Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει το TikTok «ψυχολόγο» τους;

Η παγίδα της αυτοδιάγνωσης - Άγχος, ΔΕΠΥ, τραύμα και κατάθλιψη εξηγούνται πλέον σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων - Τα social media άνοιξαν τη συζήτηση για την ψυχική υγεία, αλλά μαζί έφεραν αυτοδιαγνώσεις και παραπληροφόρηση

Άγχος, ΔΕΠΥ, τραύμα, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη. Μια απλή αναζήτηση στο TikTok ή το Instagram αρκεί για να εμφανιστούν δεκάδες βίντεο, στα οποία ψυχολόγοι και ψυχίατροι εξηγούν συμπτώματα, καταρρίπτουν μύθους και προσφέρουν συμβουλές ψυχικής υγείας. Η παρουσία επαγγελματιών ψυχικής υγείας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει αυξηθεί εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Μαζί της, όμως, μεγαλώνει κι ένα κρίσιμο ερώτημα:

Πού τελειώνει η ενημέρωση και πού αρχίζει η θεραπεία;

Σε πρόσφατο δημοσίευμα του Al Jazeera, ειδικοί αναγνωρίζουν ότι τα social media μπορούν να μειώσουν το στίγμα, να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες και να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να αναζητήσουν βοήθεια. Προειδοποιούν, ωστόσο, ότι κανένα βίντεο δε μπορεί να υποκαταστήσει μια εξατομικευμένη, τεκμηριωμένη θεραπευτική παρέμβαση.

Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι στρέφονται στο TikTok

Η «έκρηξη» του περιεχομένου ψυχικής υγείας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι τυχαία. Σε πολλές χώρες, η πρόσβαση σε επαγγελματίες παραμένει δύσκολη λόγω κόστους, κοινωνικού στίγματος και σοβαρής έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού.

Τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Σύμφωνα με την έκθεση World Mental Health Today του 2025, μόνο το 9% των ανθρώπων με μείζονα κατάθλιψη εκτιμάται ότι λαμβάνει παγκοσμίως την ελάχιστα επαρκή θεραπεία. Αυτό το κενό κάνει ένα βίντεο διάρκειας 1 λεπτού να μοιάζει ακόμη πιο είναι άμεσο, δωρεάν και διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή.

Η δημοτικότητα του σχετικού περιεχομένου είναι ενδεικτική. Το hashtag #MentalHealth στο TikTok είχε ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια μέχρι τον Αύγουστο του 2023.

Ενημέρωση, αναγνώριση και η αίσθηση ότι «δεν είμαι μόνος»

Για πολλούς χρήστες, η αξία αυτών των αναρτήσεων δεν βρίσκεται στη διάγνωση, αλλά στην αναγνώριση μιας εμπειρίας. Έρευνες έχουν καταγράψει ανθρώπους που μοιράζονται προσωπικές ιστορίες, προσφέρουν υποστήριξη σε άλλους, συζητούν συμπτώματα και αναζητούν βοήθεια. Σε αρκετές περιπτώσεις, αναπτύσσονται διαδικτυακές κοινότητες, στις οποίες οι χρήστες αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν πιο ελεύθερα για ζητήματα που ίσως δυσκολεύονται να συζητήσουν στο οικογενειακό ή κοινωνικό τους περιβάλλον.

Η ανωνυμία, η απλή γλώσσα και η αίσθηση ότι κάποιος άλλος βιώνει κάτι παρόμοιο μπορούν να μειώσουν τη μοναξιά και το στίγμα. Το όφελος φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικό για νέους ανθρώπους, οι οποίοι συχνά αισθάνονται πιο εξοικειωμένοι με τις ψηφιακές πλατφόρμες απ’ ό,τι με τις παραδοσιακές δομές ψυχικής υγείας.

Οι ειδικοί τονίζουν, όμως, ψυχοεκπαίδευση και ψυχοθεραπεία είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ένα βίντεο μπορεί να βοηθήσει κάποιον να κατανοήσει καλύτερα τι είναι μια ψυχική κρίση ή ποια συμπτώματα αξίζει να συζητήσει μ’ έναν επαγγελματία. Δεν μπορεί, όμως, να αξιολογήσει το ιστορικό, τις ιδιαίτερες ανάγκες ή τους κινδύνους που αφορούν ένα συγκεκριμένο άτομο.

Η παγίδα της αυτοδιάγνωσης

Εδώ εμφανίζεται και μία από τις σημαντικότερες παρενέργειες του «Dr. TikTok»: Η τάση να μετατρέπονται γενικά ή συνηθισμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε ενδείξεις ψυχικής διαταραχής. Βίντεο με τίτλους όπως «5 σημάδια ότι έχεις ΔΕΠΥ» ή «αν κάνεις αυτό, ίσως έχεις τραύμα» μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε αυτοδιάγνωση, ιδιαίτερα όταν οι πληροφορίες δεν συνοδεύονται από το αναγκαίο κλινικό πλαίσιο.

Ο αλγόριθμος εντείνει το πρόβλημα: Αν κάποιος παρακολουθήσει ένα βίντεο για το άγχος ή τη ΔΕΠΥ, η πλατφόρμα του εμφανίζει, στη συνέχεια, περισσότερο παρόμοιο περιεχόμενο. Έτσι, σταδιακά η ίδια ιδέα επαναλαμβάνεται.

Η ποιότητα των πληροφοριών ανησυχεί ήδη τους ειδικούς. Μελέτες στο περιεχόμενο ψυχικής υγείας του TikTok επισημαίνουν την παρουσία τόσο χρήσιμης πληροφορίας, όσο και παραπλανητικών ή υπεραπλουστευμένων ισχυρισμών.

Ειδικός ή influencer;

Υπάρχει κι ένα δεύτερο, πιο σύνθετο ζήτημα: Η δημοφιλία δεν αποτελεί πιστοποιητικό επιστημονικής επάρκειας. Ο Αμερικανός ψυχολόγος και ερευνητής Dr. Jonathan Shedler επισημαίνει ότι οι χρήστες μπορούν εύκολα να ταυτίσουν τον μεγάλο αριθμό ακολούθων με την αξιοπιστία. Ωστόσο, η ικανότητα κάποιου να δημιουργεί ελκυστικό περιεχόμενο δεν αποδεικνύει την εγκυρότητά του.

Το πρόβλημα εντείνεται από την ίδια τη λογική των social media: Το περιεχόμενο πρέπει να είναι σύντομο, αποφασιστικό, κατανοητό και ελκυστικό, ώστε ο χρήστης να μη συνεχίσει το scrolling. Η ψυχική υγεία, όμως, σπάνια χωρά σε τόσο απλά σχήματα. Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ενώ η διάγνωση απαιτεί ιστορικό, κλινική αξιολόγηση και εξέταση του ευρύτερου πλαισίου.

Ζητήματα προκύπτουν και σε περιπτώσεις όπου ένας follower στέλνει προσωπικό μήνυμα, ζητώντας διάγνωση ή βοήθεια για μια ψυχική κρίση. Ένας επαγγελματίας δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση μέσα από ένα Instagram DM, γεγονός που δημιουργεί ζητήματα επαγγελματικών ορίων και ευθύνης.

Επιπλέον, η παρουσία ειδικών στα social media συχνά αποκτά και μια εμπορική διάσταση. Πολλοί λογαριασμοί συνδέονται με ιδιωτικά ιατρεία, ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες, βιβλία, σεμινάρια ή επί πληρωμή προγράμματα. Αυτό από μόνο του δεν καθιστά το περιεχόμενο προβληματικό. Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο το υλικό που δημοσιεύεται παραμένει επιστημονικά ακριβές, υπεύθυνο και ασφαλές και εάν γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στη γενική ενημέρωση και την προσωπική θεραπευτική συμβουλή.

Το TikTok μπορεί να ανοίξει την πόρτα – όχι να κάνει τη θεραπεία

Το μεγάλο πλεονέκτημα των social media είναι, λοιπόν, ότι έχουν κάνει την ψυχική υγεία πιο ορατή και «ανοιχτή» για συζήτηση. Άνθρωποι που προηγουμένως ντρέπονταν μπορεί, πλέον, να αναζητήσουν ευκολότερα βοήθεια. Το θέμα είναι ότι αυτό το πρώτο βήμα πρέπει να οδηγεί κάπου. Καθώς ο ΠΟΥ καταγράφει περισσότερους από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους παγκοσμίως με κάποια ψυχική διαταραχή, η ζήτηση για φροντίδα παραμένει πολύ μεγαλύτερη απ’ τις διαθέσιμες υπηρεσίες.

Έτσι, τα social media μπορούν, στην καλύτερη περίπτωση, να λειτουργήσουν ως μια χαμηλού κόστους «γέφυρα»: Να προσφέρουν ενημέρωση, να μειώσουν το στίγμα, να δημιουργήσουν κοινότητες υποστήριξης και να ενθαρρύνουν την αναζήτηση βοήθειας. Δεν μπορούν, όμως, να αντικαταστήσουν τον επαγγελματία που βρίσκεται απέναντι από τον ασθενή, γνωρίζει την ιστορία του και μπορεί να προσφέρει εξατομικευμένη, επιστημονικά τεκμηριωμένη φροντίδα.

Πηγή:ygeiamou.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση