Νικήστρατε, αντράκι μου… συγγνώμη!
Ένα προαναγγελθέν έγκλημα που φώναζε, σπαρταρούσε και άνοιγε καθημερινά ένα τεράστιο λάκκο
Δεν είναι όλοι ίδιοι, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είναι η Κρήτη έτσι… μα, αυτό που συνέβη στην Αμμουδάρα δεν ήταν ένα δυστύχημα μετά από μια τυχαία συνάντηση, ήταν ένα φονικό που ενώ το βλέπαμε να έρχεται δεν κάναμε τίποτα για να το σταματήσουμε.
Συγγενείς, γνωστοί, δημόσιες αρχές, κοινωνία…ουδείς!
Ένα νέο παλικαράκι που είχε όλη τη ζωή μπροστά του χάθηκε με τόσο φρικτό και αποκρουστικό τρόπο επειδή ήταν ο μόνος που έβλεπε το θάνατο του να έρχεται, αλλά δεν κούνησαν το δαχτυλάκι τους για να το αποκρούσουν, ούτε η ίδια η οικογένεια του και οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω του.
Και αυτό που αποτυπώνεται στο βίντεο - ντοκουμέντο να κάνει ο δολοφονημένος μια απέλπιδα προσπάθεια να αποκρούσει με ένα σάλτο που δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει στο στόχο, είναι η ύστατη κραυγή απελπισίας που κάνει μπας και σωθεί.
Ήταν όμως λειψό, αστήριχτο, αδύναμο το σάλτο δεν μπόρεσε να σταματήσει τον απηνή διώκτη του που σαν έτοιμος από καιρό τον καθάρισε λες και ήταν ζώο, που κι αυτά μια ψυχή την έχουν!
Το ζευγάρι, ο άντρας και κυρίως η γυναίκα, που φαίνεται να υποδαύλιζε το κακό, ζούσαν για να σκοτώσουν το νεαρό Γεμιστό. Δεν τους ικανοποιούσε η οποιαδήποτε δικαστική απόφαση γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν πως ο γιος τους σκοτώθηκε ενώ εκείνος που οδηγούσε το αυτοκίνητο του δυστυχήματος… ζούσε και βασίλευε.
Ο 54χρονος ξυπνούσε και κοιμόταν με ένα σκοπό: να γίνει ένας σύγχρονος Παπαδόσηφος, να πάρει το νόμο στα χέρια του, να γαληνέψει τη φαρμακωμένη του ψυχή, να προσφέρει στο αρρωστημένο του μυαλό, όχι ικανοποίηση μα γδικιομό, μ’ εκείνον δικαστή και εκτελεστή σε έναν ρόλο. Αίμα στο αίμα, αφού «έφυγε» ο γιος του να ποκάμει και του αλλονού το κοπέλι. Κάθε μέρα που περνούσε τη λόγιζε πως ήταν μια ακόμα μέρα απλήρωτου λογαριασμού, που όσο δεν τιμούσε το άγραφο συμβόλαιο εκτέλεσης που είχε υπογράψει ο Παρασυρης με τον εαυτό του, τόσο φάνταζε στα μάτια λίγος και ανυπόφορος.
Ένα προαναγγελθέν έγκλημα που φώναζε, σπαρταρούσε και άνοιγε καθημερινά ένα τεράστιο λάκκο με τη λογική και τον κατευνασμό, που κανείς δεν έβλεπε ή εθελοτυφλούσε. Όσοι το έβλεπαν, πίστευαν πως δεν θάρθει μέχρι που συνέβη. Όσοι από τις ανώνυμες αρχές διαπίστωναν μπροστά στα μάτια τους πως έρχεται το φονικό, τώρα κοιτάζουν αμήχανα και τα ρίχνουν στον απέναντι δημόσιο λειτουργό, ένα παλικαράκι χάθηκε μεταξύ αστυνομίας και εισαγγελίας κι όλοι νίπτουν τα χέρια τους.
Κανείς δεν κατάλαβε, κανείς δεν το πρόλαβε και εμείς, κυρίες και κύριοι εμείς, τι ακριβώς προσπαθούμε να υπερασπιστούμε τώρα; Πως δεν είμαστε όλοι οι κρητικοί το ίδιο; Πως δεν είναι αυτή η εικόνα της Κρήτης; Πως είμαστε οι πια πολλοί… καλύτεροι από το φονιά λες κι είναι αυτό το πρόβλημα;
Άραγε δεν την ζούμε αυτή τη μαύρη και φρικτή Κρήτη δίπλα μας; Δεν συγχρωτιζόμαστε μαζί της; Σε γλέντια, πανηγύρια και κοινωνικές εκδηλώσεις; Δεν κουτελώνουμε μαζί της σε φανάρια, γήπεδα και πλατείες και απλά κάνουμε πως δεν την βλέπουμε;
Ναι δεν είμαστε ίδιοι κι όμοιοι όλοι αλλά κι εμείς που ανεχόμαστε και σιωπούμε όταν βλέπουμε αυτό το αποκρουστικό πρόσωπο της Κρήτης… ας το ξαναδούμε!
- Το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας
- Το καλό να λέγεται!
- Οι πόλεις δεν αντέχουν άλλο: Η οδική ασφάλεια δεν είναι τεχνικό ζήτημα, είναι βαθιά πολιτική επιλογή
