Ένας επίκαιρος λόγος του Μεγάλου Βασιλείου

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης
Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης
Ένας επίκαιρος λόγος του Μεγάλου Βασιλείου

"Ο καθένας από εμάς, διαβάζοντας το κείμενο, ας κάμει τις σκέψεις του σε σχέση με τις δύσκολες μέρες που περνάμε, λόγω του κορωνοϊού."

Του Γιάννης Γ. Τσερεβελάκη

 

           

Πρόσφατα δημοσίευσα από τούτη τη στήλη το κείμενο του Θουκυδίδη για το μεγάλο λοιμό που ξέσπασε στην Αθήνα το 430 π. Χ. Σήμερα επέλεξα ένα άλλο κείμενο, τούτη τη φορά του Μεγάλου Βασιλείου (του αληθινού μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας και όχι του παχύσαρκου με τη μεγάλη γενειάδα που μοιράζει τάχα τα δώρα την Πρωτοχρονιά). Το κείμενο αυτό είναι ένα μικρό απόσπασμα από μια ομιλία του Μ. Βασιλείου που φέρει τον τίτλο «Ἐν λιμ καὶ αὐχμ». Πρόκειται για μια περιστατική ομιλία, που εκφωνήθηκε το έτος 368 μ. Χ., κατά την περίοδο ενός  φοβερού λιμού (πείνας), εξαιτίας της μεγάλης ξηρασίας (αυχμού) που επικράτησε στην Καππαδοκία και στην περιοχή  Πόντου. Κατά τη δεινή αυτή δοκιμασία ο Μ. Βασίλειος παρηγόρησε το λαό και προσπάθησε να κινήσει την ευσπλαχνία των πλουσίων, ώστε να προστρέξουν σε βοήθεια των φτωχών. Στο απόσπασμα αυτό ο Μ. Βασίλειος, πέρα από τις ψυχολογικές και βαθιά ανθρωπογνωστικές παρατηρήσεις του,  ζητεί από τους ανθρώπους να εξετάσουν και να αναθεωρήσουν τον τρόπο ζωής τους, επειδή τα ανθρώπινα πράγματα είναι ρευστά και ευμετάβλητα, και να μείνουν ψύχραιμοι, χωρίς να γογγύζουν ούτε να τα βάζουν με το Θεό. Ο καθένας από εμάς, διαβάζοντας το κείμενο,  ας κάμει τις σκέψεις του σε σχέση με τις δύσκολες μέρες που περνάμε, λόγω του κορωνοϊού.

«Όλοι, λοιπόν, και ως άτομα και ως κοινότητα, ας εξετάσουμε τον τρόπο ζωής μας. Να θεωρήσουμε την ξηρασία ως παιδαγωγό, που υπενθυμίζει στον καθένα τις αστοχίες του. Ας πούμε κι εμείς με συναίσθηση τα λόγια του γενναίου Ιώβ: «Το χέρι του Θεού είναι που με άγγιξε». Και προπάντων να καταλογίσουμε τη συμφορά μας στις αστοχίες μας. Κι αν πρέπει να προσθέσουμε και κάτι άλλο, ενίοτε οι δυστυχίες προστίθενται στους ανθρώπους και ως δοκιμασία των ψυχών, για να αποδειχθούν στη δυσκολία ποιοι είναι οι εκλεκτοί, είτε φτωχοί είτε πλούσιοι. Γιατί και οι μεν και οι δε δοκιμάζονται με ακρίβεια δια της υπομονής (που δείχνουν). Και προπάντων, κατά την περίοδο αυτή αποδεικνύεται αν ο μεν είναι κοινωνικός και αγαπά τους συνανθρώπους του και εάν ο δε είναι ευγνώμων και όχι, αντίθετα, βλάσφημος, που μαζί με τις συμφορές της ζωής αλλάζει ταχύτατα και το φρόνημά του. Εγώ γνωρίζω πολλούς (αυτό δεν το άκουσα, αλλά γνώρισα τους ανθρώπους εκ πείρας) οι οποίοι, μέχρις ότου η ζωή προχωρεί ευνοϊκά γι’ αυτούς και με ούριο άνεμο, όπως λέμε, αναγνωρίζουν τη χάρη στον ευεργέτη (Θεό), αν και όχι εντελώς αλλά  τουλάχιστο λίγο. Αν όμως τύχει και πάρουν στροφή τα πράγματα, επειδή η κατάσταση άλλαξε προς το αντίθετο, και ο μεν πλούσιος γίνει φτωχός, η δε σωματική δύναμη γίνει αρρώστια και η δόξα και η δημοσιότητα γίνουν ντροπή και όνειδος, αυτοί γίνονται αχάριστοι, ξεστομίζοντας βλαστήμιες, τεμπελιάζοντας στην προσευχή, δυσανασχετώντας εναντίον του Θεού, σαν να είναι χρεώστης που καθυστερεί να πληρώσει την οφειλή, και όχι συμπεριφερόμενοι ως προς Κύριο που λυπάται.

Αλλά διώξε από τους λογισμούς σου μια τέτοιας λογής σκέψη. Κι όταν δεις ότι ο Θεός δεν χαρίζει τα απαραίτητα, αυτές τις σκέψεις να κάνεις μέσα σου: «Μήπως ο Θεός δεν μπορεί να χορηγεί τροφή; Και πώς είναι δυνατόν; Αυτός είναι ο Κύριος του ουρανού και όλης της όμορφης δημιουργίας, ο σοφός ρυθμιστής των εποχών και των καιρών, ο κυβερνήτης του σύμπαντος, αυτός που καθόρισε, σαν κάποιο πειθαρχημένο σύνολο, οι εποχές και οι τροπές του ήλιου να διαδέχονται η μία την άλλη, με σκοπό να επαρκούν με την ποικιλία τους στις διάφορες ανάγκες μας. Και τώρα μεν η υγρασία να φτάνει τον κατάλληλο καιρό, και αμέσως πάλι να καταλάβει τη θέση της η ζέστη και να ενσωματωθεί η ψύχρα στη διάρκεια του έτους, αλλά και το μερίδιο από την ωφέλεια της ξηρασίας να μη μας λείψει. Επομένως ο Θεός έχει τη δύναμη. Αφού, λοιπόν, έχει τη δύναμη κι αυτό είναι παραδεκτό, μήπως άραγε Του έλειψε τη καλοσύνη; Ούτε κι αυτό το επιχείρημα  ευσταθεί. Γιατί ποια ανάγκη θα έπειθε  εξ αρχής αυτόν που δεν είναι αγαθός να δημιουργήσει τον άνθρωπο; Ποιος θα εξανάγκαζε τον Δημιουργό, και μάλιστα χωρίς τη θέλησή Του, να πάρει χώμα και να δώσει από τον πηλό τέτοιο κάλλος στη μορφή του ανθρώπου; Ποιος είναι αυτός που έπεισε αναγκαστικά το Θεό να χαρίσει στον άνθρωπο το λογικό, σύμφωνα με τη δική Του εικόνα, για να ξεκινήσει από αυτό (ο άνθρωπος) και να φτάσει στην εκμάθηση των τεχνών και να μάθει να φιλοσοφεί για τα ουράνια πράγματα, τα οποία δεν αγγίζει με τις αισθήσεις;» Κι έτσι συλλογιζόμενος, θα βρεις ότι η καλοσύνη συνυπάρχει στο Θεό κι ότι μέχρι και τώρα δεν απουσιάζει. Πες μου, παραδείγματος  χάριν, τι θα εμπόδιζε να μην είναι ξηρασία αυτό που βλέπουμε αλλά ολοκληρωτική πυρπόληση; Και ο ήλιος να παρεξέκλινε λίγο από την κανονική του πορεία και να πλησιάσει όλα όσα υπάρχουν στη γη και να κατακάψει αυτοστιγμεί όλα όσα βλέπουμε; Ή να βρέξει φωτιά από τον ουρανό με τον ίδιο τρόπο που τιμώρησε  παλαιότερα  τους  αμαρτωλούς; 

            Δείξε, λοιπόν, αυτοκυριαρχία, άνθρωπε μην κάνεις όσα κάνουν τα ανόητα παιδιά, που όταν τα μαλώσουν οι δάσκαλοι, καταξεσκίζουν τα βιβλία του κάνουν κουρέλια και το ρούχο του πατέρα τους, όταν, επειδή θέλει το καλό τους, αργήσει να τους δώσει φαγητό ή γρατζουνίζουν το πρόσωπο της μητέρας τους με τα νύχια τους. Διότι τον κυβερνήτη του πλοίου δοκιμάζει και εξετάζει τις αντοχές του η κακοκαιρία και τον αθλητή το στάδιο, το στρατηγό η παράταξη στη μάχη, τον μεγαλόψυχο η συμφορά, τον χριστιανό ο πειρασμός. Και οι λύπες θέτουν σε μεγάλη δοκιμασία την ψυχή, όπως η φωτιά το χρυσάφι. Είσαι φτωχός;  Μη σε καταλάβει η αθυμία. Διότι η υπερβολική κατήφεια γίνεται αιτία της αμαρτίας, επειδή η λύπη καταβαραθρώνει τη σκέψη και η φτώχεια δημιουργεί μέσα στην ψυχή ζάλη και η αδυναμία της σκέψης γεννά την αχαριστία. Αντίθετα, να έχεις την ελπίδα σου στο Θεό. Μήπως ο Θεός δεν παρατηρεί τη στενοχωρία; Κρατά την τροφή στα χέρια Του και καθυστερεί τη χορήγηση, για να δοκιμάσει τη σταθερότητά σου, για να μάθει τη γνώμη σου, μήπως είναι όμοια με αυτή των ακολάστων και των αχαρίστων. Γιατί εκείνοι, μέχρις ότου το φαγητό βρίσκεται στο στόμα τους, επευφημούν, κολακεύουν, υπερθαμάζουν λίγο όμως να αναβληθεί το τραπέζι, σαν πέτρες πετούν τις βλαστήμιες εναντίον εκείνων που προ ολίγου προσκυνούσαν σαν θεό, λόγω της τέρψεως.

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ