Η Ευρώπη μετά τη Μέρκελ

Η Ευρώπη μετά τη Μέρκελ

Όταν οι σημερινές γερμανικές εκλογές οδηγήσουν σε νέα κυβέρνηση, η Άνγκελα Μέρκελ θα γίνει η πρώτη Γερμανίδα πρωθυπουργός που θα αποχωρήσει από το αξίωμά της με δική της πρωτοβουλία, αφού επέλεξε να μην είναι υποψήφια.

Στα 16 χρόνια της ως καγκελάριος της Γερμανίας, η Άνγκελα Μέρκελ έχει συνεργαστεί με τέσσερις προέδρους των ΗΠΑ και της Γαλλίας, πέντε πρωθυπουργούς του Ηνωμένου Βασιλείου και εννέα πρωθυπουργούς της Ιταλίας και της Ιαπωνίας.

Όταν οι σημερινές γερμανικές εκλογές οδηγήσουν σε νέα κυβέρνηση, η Άνγκελα Μέρκελ θα γίνει η πρώτη Γερμανίδα πρωθυπουργός που θα αποχωρήσει από το αξίωμά της με δική της πρωτοβουλία, αφού επέλεξε να μην είναι υποψήφια.

Η Μέρκελ δεσπόζει τόσο πολύ στη γερμανική πολιτική μετά από 16 χρόνια στην καγκελαρία, ώστε και οι δύο κορυφαίοι υποψήφιοι για την αντικατάστασή της, τοποθετούνται ως πολιτικοί κληρονόμοι της. Είναι η μόνη καγκελάριος που γνώρισε μια ολόκληρη γενιά Γερμανών. Παραμένει αρκετά δημοφιλής στην πατρίδα της και το πρόσωπο της ευρωπαϊκής ηγεσίας στο εξωτερικό.

«Η θητεία της συνέπεσε με μια περίοδο κατά την οποία παγιώθηκε ο μεταψυχροπολεμικός ρόλος της Γερμανίας και έγινε μια από τις σημαντικότερες χώρες στον κόσμο», λέει ο Τζον Κόρνμπλουμ, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Γερμανία όταν η Μέρκελ αναδεικνυόταν σε εθνική προσωπικότητα.

Ο Κόρνμπλουμ θυμάται ότι είχε εντυπωσιαστεί από την ευφυΐα της Γερμανίδας καγκελαρίου στις πρώτες τους συναντήσεις, αλλά παρ’ όλα αυτά εξεπλάγη από την ξαφνική πολιτική της άνοδο. «Υπάρχει κάτι στις μεθόδους της, στη συμπεριφορά της, στον τρόπο που μιλάει με τους ανθρώπους που τους κάνει δεκτικούς σε συμβιβασμούς μαζί της», λέει. Έχει όμως και μια αδίστακτη πλευρά, η οποία της επέτρεψε να φτάσει στην εξουσία. Παρ’ όλα αυτά, λέει ο πρώην Αμερικανός πρέσβης, «είναι μάλλον καλό που φεύγει η Μέρκελ, επειδή αντιπροσωπεύει μια διαφορετική εποχή. Όλες οι παλιές κοινοτοπίες δεν ισχύουν πλέον. Δεν ξέρουμε πραγματικά ποιες είναι οι νέες αλήθειες».

Το στυλ του «προσεκτικού αυξητισμού» της Μέρκελ έχει βοηθήσει τη Γερμανία να ξεπεράσει αρκετές κρίσεις, λέει η πολιτική αναλύτρια, Κονστάνζ Στέλτσενμίλλερ του Ινστιτούτου Brookings, αλλά φαίνεται όλο και περισσότερο ανεπαρκές για τις τρέχουσες προκλήσεις. Σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και η Κίνα, η Μέρκελ ήταν επιφυλακτική μη θέλοντας  να διαταράξει ένα status quo που ωφελεί τη γερμανική οικονομία και ιδίως την αυτοκινητοβιομηχανία.

Το εξαιρετικά μετριοπαθές στυλ εξισορρόπησης της Μέρκελ ήταν φανταστικό για τη διαμεσολάβηση αποτελεσμάτων σε ευρωπαϊκές διασκέψεις», λέει η Στέλτσενμίλλερ. «Είναι σαφές ότι δεν είναι η καλύτερη προσέγγιση όταν έχεις να κάνεις με επιθετικές αυταρχικές δυνάμεις, και είναι σαφές ότι δεν έχει σκεφτεί αρκετά την προετοιμασία της Γερμανίας για ένα πολύ πιο διαταραγμένο μέλλον».

Ακόμα, πολλοί Γερμανοί βλέπουν το τέλος της εποχής Μέρκελ με τρόμο. Παραμένει αρκετά δημοφιλής και το παρατσούκλι της “Mutti“, ή μαμά, υποδηλώνει τον εθνικό ρόλο που έχει παίξει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

«Η απουσία ενός ηγέτη τόσο έμπειρου, πολυμήχανου και καλά δικτυωμένου όσο η Άνγκελα Μέρκελ θα γίνει αισθητή σε περιόδους αναστάτωσης και ανασφάλειας», προβλέπει η Στέλτσενμίλλερ.

«Ο νέος καγκελάριος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν θα έχει στην αρχή την ίδια θέση στη διεθνή σκηνή. Αυτό είναι βέβαιο», δήλωσε στο Axios ευρωπαίος διπλωμάτης.

Ακόμη και στις 4 το πρωί, θυμάται ο διπλωμάτης, η Μέρκελ είχε τον έλεγχο των γεγονότων και της αίθουσας, ακόμη και αν η δική της δεν ήταν πάντα η πιο δυνατή φωνή. Καθώς οι ομόλογοί της κουράζονταν ή υποχωρούσαν από τις πιο σκληροπυρηνικές τους θέσεις, η Γερμανίδα καγκελάριος επενέβαινε για να σφυρηλατήσει τους τελικούς συμβιβασμούς. Δεν είναι μόνο ότι η Μέρκελ ήταν εξαιρετικά ικανή στις διαπραγματεύσεις, είπε ο αξιωματούχος στο Axios, αλλά φαινόταν να της αρέσει κιόλας να το κάνει.

Σε δημοσκόπηση του Pew, ένα μέσο 83% των ανθρώπων σε οκτώ χώρες της ΕΕ που συμμετείχαν, εξακολουθούν να εμπιστεύονται τη Γερμανίδα καγκελάριο ότι «κάνει το σωστό όσον αφορά τις παγκόσμιες υποθέσεις».

«Νομίζω ότι ήξεραν πώς να συνεργαστούν μαζί της. Οι διεθνείς σχέσεις βασίζονται και στις προσωπικές σχέσεις», πρόσθεσε ένας Γάλλος αξιωματούχος.

Πολιτικοί αναλυτές λένε ότι θα είναι δύσκολο για τον επόμενο καγκελάριο να «ακολουθήσει τη γραμμή που ακολουθεί η Μέρκελ», δηλαδή να υπερασπιστεί τις δημοκρατικές αξίες και να παραμείνει κοντά στις ΗΠΑ, προστατεύοντας παράλληλα τις γερμανικές εξαγωγές.

Η Διαχειρίστρια Κρίσεων αναχωρεί

Kατά τη διάρκεια των 16 ετών που ήταν η Μέρκελ στο τιμόνι της Γερμανίας, η χώρα γλίτωσε από την οικονομική και πολιτική αναταραχή που βίωσαν πολλοί γείτονές της, γεγονός που κατέστησε δυνατή τη διαμεσολαβητική της ηγεσία στην ΕΕ. Οι διάδοχοί της μπορεί να μην είναι τόσο τυχεροί.

Επί 16 χρόνια, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ διαμορφώνει τη δυναμική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο αρχηγό κράτους. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο οικονομικό και πολιτικό βάρος του Βερολίνου, αλλά σε μεγάλο βαθμό και στην προσωπικότητα της Μέρκελ. Στωική, ρεαλίστρια και με πολλή υπομονή, κατάφερε συχνά να μεσολαβήσει μεταξύ αντιτιθέμενων αιτημάτων και συμφερόντων και να τοποθετηθεί ως κεντρική φιγούρα όταν επρόκειτο για την επίτευξη λειτουργικών συμβιβασμών.

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι προσεγγίσεις της έτυχαν πάντοτε ομόφωνης αποδοχής. Στα μάτια πολλών Κεντρικών και Ανατολικοευρωπαίων, συχνά λειτουργούσε ως ένα αξιέπαινο αντίβαρο στον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν – επίσης, διασφαλίζοντας ότι η Γερμανία υποστήριζε πάντα σθεναρά την ένταξη όλων των κρατών μελών της ΕΕ. Αντιθέτως, η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης το 2015 αντιμετώπισε σθεναρή αντίδραση -ιδίως από την Τσεχική Δημοκρατία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία και την Πολωνία.

Από την άλλη πλευρά, τα τέσσερα βόρεια, κράτη-μέλη της ΕΕ (Κάτω Χώρες, Δανία, Σουηδία και Αυστρία), υποστηρικτές της λιτότητας, αισθάνθηκαν ότι εκπροσωπούνται καλά από την ηγεσία της Μέρκελ. Όμως η στροφή του Βερολίνου για την από κοινού αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της κρίσης της COVID-19 τον Μάιο του 2020, έγινε δεκτή με εξαιρετική απροθυμία και μεγάλη ανησυχία. Τα νότια κράτη-μέλη ωστόσο, καλωσόρισαν την αλλαγή της γνώμης της ακριβώς επειδή αυτή ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τους χειρισμούς της στην κρίση της ευρωζώνης μια δεκαετία νωρίτερα.

Αναμφίβολα, η ευρωπαϊκή πολιτική της Μέρκελ έχει συχνά διχάσει και ενώσει την ΕΕ. Το Βερολίνο δεν εμφανιζόταν πάντα ως ο έντιμος μεσολαβητής που ισχυριζόταν ότι είναι. Κατά τη διάρκεια της θητείας της η Μέρκελ έλαβε ορισμένες μονομερείς αποφάσεις παρά τις ρητές αντιρρήσεις των στενών ευρωπαίων εταίρων. Ο αγωγός Nord Stream 2 είναι το καλύτερο παράδειγμα.

Από οικονομική άποψη, η Μέρκελ ισχυροποίησε την κυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρώπη. Μέχρι το 2019, η γερμανική οικονομία ήταν 176% μεγαλύτερη από ό,τι ήταν το 2005. Η γαλλική οικονομία, αντίθετα, είχε αυξηθεί μόνο κατά 162% την ίδια περίοδο και η βρετανική και η ιταλική οικονομία μόλις κατά 149%.

Ενώ η ανεργία των νέων αυξήθηκε σημαντικά στη Γαλλία, τις ΗΠΑ και την Ιταλία κατά τη διάρκεια του χρηματοπιστωτικού κραχ του 2008, στη Γερμανία παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα και έκτοτε παραμένει έτσι.

Το διαθέσιμο εισόδημα στη Γερμανία αυξήθηκε επίσης με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι στους ευρωπαίους ανταγωνιστές της. Όταν ανέλαβε η Μέρκελ, το διαθέσιμο εισόδημα του μέσου γερμανικού νοικοκυριού ήταν κατά 760 ευρώ μεγαλύτερο από το μέσο νοικοκυριό στη Βρετανία. Καθώς αποχωρεί από την εξουσία, η διαφορά μεταξύ των γερμανικών και των βρετανικών νοικοκυριών είναι τώρα στα 5.000 ευρώ.

Τα παραπάνω στατιστικά στοιχεία, ωστόσο, διαψεύδουν την αύξηση της ανισότητας σε ολόκληρη τη χώρα. Το 2013 διαπιστώθηκε ότι ένα στα τέσσερα παιδιά είτε μεγάλωνε φτωχό, είτε μεγάλωνε σε νοικοκυριά που εξαρτώνταν από επιδόματα.

Η πραγματικότητα της γερμανικής οικονομίας επί Μέρκελ ήταν ότι ένα αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού αισθάνθηκε φτωχότερο, ακόμη και όταν ο αριθμός των ανθρώπων χωρίς απασχόληση παρέμεινε χαμηλός.

Αυτές οι ανισότητες, ωστόσο, δεν έχουν κάνει τίποτα για να πλήξουν την εμπιστοσύνη στη Μέρκελ και το κόμμα της. Κανένα άλλο κόμμα κατά τη διάρκεια της θητείας της δεν πλησίασε να αμφισβητήσει τη συμμαχία CDU/CSU ως προς το ποιος θεωρήθηκε καλύτερος στο χειρισμό των οικονομικών της χώρας.

 

Ανακατατάξεις στην Ευρώπη μετά την αναχώρηση της Μέρκελ

Το ίδιο απρόβλεπτο με το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών είναι και η μορφή που θα λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς τη Μέρκελ, αναφέρουν πολιτικοί αναλυτές. Εκπροσωπώντας το οικονομικά ισχυρότερο και πολιτικά πιο σταθερό κράτος μέλος της ΕΕ, η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν ο βασικός παίκτης και ο διαμεσολαβητής των συμβιβαστικών λύσεων σχεδόν εξ ορισμού. Βοήθησε στην καθοδήγηση της ΕΕ μέσα από μια σειρά κρίσεων, αρχής γενομένης από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09.

Ο διάδοχός της, όποιος κι αν είναι αυτός, μπορεί να μην είναι τόσο τυχερός. «Οι προϋποθέσεις για την ευρωπαϊκή πολιτική του θα είναι διαφορετικές», προειδοποιεί η Τζάνα Πουλιερίν, επικεφαλής του γραφείου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων στο Βερολίνο.

«Επιπλέον, η κρίση της πανδημίας έφερε στο φως πόσο πολύ η Γερμανία έχει παραμελήσει τις υποδομές της και πόσο λίγο έχει επενδύσει στην ψηφιοποίηση. Η κρίση έδειξε επίσης ότι και οι Γερμανοί δεν είναι απρόσβλητοι από τον αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό και ότι η περαιτέρω υποστήριξη της ολοκλήρωσης της ΕΕ δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη».

Και ποιος θα μπορούσε να καλύψει το κενό; Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν θα προσπαθήσει σίγουρα, αλλά όπως και το 2017-18, οι εκλογικοί κύκλοι της Γερμανίας και της Γαλλίας απέχουν πολύ από το να ευθυγραμμιστούν απόλυτα. Ο Μακρόν μπορεί να χρειαστεί να περιμένει μέχρι τις αρχές του 2022 -το πρώτο εξάμηνο του οποίου συμπίπτει με τη γαλλική προεδρία της ΕΕ- για να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει μια νέα γερμανική κυβέρνηση, προτού αντιμετωπίσει τη δική του σκληρή μάχη για την επανεκλογή του τον Απρίλιο.

«Η πιο αποτελεσματική ηγεσία στην ΕΕ είναι η κοινή ηγεσία, και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό από τη γαλλογερμανική συνεργασία», υποστηρίζει η Κλερ Ντεμεσμέ, επικεφαλής του προγράμματος γαλλογερμανικών σχέσεων στο Γερμανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων. «Το ερώτημα είναι αν η νέα γερμανική κυβέρνηση θα είναι έτοιμη εγκαίρως και θα σταθεί δίπλα στον Γάλλο πρόεδρο».

Στο τέλος της θητείας της, αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι η Μέρκελ μπόρεσε όπως κανένας άλλος, να φέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τους αρχηγούς των ευρωπαϊκών κρατών και κυβερνήσεων και να διαπραγματευτεί μαζί τους μέχρι να βρεθεί μια βιώσιμη λύση για όλους. Ήταν ο πρώτος διαχειριστής κρίσεων της ΕΕ, ο οποίος οδήγησε την ΕΕ μέσα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, την κρίση της ευρωζώνης, τη μεταναστευτική κρίση, μέσα από το Brexit, τον Τραμπισμό και την πανδημία της COVID-19 – ως φάρος σταθερότητας σε μια ολοένα και πιο πολωμένη Ευρώπη. Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι κανένας άλλος ηγέτης της ΕΕ δεν μπορεί να καλύψει αξιόπιστα αυτό το κενό μετά την αποχώρησή της, τουλάχιστον προς το παρόν.

Όχι ότι ο Εμανουέλ Μακρόν δεν θα προσπαθήσει. Αλλά θεωρείται διχαστικός και διασπαστικός από πολλούς στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Σίγουρα επικοινωνεί καλύτερα με τους νοτιοευρωπαίους ηγέτες και έχει οικοδομήσει κάποιες σημαίνουσες συμμαχίες στο παρελθόν. Όμως, σε αντίθεση με τη Μέρκελ, ο Μακρόν δεν μπόρεσε ποτέ να μεταδώσει αξιόπιστα ότι ενδιαφέρεται για τη συνοχή και την ενότητα της ΕΕ.

Επιπλέον, ο Γάλλος πρόεδρος έχει μόνο ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά τις γερμανικές εκλογές, προτού ο ίδιος βρεθεί αντιμέτωπος με μια προεκλογική εκστρατεία που θα απορροφήσει μεγάλο μέρος της ενέργειάς του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών τον Απρίλιο του 2022 και των γερμανικών τον Σεπτέμβριο του 2021, αν το Βερολίνο και το Παρίσι θα είναι και πάλι σε θέση να λειτουργήσουν από κοινού ως ο κινητήριος μοχλός της ολοκλήρωσης της ΕΕ.

 

 

Δείτε επίσης:

Εκλογές στη Γερμανία: Θρίλερ δείχνουν και τα πρώτα αποτελέσματα 

Πηγή: ertnews.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ