Η στιγμή που το πένθος μετατρέπεται σε άδεια θανάτου

Αυτό δεν είναι πρόληψη. Είναι διαχείριση πτωμάτων.

Κάποιες υποθέσεις ξεπερνούν τα όρια ενός συνηθισμένου εγκλήματος και μετατρέπονται σε καθρέφτη μιας κοινωνίας. Όχι μόνο για όσα συνέβησαν τη στιγμή της βίας, αλλά κυρίως για όσα προηγήθηκαν, για όσα αγνοήθηκαν και για όσα πολλοί συνεχίζουν να δικαιολογούν ακόμη και μετά το αίμα. Η δολοφονία του 21χρονου στο Ηράκλειο δεν είναι μια «τραγική στιγμή οργής», ούτε ένα ξαφνικό ξέσπασμα. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδρομής εμμονής, ανοχής και ηθικής σύγχυσης που κατέληξε σε δημόσια εκτέλεση.
Δεν υπάρχει τίποτα «παραδοσιακό», «λεβέντικο» ή «δικαιολογημένο» σε μια εν ψυχρώ δολοφονία στη μέση του δρόμου. Όσο κι αν κάποιοι επιχειρούν να ντύσουν αυτή την υπόθεση με τη γλώσσα του πένθους, της οργής ή της πατρικής απόγνωσης, στο τέλος μένει μόνο η ωμή πραγματικότητα. Ένας άνθρωπος αποφάσισε ότι έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει μια ζωή επειδή δεν άντεχε τη δική του απώλεια.


Το πιο τρομακτικό, όμως, δεν είναι μόνο η ίδια η πράξη. Είναι η ιδέα που κρύβεται πίσω της. Η αντίληψη ότι ο πόνος μπορεί να μετατραπεί σε άδεια θανάτου. Ότι επειδή κάποιος υπέφερε, αποκτά το δικαίωμα να γίνει τιμωρός. Εκεί αρχίζει η πραγματική ηθική κατάρρευση.
Για χρόνια φαίνεται πως υπήρχαν απειλές, φόβος, εντάσεις, καταγγελίες. Ένας άνθρωπος βυθιζόταν όλο και περισσότερο στην εμμονή και κανείς δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να ανακόψει την πορεία προς την καταστροφή. Έτσι το πένθος έπαψε να είναι οδύνη και μετατράπηκε σταδιακά σε μηχανισμό εκδίκησης. Μέχρι που η εμμονή πήρε τη μορφή εκτέλεσης.


Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν δύο αλήθειες εδώ. Υπάρχει ένας νεκρός νέος άνθρωπος και μια κοινωνία που εξακολουθεί να φλερτάρει επικίνδυνα με την ιδέα της «προσωπικής δικαιοσύνης». Κάθε φορά που κάποιος λέει «τον καταλαβαίνω» πριν πει «είναι έγκλημα», ανοίγει λίγο περισσότερο η πόρτα προς τη βαρβαρότητα.
Το πιο ανησυχητικό σε τέτοιες υποθέσεις δεν είναι μόνο ο δράστης, αλλά η ταχύτητα με την οποία ένα κομμάτι της κοινωνίας σπεύδει να τον ερμηνεύσει προτού αντικρίσει τη φρίκη της πράξης. Αντί να αντιμετωπιστεί πρώτα η εκτέλεση ενός 21χρονου ανθρώπου, η συζήτηση μετατοπίζεται σχεδόν αμέσως στον «πατέρα που πονούσε». Από εκείνη τη στιγμή κάτι έχει ήδη αρχίσει να σαπίζει ηθικά.


Ναι, ο πόνος της απώλειας παιδιού είναι αδιανόητος. Ναι, το πένθος μπορεί να διαλύσει έναν άνθρωπο. Αλλά από εκεί μέχρι τη δημόσια εκτέλεση υπάρχει μια άβυσσος. Και όποιος επιχειρεί να τη γεφυρώσει με φράσεις όπως «θόλωσε» ή «δεν άντεξε», συμβάλλει, συνειδητά ή όχι, στην κανονικοποίηση της βίας.
Γιατί τότε περνά ύπουλα η ιδέα ότι ορισμένα εγκλήματα μπορούν να αποκτήσουν ανθρώπινο άλλοθι, αρκεί ο δράστης να κουβαλά αρκετό πόνο. Όμως κάθε δολοφόνος έχει μια ιστορία, μια πληγή, μια εξήγηση. Αν η τραγωδία μετατραπεί σε ηθική άδεια, τότε η δικαιοσύνη παύει να είναι νόμος και γίνεται προσωπικό συναίσθημα.


Η υπόθεση αυτή είναι ταυτόχρονα και μια συντριπτική αποτυχία των κοινωνικών και κρατικών δομών προστασίας. Όταν ένας άνθρωπος φαίνεται να βυθίζεται επί χρόνια στην εμμονή, όταν υπάρχουν καταγγελίες, φόβος και απειλές, κι όμως φτάνουμε σε εκτέλεση μέρα μεσημέρι, τότε κάτι έχει καταρρεύσει πολύ πριν πέσουν οι πυροβολισμοί.
Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα οι μηχανισμοί προστασίας εμφανίζονται συνήθως μετά το αίμα. Μέχρι τότε όλα αντιμετωπίζονται σαν «οικογενειακή ένταση», «νεύρα» ή «βαριά ψυχολογία». Ένας άνθρωπος μπορεί να δείχνει ξεκάθαρα σημάδια ψυχικής απορρύθμισης, να εμμένει, να απειλεί, να τρομοκρατεί, και το σύστημα να παραμένει σχεδόν αδρανές μέχρι να υπάρξει νεκρός.
Το ίδιο συμβαίνει συχνά και από την πλευρά του θύματος. Να ζει επί μήνες ή χρόνια μέσα στον φόβο, να προειδοποιεί, να ζητά προστασία, να αλλάζει διαδρομές, συνήθειες, τρόπο ζωής, και παρ’ όλα αυτά να αντιμετωπίζεται σαν να πρόκειται για μια «προσωπική διαμάχη» που κάποτε θα εκτονωθεί. Γύρω του κυριαρχεί η λογική του «μη δίνεις σημασία» ή «δεν θα φτάσει στα άκρα». Μέχρι που φτάνει.
Γιατί σε τέτοιες υποθέσεις το θύμα συνήθως έχει διαισθανθεί τη βία πολύ πριν συμβεί. Ζει ήδη μέσα στην απειλή, στην αίσθηση ότι κάποιος παρακολουθεί, εμμένει, πλησιάζει επικίνδυνα προς το όριο. Και συχνά αναγκάζεται σχεδόν να αποδείξει ότι κινδυνεύει πραγματικά, λες και η απειλή πρέπει πρώτα να μετατραπεί σε αίμα για να θεωρηθεί αληθινή.
Κι εκεί βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες κάθε κοινωνίας και κάθε κρατικού μηχανισμού. Στο ότι η προστασία ενεργοποιείται όχι όταν εμφανίζονται τα σημάδια, αλλά όταν εμφανίζεται ο νεκρός. Τότε όλοι θυμούνται ξαφνικά ότι υπήρχαν προειδοποιήσεις.
Αυτό δεν είναι πρόληψη. Είναι διαχείριση πτωμάτων.


Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σκοτεινό. Συχνά τέτοιες συμπεριφορές αντιμετωπίζονται με μια υπόγεια ανοχή, ειδικά όταν πίσω τους υπάρχει πένθος ή η ρητορική της «πατρικής οδύνης». Αντί να ενεργοποιούνται σοβαροί μηχανισμοί ψυχολογικής και νομικής παρέμβασης, πολλοί σκέφτονται ότι «τον άνθρωπο τον διέλυσε η απώλεια». Μέχρι που κάποια στιγμή ο διαλυμένος άνθρωπος πιάνει όπλο.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο ανατριχιαστικό σημείο της υπόθεσης. Όχι η στιγμή που τραβήχτηκε η σκανδάλη, αλλά η στιγμή που μια κοινωνία αρχίζει να εξοικειώνεται με τη γλώσσα που συνοδεύει μια εκτέλεση. Όταν φράσεις όπως «δεν άντεξε», «θόλωσε» ή «ήταν πατέρας που έχασε παιδί» παύουν να προκαλούν ηθικό σοκ και αρχίζουν να λειτουργούν σαν συναισθηματικά μαξιλάρια γύρω από το έγκλημα, τότε η βία περνά σε ένα πιο επικίνδυνο στάδιο. Δεν εμφανίζεται πλέον ως απόλυτη εκτροπή, αλλά ως κάτι που μπορεί να εξηγηθεί, να συζητηθεί, σχεδόν να δικαιολογηθεί.
Και εκεί αρχίζει η πραγματική αποσύνθεση. Όχι όταν ένας άνθρωπος αποφασίζει να σκοτώσει, αλλά όταν οι γύρω του αρχίζουν να αναζητούν τις λέξεις που θα κάνουν το έγκλημα λιγότερο αδιανόητο. Από εκείνη τη στιγμή η κοινωνία παύει να υπερασπίζεται τη ζωή ως αδιαπραγμάτευτη αξία και αρχίζει να συζητά ποιος πόνος μπορεί να μετατραπεί σε δικαιολογία αίματος. Και όταν μια κοινωνία φτάνει να συζητά το αίμα αντί να το απορρίπτει, τότε έχει ήδη αρχίσει να χάνει κάτι βαθύτερο από την ασφάλεια ή τη συνοχή της. Έχει αρχίσει να χάνει την ίδια της τη συνείδηση.
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση