινδύνους που περιβάλλουν τις προοπτικές, μεταξύ άλλων χρησιμοποιώντας σενάρια και αναλύσεις ευαισθησίας. Έτσι διασφαλίζεται ότι έχουμε καλή πληροφόρηση όταν αξιολογούμε την κατάσταση και ότι κατανοούμε καλύτερα τη δυναμική της μετάδοσης σε έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις.» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επιπροσθέτως ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ κυμαίνεται γύρω από τον στόχο του 2% εδώ και σχεδόν ένα έτος, και μάλιστα υπολείπεται ελαφρώς του συμμετρικού στόχου μας τους δύο πρώτους μήνες του 2026. Αυτό παρέχει κάποιο περιθώριο για μια μελλοντική αυστηροποίηση των επιτοκίων.
