Μια ιστορία μητρότητας παρόμοια με τόσες άλλες...

Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη
Μια ιστορία μητρότητας παρόμοια με τόσες άλλες...

Να χαιρόμαστε τις μαμάδες μας, μανούλες Χρόνια μας πολλά!

Της Μαρίας Λιονάκη

Τέσσερα διακόσια γεννήθηκε. Όχι που να το παινευτεί η μάνα, μα τέτοιο μωρό είχε καιρό να δει μαιευτήρας, μαία  και  αναισθησιολόγος. Ναι χρειάστηκε κι αυτός, ο αναισθησιολόγος δηλαδή. Γιατί, ενώ το πήγαινε για φυσιολογικό τον τοκετό  ο γυναικολόγος, δεν του βγήκε το έργο και τελευταία στιγμή , αφού πονούσε όλη μέρα η ετοιμόγεννη,  άλλαξε το στόρι. Ξεπαπούτσωτο τον φώναξε τον άλλο. Μόλις είχε δειπνήσει ελαφρώς, ως  συνήθιζε τα βράδια,  με τυράκι κι άλλα ορντέβρ ως επί το πλείστον, με την πριγκίπισσα που είχε παντρευτεί, είχε βάλει πυτζάμες και περίμενε το δελτίο ειδήσεων  των δώδεκα. Δώδεκα παρά τέταρτο γεννήθηκε ο Γιωργάκης. Με καισαρική φυσικά. Κι έσυρε τέτοια φωνή, που έπεσε το εργαλείο της βοηθού χειρουργείου από το χέρι, ενώ το ετοίμαζε για τον κλίβανο. Να τελειώσει κι αυτή τη γέννα απόψε και να πάει να ρημαδοξαπλώσει. Νισάφι πια, τόσοι τοκετοί Ιούλιο μήνα, καλοκαιριάτικα. Δεν έκανε ο κόσμος άλλη δουλειά…

1

Δώδεκα παρά τέταρτο γεννήθηκε. Η μάνα είχε άρτι ναρκωθεί. Από τις λίγες στιγμές που θα κοιμόταν βαθιά στο μέλλον. Καθώς ο Γιωργάκης είχε πάρει στρες από τη γέννα(είπε η παιδίατρος περισπούδαστα στο πρώτο ραντεβού), είχε  κολικούς από το φύλο του το αρσενικό κι έδινε μέρα- νύχτα ρεσιτάλ. Με έγχορδα και πνευστά. Τεντώνοντας το κορμάκι του  τόξο με νεύρο, τσιρίζοντας δαιμονισμένα, σφίγγοντας τις γροθίτσες του (ειδικά αυτό ήταν βασικό σύμπτωμα) κοκκινίζοντας, στο κόκκινο το βαθύ του, του Πάσχα, παρουσιάζοντας μια εικόνα σοβαρή, μα και αστεία μαζί. Μάταια κουνούσε ξημερώματα,  ζητιανεύοντας λίγο ύπνο ακόμα η μάνα, η μικρομάνα, των είκοσι τριών ετών, που ακόμα φορούσε σπορτέξ κι αθλητικές βερμούδες στις περισσότερες των περιστάσεων. Η μάνα που δεν είχε προλάβει να συνειδητοποιήσει τα του ρόλου της, όπως όριζαν οι περιστάσεις, όπως τα έλεγαν θρυλικά οι παλιές. Μάταια  τραμπάλιζε επίμονα, αδιαλείπτως,  τον κανακάρη της, καθρεπτιζόμενη στον καθρέπτη του επίπλου-τουαλέτα της κρεβατοκάμαρας της, λίγο για να δίνει τέμπο, λίγο για να θαυμάσει  τις ξανθιές ανταύγειες, μελετημένες για την περίσταση του μαιευτηρίου, φευ όμως δε θα τις πολύ-κυκλοφορούσε έξω στο εξής . Ψιθυρίζοντας το νανούρισμα της Βουγιουκλάκη που της είχε εντυπωθεί στο λεωφορείο σχολικής εκδρομής: «Θα κεντήσω πάνω στου αλόγου σου τη σέλλα με διαμαντόπετρες σωρό του φεγγαριού το πήγαιν’ έλα στο πελαγίσιο το νερό Αγόρι μου, αγόρι μου αγόρι μου να σε χαρώ…» Μα μόλις το άφηνε το αγόρι της να σε χαρώ, στην κούνια ξυπνούσε αυτό και φτου κι απ’ την αρχή.

1

Έτσι περίπου εκτυλίχθηκε το στόρι στην αρχή. Με σοβαρά, όπως τον τραυματισμό από βατονέτα στο αφτί και συνακόλουθες ωτίτιδες και λαρυγγίτιδες στο μέλλον. Με  χαμογελάκια, τραγουδάκια, μια ωραία πεταλούδα,  πες: μπα-μπα, πηδήματα σαν αγριοκάτσικο από καρέκλα σε καρέκλα ή καναπέ, χορό και στροφές με ανοιχτά χέρια, στυλ ζεμπέκικου, όταν μεγάλωσε.  Με το  συναγερμό που είχε βαρέσει τότε στο μαιευτήριο να αλλάζει  μορφή αμέσως μετά και να γίνεται σπαραξικάρδιο κλάμα, τακτικά, μέσα στη νύχτα,   μπας και χάσει το γάλα του.  Μα η μικρομάνα δεν ήταν τόσο «μικρο» πια.  Είχε εξελιχθεί, είχε ξυπνήσει κι αυτό το φίλτρο που λένε οι γραφές. Είχε  μάθει τα κόλπα και  διένυε μια πιο προσαρμοσμένη  εποχή, βαλμένη σε πρόγραμμα, ταΐσματα, μπάνιο, βόλτες με το καρότσι, επισκέψεις στον παιδίατρο, επισκέψεις παρέα με άλλα παιδάκια, αλεσμένες τροφές, φρούτα και λαχανικά τα πιο εκλεκτά, πούδρες, χαμομήλια κι όλα τα σχετικά.  Είχαν σταματήσει και οι κολικοί, ενώ η στραταρίδα και το πάρκο θα αποδεικνύονταν  σωτήριες επινοήσεις, απαύγασμα επιστημονικό  στο μέλλον. Σε ένα τενεκεδένιο κουτί φύλαγε στο ψυγείο   παγωμένο νερό εκείνη την πρώτη εποχή κι  έτσι στο άψε σβήσε την πετύχαινε τη θερμοκρασία στο γάλα μέσα στα μαύρα σκοτάδια, με την πανάρχαιη τακτική ελέγχου να στάξει λίγο γάλα στον καρπό.

Πανάρχαιη κι απίστευτα  ιερή  η σχέση μιας μάνας κι ενός παιδιού, που τιμάται σήμερα. Από την εποχή της Ειλειθυίας που προστάτευε τις επίτοκες, η μητρότητα γράφεται με τις λέξεις αγάπη,  απέραντη, ασύγκριτη  κι ανιδιοτελής , φροντίδα κι  αφοσίωση,  πλήρης, μα  και αιώνια , έγνοια και προτεραιότητα, βασική, μοναδική.  Είτε έχει κυοφορήσει, είτε έχει υιοθετήσει παιδί. Ιδίως δίπλα στο άρρωστο, μα και στο λιγότερο τυχερό παιδί. Είναι τιμητικό αξίωμα να είσαι μάνα! Κι είναι μαζί με τη σχέση την πατρική, την εξίσου μοναδική, απ’ αυτές τις σχέσεις που στο μέλλον αντιστρέφονται καθώς η μάνα, ο πατέρας γίνεται ο ίδιος με τη σειρά του παιδί.

 Έτσι ήταν, είναι και θα είναι τα πράγματα στο πιο τρυφερό, όμορφο  παραμύθι που λέγεται ζωή. Όσο έρχονται Άνοιξες,  ανθίζουν λουλούδια, πετάνε, κελαηδάνε πουλιά, όσο οι γλάροι και τα δελφίνια συνοδεύουν καράβια, όσο η θάλασσα κουρνιάζει στο δικό της λιμάνι. Ναι για πάντα η μάνα είναι λιμάνι! Όσο μεγάλος κι αν είναι κανείς. 

 Να χαιρόμαστε τις μαμάδες μας, μανούλες Χρόνια μας πολλά!

ΥΓ. Το κείμενο αφιερώνεται στα παιδιά μου, στο Γιώργο και στη Ζωή 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ